Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικογένειες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικογένειες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Αυγούστου 2025

Κείμενο από το βιβλίο «Λαογραφία της Μέσα Μάνης Β’ Πνευματική Ζωή» του Κυριάκου Δ. Κάσση Σελ. 40-41.

Κείμενο από το βιβλίο «Λαογραφία της Μέσα Μάνης Β’ Πνευματική Ζωή» του Κυριάκου Δ. Κάσση Σελ. 40-41.


Ο Μαυροῦτσος.

Ὁ ἀείμνηστος Σ. Τσουμελέας μέσα στὸ ἀξιόλογο μὲ ἀντικείμενο τις παραδόσεις αὐτὸ ἔργο του αναφέρει (Λαογρ. Ε ́. 637) καὶ μία ποὺ ἀφορᾶ στὸ «Μακροῦτσο», ὅπως τὸν λέει. Πρόκειται γιὰ τὴν κοινὴ στὴν προσηλιακή Μάνη παράδοση του «Μαυροῦτσο» (ὅπως εἶναι τὸ σωστὸ ὄνομα * Ως σήμερα ἡ οἰκογένειά του εἶναι στις Πιόντες, δίπλα στη Λάγια). Ὁ μύθος ὁ σωστός, ὅπως λέγεται στὸν τόπο, ἔχει ἔτσι (προφορική διήγηση σὲ μένα ἀπὸ τὴν  ̓Αριστείδαινα Σφαλαγγάκου, τό γ. Αλευρομάγερη, 1862-1955) :

«Ὁ πρῶτος ποὺ ἐκατοίκησε στὶ Πχιόντες ἦτα ὁ Μαυροῦτσος. Είχε γίϊδια κι ἐμείνεσκε μοναχός. Ο Μαυροῦτσος ἦτα ιδιαβαρμένος για ψάρια (=εἶχε πάει γιὰ ψ.). Ἀλλὰ δὲ γκάνει καένας νὰ νυχτώνεται οὔτε στὸ κυνήγι οὔτε στὰ ψάρια οὔτε σὲ ἄλλη δουλειά. Γιατὶ ἔναι πλεονεξία. Ἐνυχτώθη ἐκεῖνος. Δὲν ἔβγαζε ψάρια. Ἐνύχτωσε καλά. Τοῦ παρησιάζεται ἕνας :

Θὰ ζὲ καβαλλήσου καὶ θὰ μὲ πάεις μέχρι τό χωρίο ζου, τοῦ λέει. Νὰ ζὲ πάου, ἀλλὰ πρῶτα θὰ ζὲ καβαλλήσου ἐγὼ κι ὕστερα εσύ. Θα λέου ἕνα τραγούδι. Καὶ μόλις τελειώσει το τραγούδι με καβαλλᾶς κι ἐσύ. Καλά, τοῦ λέει ἐκεῖνος.

Εἴθε ἔναι Οξαποπάς, τόνε κατάλαβε ὁ Μαυροῦτσος, ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτα. Τόνε καβάλησε λοιπό. Στο δρόμο ἐκουρνάρα καὶ τὰ πόδια του κι ἔλεε :

Άλαρος - φάλαρος
τοῦ Μαυροῦτσο ὁ γάϊδαρος.
Αλαρίδα - φαλαρίδα
τοῦ Μαυροῦτσο ἡ ἀρίδα.

Ὁ Ὀξαποπᾶς ὅμως ἄρχισε νὰ θυμώνει : — Αειντε ἀκόμα να ξεκαβαλλήσεις; Γιατί ἤθε νὰ καβαλλήσει ἐκεῖνος τὸ Μαυροῦτσο. Κι ἅμα τόνε καβάλλα θὰ ντὸν ἔπνιγε : — Κουράγιο ζου κι ἐφτάσαμε, τούλεε ὁ Μαυροῦτσος.

Ἤθε νά ντόνε πάει στὸ ἁλώνι του. Γιατὶ στὸ ἁλώνι μέσα οὔτε ὁ Ὀξαποπᾶς, οὔτε ξωτικό πατᾶ. Μόλις τὸν ἔφτασε κοντὰ στὸ ἁλώνι, κατεβαίνει ὁ Μαυρούτσος καὶ πηδά μέσα. Φωνάζει στὶ σκύλες του : Σπίκα, Λίζα καὶ Σαββαϊτιανή! Ἤρθασι οἱ σκύλες. Φουμποῦσι (=χυμοῦν) τὸν Ὀξαποπᾶ.

Ὁ Ὀξαποπᾶς ἐκατάλαβε τὴ γελατζία (=ἀπάτη). Ἐδάγκασε το χέρι του μὲ μανία :

Ἔχ, ρὲ Μαυροῦτσο, ἀφοῦ ἐστάθης ἐξυπνότερος ἀπό μένα, χαλάλι ζου. Κι ἐξεσπίκισε (=ἐξεσπίθισε) χίλιες σπίκες. Κι ἐχάθη.

Μόλις ἔκραξε ὁ κοῦρος τὸ πρωΐ ἐβγῆκε κι ὁ Μαυροῦτσος κι ἐιδιάη σπίτι του. Γιατὶ ἅμα κράξει ὁ κοῦρος (=κόκκορας) χάνονται ὅλα τὰ δαιμόνια κι οἱ βρεκολάκοι καὶ τὰ ξωτικά».

Αὐτὸς εἶναι ὁ πάγκοινος στη Μ. Μάνη θρύλος τοῦ Μαυρούτσου καὶ τοῦ Σατανᾶ. Κι ὄχι ὅπως τὸν ἀναφέρει ὁ ἀείμνηστος Τσουμελέας, ἀπὸ λάθος πληροφορίες. Τὸ ἐπώνυμο Μαυροῦτσος ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα στις Πιόντες δὲν νομίζω ὅτι ἔχει σχέση μὲ τὸν Μαυροδῆ καὶ τὴν πάλη του μὲ τὸ Χάρο. Αὐτὸ εἶναι τελείως ἄλλος θρύλος. Ο Μαυροῦτσος τῆς παράδοσης που προανάφερα εἶναι ἱστορικό πρόσωπο, παρ' ὅλη τὴ θρυλικότητα τοῦ ἐπεισόδιου. Εἶναι ὁ γενάρχης τῶν Μαυρούτσων στις Πιόντες καὶ ἐκεῖ φέρεται ὅτι συνέβη τὸ ἐπεισόδιο. Δεν παραδίδεται ὅτι ἦταν δυνατός κ.λ.π. ὁ Μαυροῦτσος ἐκεῖνος. Αντίθετα, ἂν καὶ ἀσθενικὸς καὶ σχεδόν γέρος, μὲ τὴν ἐξυπνάδα του κατόρθωσε να γελάσει τὸ Σατανᾶ. Αὐτὴ εἶναι ἡ σωστή παράδοση.


* Πιθανὸ ὁ Τσουμελέας νὰ εἶχε στείλει τὸ σωστὸ ὄνομα στους συντάχτες του περιοδικοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ ἀβλεψία ἢ κακὴ ἀνάγνωση του χειρογράφου του, ὁ διορθωτής τὸ υ ἔκαμε κ, ἀφοῦ στὴν καλλιγραφική γραφὴ εἶναι πολὺ ὅμοια γράμματα. Ὅπως καὶ νἄχει ὁ Τσουμελέας ἦταν ἀπὸ τὴν Ἔξω Μάνη, καὶ ἂν ἀκόμα ἀγνοοῦσε τὸ ἀκριβὲς ὄνομα τοῦ ἥρωα του μύθου, εἶναι δικιολογημένος.


Στο παρακάτω link θα βρείτε το κείμενο του Τσουμελέα:

https://piontesmani.blogspot.com/2017/07/blog-post.html

http://repository.kentrolaografias.gr/xmlui/handle/20.500.11853/296546



Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Κείμενο από το βιβλίο «Η Λεβεντογέννα Ένδοξη Μάνη» του Ηλία Ιωαν. Βουγιουκλάκη Σελ. 45-53.

 

Κείμενο από το βιβλίο «Η Λεβεντογέννα Ένδοξη Μάνη» του Ηλία Ιωαν. Βουγιουκλάκη Σελ. 45-53.

 

Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

Τοῦ Ἠλία Ἰωάν. Βουγιουκλάκη

Πολλοί θρύλοι και πολλές εξωτικές ἱστορίες ἔχουν γραφτεῖ γιά τά άοικα και σκιαχτερά μέρη τῆς Μάνης. Θρύλοι γεμάτοι μυστήριο και λεβεντιά, ἱστορίες γεμᾶτες μεγαλοπρέπεια και τραγική συγκίνηση.  ́Ένα κομμάτι ἀπ' αὐτά εἶναι καί ἡ ἱστορία τούτη πού θά σᾶς διηγηθῶ ὅπως ἔχει μείνει από πατέρα σε παιδί κι' ἀπό παιδί σέ 'γγόνι. Συνέβηκε σ' ένα μικρό κι' απόμερο λιμάνι της Μάνης τόν Ἀντρόγιαλο. Τό μέρος τοῦτο εἶναι ἀπό τά πιό άγρια. Μοιάζει με χαράδρα χαμένη στα έγκατα τῆς γῆς καί τριγυρισμένη από παντοῦ μέ ἄγρια βουνά βραχώδικα, σάν δράκοι πού φρουροῦνε τό ἔμπα της.

Σε τούτο λοιπόν τό ἄοικο κι' ἀπόμερο λιμάνι ψάρευε κάποτε ένας ψαράς. Γερακάρη τόν λέγανε. Ψαράς ἀπό τούς καλλίτερους καί πρῶτος στην παλικαριά. Ποτέ δεν γύριζε στο χωριό μέ ἀδειανά τά χέρια. Πάντα έπιανε τά πιό πολλά καί τά πιό διαλεχτά. Μιά μέρα όμως, κακιά τύχη τόν περίμενε. Ψάρευε ἀπό τό πρωί μέχρι το βράδυ κι' όμως δέν εἶχε πιάσει ούτε ένα ψάρι. Τ' αγκίστριά του ολημερίς σκίζανε τό υγρό στοιχειό κουβαλώντας μόνο φαΐ στά ψάρια και γυρίζανε πάντα αδειανά.

Διαβολική ἀτυχία σήμερα, μουρμουρίζει. Ὁ ήλιος ἀρχινά και γέρνει στη δύση του. Οἱ τελευταίες αχτίδες του χρυσίζουνε τη θάλασσα τοῦ Λακωνικού πού φαίνεται σάν ν' άναψε ὁλόκληρη μιά μεγάλη πυρκαγιά και τέλος βυθίζεται στα υγρά παλάτια του. Ἡ φύση άλλαξε όψη καί ὁ Ἀντρόγιαλος ἔγινε πιό άγριος καί πιό φοβερός μές τό αχνό σουρούπωμα. Τούτη τήν ὥρα καί ἡ πιό γερή καρδιά δέν θάντεχε στη μοναξιά του τόπου τούτου. Ὁ Γερακάρης όμως δέν εἶναι ἀπό τούς ἀνθρώπους πού τά βάζουνε εύκολα κάτω τ' ἄρματα.

- Όχι, λέει, δέν θά φύγω μ' ἀδειανά τα χέρια. H θά πιάσω ψάρια ἤ θα κάτσω νά μέ φάει το σκοτάδι τῆς νύχτας. Ὅσο κι' ἂν εἶναι φοβερό τό μέρος δέν τόν τρομάζει. Όσο κι' αν ξέρει πώς στα μέρη τοῦτα τριγυρνούνε Νεράϊδες κι' ένα σωρό δαιμονικά, τό πείσμα τό Μανιάτικο καί ὁ ἐγωϊσμός του τόν δένουνε ἐκεῖ.

Νά όμως, πού ξαφνικά η τύχη τοῦ χαμογελά. Τραβά τ' αγκίστριά του καί μέ ξεστριλωμένα ἀπό τήν έκπληξη μάτια βλέπει πώς εἶναι γεμᾶτα ψάρια. Αναστενάζει μέ ἱκανοποίηση. Τά τριχωτά καί ἡλιοκαμμένα στήθια του φουσκώνουνε ἀπό τό ἀναγάλιασμα. Ξαναρίχνει πολλές φορές τ' αγκίστριά του καί πάντα τά τραβᾶ γεμᾶτα. Δέν χορταίνει να βγάζει. Θέλει νά ἐκδικηθεῖ γιά τήν κοροϊδία πού τοῦ κάνανε όλη μέρα. Καί τό ψάρεμα συνεχίζεται...

Σε μια στιγμή, όμως, κακιά ἰδέα περνᾶ ἀπό το μυαλό του.

- Λές κανένας Διάβολος να παίζει μαζί μου; Ψιθυρίζουνε τ' αλμυρισμένα χείλια του.

Ένα κρύο ρίγος νοιώθει να τρυπά τό κορμί του μέσα στήν ἐρημιά. Αλλά πάλι ὄχι. Δέν θέλει να παραδεχθεί ότι αυτός σκέφτηκε κάτι τέτοιο. Αὐτά τά σκέπτονται μόνο οἱ δειλοί. Ἐνῶ αὐτός...

Ἡ νύχτα έχει προχωρήσει πλέον πολύ. Εἶναι μεσάνυχτα όταν παίρνει τήν ἀπόφαση να φύγει. *Εχει πιάσει τόσα πολλά ψάρια που κι αυτά μέ δυσκολία θά τά κουβαλήσει.

Ανασηκώνεται στο βράχο, τεντώνει το κορμί του και μοιάζει σάν τό Διάβολο μέσα στη μαύρη νύχτα. Μαζεύει τά σύνεργά του, φορτώνεται τά ψάρια του -ψάρια τοῦ Διαβόλου- και φεύγει γιά τό χωριό. Αὔριο πάλι, λέει, καί κάνει ἕνα ἀπειλητικό μορφασμό γυρίζοντας πρός τή μεριά τῆς θάλασσας. Αὔριο θα λογαριαστούμε... Τα βήματά του ἀκούγονται βαρειά και δυνατά μέσα στη νύχτα.

Τά παίρνει ἡ λαγκαδιά κι' ἀντιλαλοῦνε ἀκόμα πιο δυνατά μέσα στις χαράδρες. Καί ὁ Γερακάρης ο ψαράς όλο καί προχωρεῖ γιά τό χωριό. Δέν έχει όμως, απομακρυνθεῖ οὔτε διακόσια βήματα. Ξαφνικά, μέσα στήν ἐρημιά τῆς νύχτας, ἀκούγεται νά τόν καλεί μιά γνώριμη φωνή.

- Κουμπάρε, ἔ, κουμπάρε. Περίμενε νά πᾶμε μαζί στο χωριό.

Ὁ Γερακάρης ἀργοστέκει, τοῦ φαίνεται πώς τόν γελοῦνε τ' αυτιά του. Κουμπάρε; Μά ὁ ἕνας και μοναδικός κουμπάρος του εἶναι πιά πεθαμένος. Βαρέθηκε τόν κόσμο τοῦτο καί πῆγε ἀλλοῦ νά βρεῖ καλλίτερη ζωή, χωρίς δουλειές και βάσανα, χωρίς καϋμούς και ντέρτια... Κρύος ιδρώτας λούζει τό κορμί του. Το μεδούλι πάγωσε καί πάει να σπάσει τα κόκκαλα. Χίλιες σκέψεις περνοῦνε ἀπό τό μυαλό του... Δέν εἶναι δυνατόν... Μπορεῖ καί νά μήν ἄκουσε καλά. Μπορεῖ νά 'ναι καί γέννημα τῆς μοναξιᾶς. Κάνει να ξεκινήσει, ἀλλά ἡ φωνή πάλι τόν ξανακαρφώνει στόν τόπο του.

- Κουμπάρε μή βιάζεσαι, περίμενε, ἔρχομαι... ἔφτασα...

Ὁ Γερακάρης νοιώθει βαρειά τά πόδια του, σά νά τοῦ κρεμάσανε χίλια καντάρια σίδερο. Ἡ καρδιά του κλωτσᾶ δυνατά τό στῆθος. Δίνει κουράγιο όσο μπορεῖ στόν ἑαυτό του και προσπαθεῖ νά τόν κάνει νά βρεῖ τήν δύναμή του.

- Κουράγιο, ψιθυρίζει, δεν ντρέπεσαι Γερακάρη; ἐσύ ὁ ψαράς, ὁ γενναῖος... ὁ παλληκαράς..., ὁ Μανιάτης, ὁ ... να σκιάζεσαι;

Ναί, λέει και χτυπᾶ τό πόδι του δυνατά στό χῶμα πού πατᾶ, δέν σκιάζομαι. Ὅποιος νά'ναι, ζωντανός ἤ πεθαμένος, θα μετρηθώ μαζί του παλληκαρήσια, θα νικήσω, θα...

Γιά μιά στιγμή πάλι τριγυρνά στο μυαλό του το ψάρεμα. Όλη μέρα τίποτα, τό βράδυ... Η σκέψη ἡ κακιά του φέρνει πάλι ανατριχίλα. Τώρα ἀκούγονται πιά καθαρά τά βήματα ἐκείνου πού τοῦ φώναζε. Όπου ναναι κοντοζυγώνει, πλησιάζει, να έφτασε. Ἡ ἀναπνοή του έχει κοπεῖ, τά μάτια του έχουν ξεπεταχτεί και ξεστριλώνουν προσπαθώντας να σκίσουνε τό πηχτό σκοτάδι, τ' αυτιά του εἶναι τεντωμένα. Όλες του οἱ αἰσθήσεις βρίσκονται σε ὑπερένταση και ψάχνουνε γιά τόν ... κουμπάρο που όπου νάναι θά φανεῖ. Ἀξαφνα τά βήματα σταματοῦνε καί ένα χέρι νοιώθει νά τόν χτυπᾶ στήν πλάτη.

Γυρίζει ξαφνιασμένος καί τί νά δεῖ; Ενας άγνωστος καμπούρης με δύο κέρατα στο κεφάλι. Νοιώθει τό αἷμα του να παγώνει και τις τρίχες του να σηκώνονται μιά σπιθαμή. Βρίσκει, όμως, γρήγορα τό θάρρος του και σχεδόν θυμωμένα ρωτᾶ:

- Ποιός εἶσαι; τί θές;

- Ποιός εἶμαι μέ ρωτᾶς; Ἄν θές, ὅμως, να μάθεις, νά στό πῶ. Εἶμαι ἐκεῖνος πού διατάζει ὅλα τά σατανικά. Ἐκεῖνος πού ἔχει χίλιες μορφές και χίλιες φωνές. Τι θέλω; Ὄχι δά και σπουδαῖο πράμα: νά μέ φορτωθείς στην πλάτη σου, μέχρι τό χωριό σου. Αν θα ρωτήσεις το γιατί; σοῦ λέω: ἔτσι μ' ἀρέσει... ἐξ ἄλλου σε πλήρωσα, γι' αὐτό, καλά, σοῦ ἔδωκα τόσα... ψάρια...

Ὁ καμπούρης ξεσπᾶ σε δυνατά χαχανητά, ἐνῶ ὁ Γερακάρης στέκεται σα μαρμαρωμένος. Τώρα πιά του λύνεται τό μυστήριο... Αλλά δέν τά βάζει κάτω. Τό Μανιάτικο κεφάλι δεν προσκυνᾶ εύκολα.

- Ὄχι ἀπαντᾶ, αὐτό δέν γίνεται. Πάρτα πάλι τά ψάρια σου, ἀλλά νά γίνω ἐγώ γάϊδαρος κι' ἐσύ καβαλάρης μή τό περιμένεις. Αὐτό γιά τούς Μανιάτες εἶναι ἡ πιό μεγάλη προσβολή. Τη ζωή μου πάρ τη, τήν τιμή μου ὄχι...

- Ἄκουσε δῶ, λέει ὁ Διάβολος, αὐτό θά γίνει ὁπωσδήποτε, ἐχτός καί ...

- Εκτός καί; ξαναλέει ὁ Γερακάρης, ἐνῶ μιά ἐλπίδα ξεπηδά μέσα ἀπό τά στήθια του.

- Εχτός καί ἀπαντήσεις στο δωδεκάλογο μου. Τότε θά πεῖ ὅτι μέ νίκησες καί εἶσαι ἐξυπνότερος από μένα. Σ' αὐτή τήν περίπτωση θά μέ και βαλικέψεις εσύ. Ἄν, ὅμως δέν ἀπαντήσεις, νικήθηκες καί θά κάνεις αὐτό πού διατάζω. Από μπροστά, ὅμως, σοῦ λέω, ὅτι ὅλο τόν κόσμο γύρισα και ἄνθρωπος δεν βρέθηκε για ν' απαντήσει στο δωδεκάλογο του Διαβόλου.

Ὁ Γερακάρης δεν σκέφτηκε πολύ. Άλλη λύση δέν ὑπάρχει, πρέπει νά δεχθεῖ.

Ὀρθώνεται σαν κυπαρίσσι καί μέ ἀγέρωχο ύφος ἀπαντᾶ:

- Δέχομαι. Εμπρός, ἀρχίνα. Ἴσως ἄλλη φορά νά μή συνάντησες Μανιάτη. Τώρα όμως, θά δεῖς πόσο διαφέρομε ἀπό τούς ἄλλους και πόσο ἔκαμες σφάλμα, πού θές νά μᾶς ντροπιάσεις.

Καί ὁ καμπούρης ἀρχινᾶ, ἐνῶ στά χείλη του διαγράφεται ένα πονηρό χαμόγελο.

Διάβ.: 'Ενας λόγος, τί λόγος εἶναι;

Γερ.: Ενας εἶναι ὁ Θεός.

Διάβ.: Δύο λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Τρεις λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Τέσσερις λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Τεσσεραβύζικο δαμάλι, τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Πέντε λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Πέντε δάχτυλα ἡ χείρα, τέσσερα βυζιά ἡ ἀγελάδα, τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Εξι λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εξι άστρα έχει ἡ πούλια...

Διάβ.: Εφτά λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εφταβάλτινος χορός...

Διάβ.: Οχτώ λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Ὀχταπόδι στο γυαλό...

Διάβ.: 'Εννιά λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εννιαμηνήτικο παιδί...

Διάβ.: Δέκα λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Δεκαβύζικο σκορφάρι...

Διάβ.: 'Εντεκα λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εντεκαμήνικο πουλάρι...

Διάβ.: Δώδεκα λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Δώδεκα μήνες ἔχει ὁ χρόνος, έντεκα μηνῶν πουλάρι, δεκαβύζικο σκορφάρι, εννιαμήνικο παιδί, ὀχταπόδι στο γυαλό, έφταβάλτινος χορός, έξι άστρα ἔχει ἡ πούλια, πέντε δάχτυλα ή χείρα, τέσσερα βυζιά ή γελάδα, τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Ὁ δωδεκάλογος τελείωσε. Ὁ Γερακάρης στυλώνει ὀρθωτά τ' ανάστημά του και καμαρώνει, γιά τήν επιτυχία του καί τήν ἐξυπνάδα του. Ὁ Διάβολος βγάζει φωτιές ἀπό τά μάτια του, το πρόσωπό του κάνει χίλιους σπασμούς κι' ἀλλάζει χίλια χρώματα, απ' τ' ἀναπάντεχο κακό. Η συμφωνία όμως, εἶναι συμφωνία. Στη Μάνη ὁ λόγος εἶναι ἀπαραβίαστος, κι' ὁ Διάβολος τή στιγμή τούτη που πατεῖ στά χώματά της δέν μπορεῖ νά τόν παραβιάσει, όσο κι ἂν εἶναι... Διάβολος. Νικημένος ὑποτάσσεται στο νικητή καί τόν φορτώνεται στην πλάτη. Επῆγε γιά μαλλί κι' ἐβγῆκε κουρεμένος...

Ὁ Γερακάρης όμως, εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος πώς το παιχνίδι του Διαβόλου δέν τελείωσε ἀκόμα. Ξέρει πώς εἶναι πανοῦργος κι' ἀνυπότακτος καί πώς κακά ξεμπλέγματα θά'χει μέ τόν παμπόνηρο... «κουμπάρο του». Γι' αὐτό βάζει σ' ἐνέργεια καί τή δική του πονηριά. Κάνει πώς εἶναι ἀδιάφορος καί τραγουδᾶ ξένοιαστα ένα τραγούδι, χωρίς τέλος... ως τή στιγμή πού φτάνουνε ἀπ ̓ ἔξω ἀπό τό ἁλώνι του. Άξαφνα φωνάζει στο Διάβολο:

- «Κουμπάρε ἄφησέ με στό τειχειό να κατεβῶ ἀπό τήν πλάτη σου, ἀρκετά σέ κούρασα, σειρά μου νά σέ πάρω καί ἐγώ σέ ὅσο δρόμο μᾶς ἀπομένει ἀκόμα.»

Ο Διάβολος δεν καταλαβαίνει τήν πονηριά τοῦ Γερακάρη καί πέφτει στην παγίδα του. Μ' ένα σάλτο βρίσκεται μέσα στη μέση τ' ἁλωνιοῦ. Ἐδῶ πιά εἶναι ἀσφαλισμένος, γιατί τ' ἁλώνι εἶναι ἱερό, εἶναι λειβάδι τοῦ Θεοῦ, κι ὁ Διάβολος νά τό πατήσει δέν μπορεῖ. Φωνάζει το Σαββατιανό, τό σκύλο του καί κεῖνος ὁρμᾶ, γιά νά καταξεσχίσει τόν καμπούρη. Ὁ Διάβολος βρυχομανᾶ, χτυπιέται κατά γῆς κι' ουρλιάζει σαν βρυκόλακας. Ἡ κοροϊδία πού τούγινε εἶναι μεγάλη καί δέν μπορεῖ νά τήν ἀνεχθεῖ αὐτός ὁ παντοδύναμος και πανέξυπνος ἀρχηγός ὅλων τῶν κακῶν καί πονηρῶν πνευμάτων. Ὁ τετραπέρατος ἀρχιδιάβολος να νικηθεῖ καί νά περιμπαιχθεῖ ἀπ' αὐτό τό σκουλήκι τῆς Μάνης; Αυτό πάει πολύ. Θα γίνει περίγελος καί παίγνιο στα μάτια τῶν συντρόφων του. Τώρα τοῦ ξέφυγε, ἀλλά δέν θά τόν συγχωρέσει.

Ουρλιάζει: «θά σέ ἐκδικηθῶ. Ἡ ζωή σου τελείωσε. Μαζί μου δέν μπορεῖς νά παραβγεῖς στή δύναμη καί στήν ἐξυπνάδα».

Στα τελευταία λόγια ὁ Διάβολος δέν ὑπάρχει πιά. Δυνατή βροντή ακούγεται καί μεγάλη ἀστραπή φωτίζει όλα τά γύρω, σά ν' άναψε ὅλος ὁ κόσμος μιά μεγάλη πυρκαγιά. Ὁ Γερακάρης νοιώθει τή γῆ να τρέμει και να φεύγει κάτω ἀπό τά πόδια του. Οἱ πέτρες χτυπιούνται μεταξύ τους και μιά τρομακτική βουή βγαίνει ἀπό τά ἔγκατα τῆς γῆς. Κατόπι όλα χάνονται. Σβήνει τό φῶς ἀπό τά μάτια του και πέφτει λιπόθυμος. Τό άμοιρο τό σῶμα του δέν μπόρεσε ν' αντέξει ἄλλο...

Τα ουρλιαχτά του σκύλου του, ξυπνοῦνε τό χωριό. Τρέχουνε καί τόν κουβαλάνε στα χέρια σαν άψυχο και άζωο κορμί. Τόν ξαπλώνουνε στό χῶμα γιά νά μείνει πιά ἐκεῖ σ' όση ζωή τ' ἀπόμενε ἀκόμα. Ὁ Διάβολος τόν ἐκδικήθηκε. Νίκησε στην εξυπνάδα καί στήν πονηριά, νικήθηκε όμως, στη δύναμη. Ὁ λεβέντης Γερακάρης, τό πρῶτο παλληκάρι του χωριοῦ, ἔγινε ἕνα ἀνθρώπινο ράκος, χωρίς Ζωή και Δύναμη. Παραμιλοῦσε κι' έβλεπε όλο Σατανικά. Τά κακά πνεύματα τοῦ εἶχαν πάρει τό μυαλό. Ἦταν ἀξιολύπητος, ἐλεεινός καί μ' ἀγριεμένη τή θωριά. Δέν έζησε πολύ καιρό. Ὁ «πανθεράπων» θάνατος ήρθε σύντομα νά τοῦ σφαλίσει τά μάτια καί νά τόν ἀπαλλάξει ἀπό τήν εφιαλτική ζωή του. Όλα τα γύρω χωριά παρακολούθησαν τήν κηδεία του μέ συγκίνηση καί δέος καί οἱ μοιρολογίστρες τόν ἀποχαιρέτησαν στο μακρινό ταξίδι του μέ τρανταχτά μοιρολόγια, οἱ δέ άντρες μ' αυτά τα σημαδιακά λόγια: «Στο καλό νά πᾶς καί ἀλαφρά τα χώματά σου, ἄξιο παιδί τῆς εὐάνδρου Μάνης.»

Ἡ περιπέτειά του έμεινε πιά σάν θρῦλος στις ἐπερχόμενες γενεές.

Δεκέμβριος 1962

Λάγια Μάνης

Ἠλίας Ἰωάν. Βουγιουκλάκης

(Φοιτητής)

 

 

Σ.σ. Η ιστορία αυτή αναφέρεται στον Πιοντάτικο Θρύλο του Μαυρούτσου και είναι γνωστή σε όλα τα χωριά της Μέσα Μάνης.

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2025

Εκλογικοί Κατάλογοι Επαρχίας Γυθείου (1867, 1871, 1872, 1874, 1875).

Κεντρική Υπηρεσία Γ.Α.Κ.

Εκλογικά Συλλογής Γιάννη Βλαχογιάννη [1864 - 1925]

Σειρά #001 - Εκλογικοί κατάλογοι [1864 - 1925]

Φάκελος #009 - Εκλογικοί κατάλογοι επαρχίας Γυθείου  [1867, 1871, 1872, 1874, 1875]

Κωδικός αναγνώρισης: GRGSA-CSA_PCVLA.EKL.S01.F000009

Τίτλος: Εκλογικοί κατάλογοι επαρχίας Γυθείου

Χρονολογίες: 1867, 1871, 1872, 1874, 1875

Υποφάκελος 4. Δήμος Λαγείας
























Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

Ο Γδικιωμός στην Μάνη.

Η απουσία κρατικής εξουσίας και γραπτών νόμων στην Μάνη, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία άγραφων νόμων, οι οποίοι διαμόρφωναν την κοινωνική συμπεριφορά των Μανιατών και διευθετούσαν τις τυχόν διαφορές τους.

Οι νόμοι αυτοί επικεντρώνονταν κυρίως στη διαφύλαξη της οικογενειακής τιμής και επιβίωσης των μελών της. Γι’ αυτό ήταν αποδεκτοί από όλους και τυχόν παράβαση αυτών ήταν κοινωνικά μη αποδεκτή πράξη και στιγμάτιζε το οικογενειακό κύρος.

Ο γδικιωμός ή δικιωμός (από το εκ-δικιωμός, γδικιώμαι-εκδικιώμαι) ήταν ο τρόπος ανταπόδοσης του άδικου σε κάποιον. Δεν πρέπει να συγχέεται με τη βεντέτα, η οποία ήταν άγνωστη στη Μάνη. Δεν θεωρούνταν αυτοδικία διότι κατά το γδικιωμό το άτομο δεν απένεμε δίκαιο αυτόβουλα, αλλά έπραττε πειθαρχημένα και βάσει των νόμων και των διαταγών της οικογένειας.

Αναλυτικότερα:

Κάποιος Μανιάτης μπορούσε να παρεξηγηθεί με κάποιον άλλο για έναν συγκεκριμένο λόγο. Τότε ή γινόταν μονομαχία ή καλούνταν ‘’οχτροί’’ .

Σ’ αυτή την περίπτωση συγκαλούνταν οικογενειακό συμβούλιο, η Γεροντική ή γινότανε κοινή Γεροντική και από τις δύο οικογένειες. Η επίλυση του θέματος μπορεί να γινότανε ειρηνικά ή να αποφασιζόταν ότι μόνη λύση είναι η σύγκρουση των οικογενειών. Αν η απόφαση ήταν ο πόλεμος, τότε η έχθρα ανάμεσα στις πατριές γινόταν γνωστή σε όλο το χωριό χτυπώντας τις καμπάνες των εκκλησιών και άλλα ηχηρά αντικείμενα, δηλώνοντας ότι οι τάδε ‘’άνοιξασι όχτρητα’’ με τους τάδε. Με αυτό τον τρόπο οι οικογένειες του χωριού διάλεγαν συμμάχους ενώ οι αδιάφοροι παρέμεναν εκτός των εχθροπραξιών και κρύβονταν ή απομακρύνονταν έως ότου τελειώσει ο πόλεμος. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα κάθε άτομο της μιας οικογένειας είχε το δικαίωμα να σκοτώσει οποιονδήποτε της άλλης.

Ο πυροβολισμός ή η δολοφονία κάποιου πριν από την επίσημη έναρξη των εχθροπραξιών, θεωρούνταν ανεπίτρεπτη και ο δολοφόνος μαζί με την οικογένειά του άνανδροι και τιποτένιοι.

Κυριότεροι στόχοι ήταν τα αρσενικά παιδιά, τα οποία ήταν σε θέση να διαφυλάξουν την ακεραιότητα της οικογένειας κι ακόμα περισσότερο οι καλύτεροι, οι ‘’κάλλιοι’’ της κάθε πατριάς, δηλαδή οι πιο δυνατοί, οι πιο μορφωμένοι και οι πιο ισχυροί.

Τα θηλυκά έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Υπήρχαν φορές όπου οι κοπέλες αν δεν υπήρχαν αρσενικά στην οικογένεια έπαιρναν το νόμο στα χέρια τους για τη δικαίωση του χαμένου πατέρα, αδερφού, γιού.

Αν κάποιος εδικήωνε, έπρεπε να ξαπροσκελίσει το ντουφέκι του ή να κάνει ‘’σταυροποίο’’ (σχήμα σταυρού) στον τόπο όπου έγινε το φονικό, για να μην τον "κυνηγά το αίμα του σκοτωμένου" και σκοτωθεί γρήγορα από τους αντεκδικητές.

Αυτός που σκότωνε στα πλαίσια του δικιωμού , δεν θεωρούνταν εγκληματίας. Ούτε αυτός που ‘’δικηώνει’’. Οι ίδιοι μπορεί να μην ήθελαν να σκοτώσουν, αλλά να εκτελούν τις εντολές της οικογένειας προσπαθώντας να διαφυλάξουν την τιμή της, ωθούμενοι από τους νόμους και τους κανόνες της κοινωνίας.

Ανά περιόδους οι πατριές πραγματοποιούσαν ανακωχή, την λεγόμενη τρέβα. Συνηθέστεροι λόγοι για ανακωχή ήταν οι αγροτικές δουλειές, οι γιορτές (γάμος, βαφτίσια) ή απειλή από κάποιο εξωτερικό εχθρό.

Σκοπός ήταν η πλήρης εκμηδένιση της αντίπαλης πατριάς, ούτως ώστε τα υπολείμματά της να διασκορπιστούν σε άλλες περιοχές και να αποκατασταθεί η ηρεμία στην οικογένεια. Μια οικογένεια μπορούσε να δώσει τέλος στις συγκρούσεις ζητώντας συγνώμη από την άλλη, με καθορισμένο τελετουργικό τρόπο. Αυτός ο συμβιβασμός ήταν το λεγόμενο ψυχικό. Έτσι δηλωνόταν ανοιχτά η ήττα της οικογένειας, κάτι που όμως δεν το προτιμούσαν οι περήφανοι Μανιάτες, διότι το θεωρούσαν πλήγμα για την τιμή τους.

Εκείνο που ίσχυε παρά μόνο για τη μανιάτικη βεντέτα είναι το λεγόμενο «ψυχικό», η μεγαλειώδης πράξη που έκανε τους άσπονδους εχθρούς, εγκάρδιους φίλους (ψυχαδερφούς) και έτσι έληγε μια βεντέτα.

Στη Μάνη ο κώδικας της χωσιάς επέτρεπε μια προσωρινή διακοπή, τη λεγόμενη «τρέβα» (με διάφορους όρους αντουφέκιστη, ατσαχάλευτη, μερική κ.τ.λ.) η παραβίαση της οποίας ήταν σπάνια και εθεωρείτο μεγάλη μπαμπεσιά.. Αυτή συνέβαινε την εποχή του οργώματος, της σποράς, του θερισμού, του αλωνίσματος ή της συλλογής των ελιών. Τα αντιμαχόμενα μέρη δούλευαν τότε στα χωράφια τους με νεκρική σιγή και εφοδίαζαν του πύργους τους με τρόφιμα και άλλου είδους προμήθειες. Η πιο μακρόχρονη ανακωχή ήταν αυτή που ζήτησε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης. Οι βεντέτες τελείωναν με την παρέμβαση ατόμων αδιαμφισβήτητου κύρους, συνήθως μεγάλων ηλικιών. Πολλές φορές η παρέμβασή τους οδήγουσε σε κάποιους γάμους μελών των αντιμαχόμενων πλευρών. Η διαμεσολάβηση δεν πετύχαινε πάντα. Τότε τα υπολείμματα της ηττημένης οικογένειας σκορπίζονταν σε άλλα χωριά, αφήνοντας τους πύργους και τα χωράφια στον νικητή. Μπορούσε, βέβαια, αν ήθελε, να μείνει στο χωριό με την προϋπόθεση να ζητούσε συγγνώμη από την νικήτρια οικογένεια.

Υπήρχαν περιπτώσεις όπου και οι δύο μεριές προχωρούσαν σε συμβιβασμό επί ίσοις όροις, στην λεγόμενη ψυχαδερφοσύνη. Εκεί εκπρόσωποι και των δύο πατριών έδιναν τα χέρια και τελείωναν τις όποιες διαφορές μεταξύ τους.

Σήμερα στη Μάνη δεν υπάρχουν γδικιωμοί ή σκοτωμοί κτλ. . Υπάρχουν όμως έχθρες μεταξύ οικογενειών που κρατάνε από παλιότερα [( αν και δεν "δείχνονται" δημοσίως [((αλλά μόνο σε "παρεούλες" και "κλίκες"), οι πράξεις τους και το στόμα τους με τη πρώτη ευκαιρία στάζει φαρμάκι και ψέμα, βάζοντας λόγια ακόμα και σε μέλη των ιδίων των οικογενειών που οι πατεράδες και οι παππούδες τους είχαν έντονες διαφορές)] αλλά και μεταξύ κυρίως των ιδίων των μελών με τα χρόνια μιας οικογένειας λόγω διαφωνιών σε κληρονομικά δικαιώματα από γονείς σε παιδιά, ξαδέρφια και εγγόνια στο μοίρασμα περιουσιών και αυτός είναι ο λόγος που πολλές περιουσίες καταπατήθηκαν από δευτέρου και τρίτου βαθμού συγγενείς και όχι μόνο (π.χ. μπαρμπάδες σε ανιψιούς δηλαδή ακόμα και το ίδιο αίμα του) και ερημώθηκαν και εγκαταλήφθηκαν χωριά και πυργόσπιτα κυρίως στη Μέσα Μάνη. "Καλοθελητές" υπήρχαν και υπάρχουν λοιπόν πολλοί και "σήμερα" ακόμα και στις ίδιες μέσα τις τότε μονιασμένες φαμίλιες.

Η τελευταία μεγάλη Βεντέτα ή Γδικιωμός όπως λέγεται σωστότερα, έγινε το 1871 μεταξύ των Καουριάνων και των Κουριάνων (αρχηγός τους ο Καουριάνος Κούρος-Μαυρομιχάλης). Ήταν τόσο μεγάλη η βεντέτα που γενικεύτηκε σε όλη την Δυτική (Αποσκιερή) Μάνη, ώστε για να επέλθει η τάξη, χρειάστηκε η παρέμβαση του στρατού με πυροβολικό επί Πρωθυπουργίας του Μανιάτη Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Ένας στίχος μάλλον μοιρολογιού που συνήθιζε να λέει η Καβουρίτσα στην Κίττα, η Πηνελόπη Καβούρη απόγονος των Καουριάνων ήταν: "Η Κίττα η πολυπυργού κι η Νόμια παρόμοια αυτές οι δύο σέρνουσι όλη την πουτανία".

Πηγές:

Κυριάκος Δ. Κάσσης - Λαογραφία Της Μέσα Μάνης

Ελευθέριος Π. Αλεξάκης - Τα γένη και η οικογένεια στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2022

Μερικές πληροφορίες για τις Πιόντες και την ευρύτερη περιοχή από το βιβλίο "Η Αληθινή Απόκρυφη και «Αμάρτυρη» Ιστορία της Αρχέγονης Ελλάδας ιδίως της Μάνης και ιδιαίτερα του Ταινάρου" του Κυριάκου Δ. Κάσση.

Κυριάκος Δ. Κάσσης – Η Αληθινή Απόκρυφη και «Αμάρτυρη» Ιστορία της Αρχέγονης Ελλάδας ιδίως της Μάνης και ιδιαίτερα του Ταινάρου

 

Μερικές πληροφορίες για τις Πιόντες και την ευρύτερη περιοχή

 

Σελίδες 38-39 :  Τα τελευταία «άβατα» του Ταινάρου

«4. Αντρόγιαλος (Αντρό-γιαλος = Αιγιαλός με «άντρον»), που ανήκει στην οικογένεια Μαυρούτσος (την παλαιότερη στο χωρίο Πιόντες), και είναι απάτητο από στεριάς και (ακόμα) «άοικο» (= αγριότοπος), παρά την ομορφιά του. Για τους θρύλους γύρω από τον Αντρόγιαλο βλ. του ιδίου «Σάτιρες της Μάνης». Από τον Αντρόγιαλο ονομάστηκε (επί Καποδίστρια) στην πρώτη Αυτοδιοικητική Διαίρεση της χώρας, ο (χωριστός από τον Δήμο της Λάγιας) Δήμος που περιελάμβανε και τα Ακροταινάρια χωριά (Κορογονιάνικα, Καινούργια Χώρα, Πάλυρος) εκτός από και τις Πιόντες που ήταν η έδρα του Δήμου εκείνου. Ο Δήμος υπήρξε 3-4 χρόνια (1828-1831). Μετά ενσωματώθηκε όλος ο χώρος του στον Δήμο Λάγιας που ανήκουν και σήμερα. Για «ευπρεπισμό» κάποιος μεγαλομανής άλλαξε το όνομα από «Αντρόγιαλος» σε «Ακρογιάλι». Βρίσκεται ένα μίλι βόρεια του στομίου του Πόρτο Κάγιου Ψομαθιά. Το μικρό «άντρον» είναι στο βόρειο άκρο της αμμουδιάς. Εκεί εκτυλίσσεται η σκηνή με τον Περσέα και τις Νηρηίδες στο βιβλίο μου «Ελληνοβίβλος».

5. Ανάμεσα στον Αντρόγιαλο και Ψωμαθιά – Πόρτο Κάγιο παρεμβάλλονται δύο μικρά «αυλάκια» (ορμίσκοι χωρίς αμμουδιά) που οι πλευρές τους και μέσα και έξω από την θάλασσα είναι πολύ κρημνώδεις: Τα δύο «(Ι)βγιάτικα». Το «Μικρό ‘Βγιάτικο», νότια και κοντά στο στόμιο του Πορτοκαγίου – Ψομαθιά, και το «Μεγάλο ‘Βγιάτικο», βορειότερα, προς τον Αντρόγιαλο. Το όνομα τους: από το « Ίβις» = όρνεο, γιατί εκεί, στους γκρεμούς, είχε φωλιές από όρνεα ((αφρικάνικους γύπες, αετούς κλπ.) που εξόντωσαν οι…. οικολόγοι κυνηγοί). Έχω πάμπολλες φορές καταδυθεί σ’ εκείνα τα νερά από νεαρότατος. Του Μεγάλου ‘Βγιάτικου η ρηχή αγκάλη είναι λίγο μεγαλύτερη. Και τα δύο είναι προς τα Κορογονιάνικα, παρά προς τις Πιόντες και Άμπελο. Για να κατέβουν τα τσοπανόπουλα από στερηάς μέχρι και αρχές του 20ου αιώνα έκαναν το εξής: Στέκονταν απάνω στο χείλος του Γκρεμού (= «Αγκρεμούλακας» λέγεται), έβαζαν στα σκέλια τους ένα μεγάλο θάμνο «ξεστριλλό» (= με σκληρά «ομπρελλωτά» κλαδιά) είτε σκληρή φάννα (κακ/τσιόφαννα, βραστόφαννα, φλώμπο, σκοίνο ή πουρνάρι ή φρύγανο) και έκαμαν τσουλήθρα καβάλλα σε αυτό κάτω από τα σκέλια τους και ώσπου να «τριφτεί» είχαν φτάσει κάτω. Η ανάβαση ήταν κάπως πιο εύκολη για τα ριψοκίνδυνα αυτά πλάσματα από την κατάβαση, που ήταν θανατερά επικίνδυνη. Μια φορά που το έκανα, το διαπίστωσα: Λίγο αν παρεκκλίνεις, γκρεμίστηκες στον απότομο γκρεμό. Εκεί υπήρχαν και τα τελευταία (ντόπια) αγριοκάτσικα στου γκρεμούς αυτούς (που τα βλέπαμε από την θάλασσα περισσότερο) και τα σκότωσαν τη δεκαετία 1970-80, από βάρκα, κυρίως ο ντόπιος κυνηγός, μακαρίτης τώρα Δημ. Ι. Λιακάκης (παρατσούκλι: «Μπαλάσκας», από τα Κορογονιάνικα,1928-1982)».

Σελίδα 105: Γίνεται αναφορά στις τοποθεσίες « Πόρτα του Νικόλακου (και Καμπή της Πετάλας) Χεληδώνι, Άγιο Ισίδωρο, Ομαλή, Κολομάχαιρο, Φτερνάκι, Πάνω και Κάτω Όρος, Αμαξικό, Λήμνος, Αρανιές, Κάμπος65, Τυροχώραφο».

Σημειώσεις 65: Ο «Κάμπος» μεταξύ Κορογονιάνικων – Καινούργιας Χώρας, Β. του Πόρτο Κάγιου. Λέγεται και «Κάμπος της Βασίλειας».

Σελίδες 112-113: Αναφορές σε τοπωνύμια: «Γιαυτό έκαμαν ανατολικώτερα το εκλησάκι του Αγ. Ηλία στον Αμαξικό ή αμαξητό101: Τυροχώραφο102, Φτερνάκι103, Πάνω Όρο(ς)104, Κατώρο(ς)105, (Μ)πάρδο106, Αρανιές107, Κάμπος108 με πύργους και παρατηρητήρια που είχαν».

Σημειώσεις:

101 Τοπωνύμιο ΝΔ. πάνω από τη σημερινή Λάγια.

102 Τοπωνύμιο πάνω από τη σημερινή Λάγια.

103 Τοπωνύμιο ΒΔ από τη σημερινή Λάγια.

104 Τοπωνύμιο Β. γύρω από τη σημερινή Λάγια.

105 Τοπωνύμιο Β. γύρω από τη σημερινή Λάγια.

106 Τοπωνύμιο Δ. από τη σημερινή Λάγια. Παληά εκεί είχε «πάρδους» και «ρίτσους» (αιλουροειδή, είδη του λύγκα και του αγριόγατου).

107 Τοπωνύμιο Β. του Πορτοκάγιου.

108. Τοπωνύμιο Β. του Πορτοκάγιου, μεταξύ των χωριών Κορογονιάνικα κα Καινούργια Χώρα.

Σελίδα 119: «Ληαρητά153»

Σημείωση 153. – Λεπτές, σκληρές φωνές, στριγγλιές. Πρβλ. τη λίγο πιο γενική λέξη της Μάνης και με έννοια λιγότερο «σκληρή» που είναι «λυρισμός» = μουρμουρητό μακρινό αλλά δυνατό. Πρβλ. επώνυμα Λύρης (στις Πιόντες) και Λυράκος (στους Μπουλαριούς - Γερολιμένα) οικογένειες άσχετες μεταξύ τους (η πρώτη πολύ παλαιότερη ντόπια).

Σελίδες 134-135: «Σε λίγο καιρό περνώντας πολεμικά πλοία το Λακωνικό κόλπο ανοιχτά, εθορυβήθησαν . Και το πρωί δύο άνδρες με βάρκα ευρέθησαν με μερικά όπλα στην ανατοληκήν (Προσηλιακή) πλευρά του λακωνικού κόλπου, αραγμένοι. Είρθαν με τους Γέρωντες σε επαφή και τους ειδοποίησαν ότι: Οι Τούρκοι ετοιμάζωνται να κάμουν απόβασι στην Μάνη. Είναι κι αυτοί Έλληνες υπηρετούντες ο ένας σε ρωσικό πολεμικό και ο άλλος σε Γαλικό, φίλοι…. (και) οι δύο αξιωματικοί…. Αποφάσησαν να τους ειδοποιήσουν περί του κινδύνου. Και έστειλαν από έναν ο καθένας στρατιώτη, αλλά με πολιτικά, να τους το πουν. Και εδήλωσαν ότι: Επιθυμούν να πολεμήσουν κι αυτοί. Τους εδέχθησαν. Παρέμειναν ο ένας στης Αρανιές225 και ο άλλος στο(ν) Κάμπο226. Τον ένα ονόμασαν «Ρώσο» και τον άλλο «Γάλο». Αυτά τα ονόματα τους έδωσαν. Με τον μετέπειτα ξακληρισμό της (Σελ. δ) Μέσα Μάνης εγλύτωσαν και οι δύο. Και είναι κάτοικοι της Μέσα Μάνης. Έκαμαν οικογένειες. Και ο ένας εκ των απογόνων, ο Ρώσος, είχε μελήσια και ίσως το επίθετον να έχει γίνει «Ρουσάκος». Και κατοικεί στην περιοχή Λάγειας – Πιόντες ή Δημαρήστικα227.  Ο άλλος, ο Γάλος, νομίζω ότι εγγατεστάθη στο νέο χωρίο Κενούργια Χώρα228 και ονομάσθησαν οι απόγωνοί το «Γαλάκος»229. Δεν έχω ασχοληθή, αλλά γράφω, όπως εγράφωντο ή ελέγωντο (γιατί από ποιον προήρχωντο δεν θυμούμε) στης ρούγες του χωριού μου, στο Δύπορον, που δεν μπήκε νέος κάτοικος (και λόγω αυτού) να αλάξουν, αλοιωθούν τα ενδιαφέρωντά τους και οι παραδώσεις που εσυντηρούσαν από γενηά σε γενηά να μεταδίδωνται στης άλλες. Αυτό έγινε γύρο στα 1700 μπροστά ή πίσω».

Σημειώσεις:

227 Χωριό της Ανατολικής Μέσα Μάνης στον περίγυρο της Λάγειας.

228 Χωριό της Ανατολικής Μέσα Μάνης στον νότιο περίγυρο της Λάγειας, Β. του Πορτοκάγιου.

229 ο Γαλλάκος μένει στην Λάγεια. Είχε μείνει τον 19ο αι. μόνο ο Νικολός Γαλλάκος (1810-1900) στη Λάγεια, χωρίς αγόρι αρχικά με την πρώτη γυναίκα. Μόνο με κόρες παντρεμένες. Η γυναίκα του τον «πάντρεψε» με δεύτερη γυναίκα, τη νεαρή Μαρία Κασίμη, σαν σύγγρηα, αδερφή της προγιαγιάς του γράφοντος. Αυτή συμπτωματικά του έκανε πέντε γιους στη σειρά και έτσι υπάρχουν οι Γαλλιάνοι. Τελευταίος ο Γιώργος ή «Γορίλλας» (1895-1981) που έχω μαγνητοφωνήσει. Βλ. και βιβλία μου «Μοιρολόγια Μέσα Μάνης», Β’ Τόμος, σελ. 31 και άλλα βιβλία μου.

Σελίδα 145: «Σε λίγο φθάνουν πέντε καΐκια πειρατικά μανιάτικα και φέρνουν όπλα, πυρομαχικά. Και ξεφωρτώνωνται νύχτα επί του λακωνικού κόλπου, προσηλιακά270. Και αμέσως προοθούνται για το Βουνί, μπροστινό και πήσω Βουνί, που τα πολλά διανέμωνται σε όλους. Λεγόταν ότι στο βουνό Οδηγός υπάρχει σπηλιά μεγάλη (με) μικρή είσοδο και χαμηλή, που φράζεται και καμουφλάρεται εύκολα (τώρα, σε μας είναι άγνωστο πού βρήσκεται), με υψηλή οροφή, που φύλακές της ήτο άνδρες και του Νικόλακου και του Σαγγιά272».

Σημειώσεις:

270 Ανατολικά εννοεί σε απόμερους όρμους όπως: Κυπριανός, Άμπελο, Αντρόγιαλος στη ΝΑ Μάνη και το Ακροταίναρο.

272 Του Βόρειου (Σαγγιά) και Νότιου (Νικόλακου) ορεινού όγκου της Μέσα Μάνης.

 

Σελίδες 152-153: «Εκείνοι που έμειναν άφησαν το σαμάρι του Νότιου Ταϋγετου και τις παληές εκλησιές τους. Και έκαμαν τα σπίτια τους ανατολικά και μακριά από τη θάλασα, αδιαφορώντας αν το χωριό φαίνεται από ‘κεί: Λάγεια327, Κορογωνιάνικα, Κενούργια Χώρα, Δημαρήστικα και Πιόντες, στην περιοχή του νέου χωρίου Λάγεια, που είναι το επίκεντρο όλων. Έμειναν και οι δύο ναύτες του ρωσικού και γαλικού στόλου που ήτο Ελληνόπουλα. Και γλίτωσαν και οι δύο από την μάχη στο μονοπέρασμα των Τούρκων. Που τους είχαν δώσει από τότε που είρθαν σαν αγγελιαφόροι τα επίθετα ονόματα Γάλος και Ρώσος, μα, σαν γενήθησαν παιδιά τους, εμεγάλωσε και το όνομά τους. Ο ένας ονομάζεται «Γαλάκος» και εκατοίκει στο χωρίο Κενούργια Χώρα, ο δε άλλος επροστέθει μια συλλαβή ακόμη και λέγεται «Ρουσάκος» και κατοικούσε ή στο χωρίο Πιόντες ή στα Δημαρήστικα…. Παληά το Δϋπορον και οι κάτοικοι της περιοχής Όρους που λέγεται η φαρδειά ρεματιά ήτο ανάκατα τους θερηνούς μήνες334. Αυτοί ως επί το πολύ είναι τώρα οι παληοί κάτοικοι της Λάγειας, Δημαρήστηκα, Πιόντες.  

Σημειώσεις:

327 Χωριά της Προσηλιακής Μέσα Μάνης (Ανατ.). Όλα συνοικίσθηκαν και έγιναν μεγαλύτερα μετά το 1620. Πριν οι εναπομείναντες παμπάλαιοι κάτοικοι είχαν μείνει λίγοι. Κυρίως η Λάγεια (Λάϊα, απ’ τον Λα), πρώτα ήταν και στον εγκαταλελειμμένο οικισμό «Κάτου Λάι’», μεταξύ σημερινής Λάγειας Κορογονιάνικων, στον Κάμπο της Βασίλειας. Εκεί μία πατριά (των Πηλοκωτσιάνων της Λάγειας-Πορτοκάγιου) έμειναν ως το 1828.

334 Όλοι οι κτηνοτρόφοι της Ν. Μέσα Μάνης συναγελάζονταν στις καλύβες πάνω στο Όρος, ειρηνικά βόσκοντας το καλοκαίρι τα ζώα τους.

Σελίδα 161: «Το νοτιώτερο δυτικό373 μέρος από εδώ έως το ακρωτήριον Ταίναρον παληά ήτο ακατοίκητο, από τον φόβον. Σε όλα τα λιμανάκια, ανάλογα με τον καιρό, ευρίσκωντο κουρσάροι και καΐκια και παρακολουθούσαν το πέλαγος: πότε θα φανεί εμπορικό πλοίο, να του επιτεθούν, να το κουρσέψουν. Τώρα στο μοναδικό δυτικό μέρος που έχει άμμο σε λίγη έκταση εκεί (που σχηματίζεται από την στερηά του Ταινάρου και την συνέχεια δυτική ρεματιά το μέρος κολφώνει και δημιουργεί το λιμανάκι) κοντά στον αγγώνα στους Σκίνους, που (αν βρισκώμαστε πάνω στην ανατολική κορυφή) την ονομάζουν Πλατυάμο έγινε χωριό με μιάς οικογένειας ανθρώπους375, και ονομάζεται Μαρμάρι».

Σημειώσεις:

373 Εννοεί την περιοχή του σημερινού Μαρμαριού. Μόνο το 1818 έφτιαξε ο Στραβογιάννης Κάσις ένα γαλάρι στο λαγκάδι στα ΒΑ. του Μαρμαριού, 300 μ., που δεν φαίνεται από τη θάλασσα, και πηγάδι. Και τα δύο ιδιοκτησία μου σήμερα.

375 Εννοεί τους Κασίμης από τη Λάγεια που ήρθαν το 1826. Οι λοιποί ήρθαν: ο Κωστάκης μετά το 1900 και άλλοι σώγαμπροι Μανιάτες ή όχι μετά το 1960.

https://piontesmani.files.wordpress.com/2023/03/ΚΥΡΙΑΚΟΣ Δ. ΚΑΣΣΗΣ – Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΠΟΚΡΥΦΗ ΚΑΙ «ΑΜΑΡΤΥΡΗ» ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΕΓΟΝΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΙΔΙΩΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΤΟΥ ΤΑΙΝΑΡΟΥ.docx

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2022

Πληροφορίες για Πιόντες: Κώστας Κόμης, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης 15ος – 19ος αιώνας

Πληροφορίες για τις Πιόντες από το βιβλίο Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης 15ος - 19ος αιώνας, του Κώστα Κόμη.


👌👌👌👌👌👌👌


Κάντε κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο :



👇👇👇👇👇👇👇👇👇👇👇👇👇👇👇👇👇👇


https://piontesmani.files.wordpress.com/2022/11/ce9acea9cea3cea4ce91cea3-ce9ace9fce9cce97cea3-cea0ce9bce97ce98cea5cea3ce9cce9fcea3-ce9ace91ce99-ce9fce99ce9ace99cea3ce9cce9fce99-cea4ce97cea3-ce9cce91ce9dce97cea3-15cebfcf82-e28093-19ceb.pdf

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022

Η Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη Μας

 Εδώ μπορείτε να βρείτε πληροφορίες για την Μάνη και κάποια ψηφιοποιημένα βιβλία που διακινούνται ελεύθερα στο Διαδίκτυο :

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021

Ο Θεσμός της Σύγκριας στη Μάνη.

 Ο Θεσμός της Σύγκριας στη Μάνη




Από το βιβλίο του Απόστολου Β. Δασκαλάκη «Ο Θεσμός της Συγκρίας εις την Μάνην», Αθήναι 1974.
Ένα από τα πιο περίεργα, αλλά με μεγάλο νομικό και κοινωνικό ενδιαφέρον έθιμο στη Μάνη, που διατηρήθηκε για πολλούς αιώνες μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, είναι ο θεσμός της λεγόμενης «σύγκριας».
Σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας συναντούμε τη λέξη «σύγκρια», με διαφορετική όμως σημασία. Έτσι σε νησιά «σύγκρια» αποκαλείται η μοιχευομένη σύζυγος και ο σύζυγος ειρωνικά «σύγκριος», ενώ αλλού «σύγκριες» αποκαλούνται οι συννυφάδες.
Στη Μάνη βρίσκουμε δύο περιπτώσεις. Η μια αναφέρει ότι η δεύτερη σύζυγος ενός Μανιάτη έλεγε «σύγκρια» την νεκρή πρώτη γυναίκα του συζύγου της. Είναι περίεργο ότι ενώ οι συννυφάδες, ακόμα και σήμερα, συνήθως δεν έχουν καλές σχέσεις, η δεύτερη σύζυγος του Μανιάτη, κατά κανόνα σεβόταν τη μνήμη της πρώτης και ανέπτυσσε ιδιαίτερους δεσμούς, τόσο με την οικογένεια της νεκρής, όσο και με τα παιδιά της.
Η άλλη όμως περίπτωση της «σύγκριας»1 είναι τελείως διαφορετική και αποτελεί παλαιό έθιμο, του οποίου η αρχή χάνεται στα βάθη των αιώνων. Μανιάτης νέος ευπόρου, αριστοκρατικής και ισχυρής οικογένειας, από τη τάξη των Νικλιάνων2, εάν δεν αποκτούσε παιδιά ή αποκτούσε μόνο κορίτσια, είχε το δικαίωμα να εγκαταστήσει στη κατοικία του άλλη γυναίκα σαν δεύτερη σύζυγο. Αυτή είναι η «σύγκρια» του Μανιάτικου εθιμικού θεσμού. Βέβαια κανείς κατ’ έθιμο κανόνας δεν απαγόρευε σε οποιονδήποτε άτεκνο Μανιάτη ή χωρίς αρσενικά παιδιά να εγκαταστήσει στο σπίτι του σαν δεύτερη σύζυγο μια σύγκρια.
Στη πραγματικότητα όμως η πρακτική εφαρμογή περιοριζόταν στην τάξη των Νικλιάνων, οι οποίοι είχαν σχετική οικονομική άνεση και σπάνια εμφανιζόταν περίπτωση από Μανιάτη φαμέγιο3 και σε αυτή τη περίπτωση θα επρόκειτο μάλλον για πρόσχημα προς μοιχεία. Αυτό οφειλόταν σε δύο λόγους. Πρώτο γιατί στη κοινωνική τάξη των Νικλιάνων, είχε μεγάλη σημασία κατά τα πατροπαράδοτα έθιμα και κατά τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες διαβίωσης των Μανιατών, η δύναμη και η πολιτική υπεροχή κάθε οικογένειας εξαρτιόταν από τον αριθμό των αρσενικών παιδιών και η εξάντλησή τους σήμαινε «ξεκλήρισμα» της πατριάς4, ρίχνοντας αυτή στην αφάνεια5. Αντίθετα για τους φαμέγιους δεν είχε μεγάλη πολιτική σημασία η απόκτηση πολλών αρσενικών παιδιών και δεν το επεδίωκαν αφού παράλληλα δημιουργούντο προβλήματα διανομής της μικρής πατρικής περιουσίας.
Αλλά δεύτερος και σπουδαιότερος λόγος, ήταν το γεγονός ότι η νεαρή γυναίκα που θα δεχόταν να γίνει σύγκρια, θέση πάντως υποτιμητική, ανήκε συνήθως σε οικογένεια φαμέγιων και απέβλεπε στην είσοδό της σε οικογένεια πλούσια και ισχυρή, της οποίας οι συνεχιστές θα ήταν παιδιά της.
Το μεγαλύτερο μέρος περιπτώσεων σύγκριας αναφέρεται σε αποδεδειγμένη για μεγάλο χρονικό διάστημα στειρότητα της πρώτης συζύγου, ενώ οι περιπτώσεις υπάρξεως μόνο κοριτσιών, είναι πολύ λιγότερες.
Για να γίνει κατανοητό το Μανιάτικο έθιμο της σύγκριας, το οποίο έρχεται σε αντίθεση τόσο με τις Ελληνικές παραδόσεις, όσο και με τα Χριστιανικά αισθήματα των Μανιατών, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι γεωγραφικές, ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού.
Οι συνθήκες αυτές διαμόρφωσαν μια κατ’ εξοχή πολεμική κοινωνία, ιεραρχικά συγκροτημένη που βρισκόταν συνέχεια με το όπλο στο χέρι για τη προάσπιση της ελευθερίας της. Μια τέτοια πολεμική κοινωνία που ζούσε σε συνεχή επαγρύπνηση, σε κατοικίες με πολεμίστρες ή και σε κρησφύγετα στις απρόσιτες βουνοκορφές του Ταϋγέτου, χωρίς κρατική οργάνωση ή εξουσία, ήταν φυσικό να αναπτύξει δικά της ήθη και έθιμα που καθιερώθηκαν ως άγραφοι νόμοι.
Έτσι καθιερώθηκε στη Μάνη η υπεροχή των ανδρών έναντι των γυναικών. Οι γυναίκες ασχολούντο με τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των παιδιών, καθώς και με τη καλλιέργεια των κτημάτων ή τη περισυλλογή καρπών. Οι άνδρες αναλάμβαναν τις βαρύτερες βιοποριστικές εργασίες, αλλά προπάντων με το όπλο στο χέρι υπερασπίζονταν τη γη τους, τη τιμή της πατριάς και την ελευθερία τους. Υπήρχαν βέβαια περιπτώσεις που και οι γυναίκες ανέλαβαν πολεμική δράση, όπως στο Διρό και στο Πολυάραβο ή ακόμα και σε οικογενειακές διαμάχες κατά τις οποίες γυναίκες πυροβολούσαν από το πύργο ή έριχναν πέτρες και καυτό λάδι κατά των επιδρομέων. Αναφέρονται ακόμα περιπτώσεις γυναικών που με χωσία σκότωσαν με βάση το έθιμο του γδικιωμού, όταν δεν υπήρχε σύζυγος ή ενήλικος γιος για την αποκατάσταση της οικογενειακής τιμής.
Στη Μάνη η προστασία των γυναικών θεωρείτο ιερό καθήκον από τους άνδρες. Η μητέρα και η σύζυγος «έχαιρον απαραγράπτων δικαιωμάτων εντός του οίκου των». Το πρώτο μέλημα γονέων και αδελφών ήταν να παντρέψουν τις αδελφές τους, υπήρχαν δε περιπτώσεις αδελφών που έμειναν άγαμοι γιατί δεν κατόρθωσαν να παντρέψουν τις αδελφές τους.
Έγγραφα εκ Δυτικής Μάνης Σταύρου Χ. Σκοπετέα
Άλλη ένδειξη διαχωρισμού της πολιτικής, κοινωνικής και οικογενειακής θέσης γυναικών και ανδρών στη Μάνη, ήταν η συνήθεια ως άγραφος νόμος, όπως ο πατέρας ή τα αδέλφια να μην δίνουν σε καμία περίπτωση στη κόρη ή την αδελφή ως προίκα τη κατοικία της οικογένειας ή του οικογενειακού πύργου. Αυτόν σε περίπτωση που δεν υπήρχε αγόρι στην οικογένεια ελάμβανε ο πλησιέστερος εξ αίματος συγγενής και ποτέ ο γαμπρός, παρ’ όλο που μετά το 1821 ίσχυε το αστικό κληρονομικό δίκαιο. Ούτε τολμούσε η κόρη ή ο γαμπρός να καταφύγει στα δικαστήρια, γιατί όλοι οι άνδρες της πατριάς, των οποίων τα σπίτια βρίσκονταν στην ίδια περιοχή θα έδιωχναν τον «εισβολέα» βίαια με κίνδυνο αιματοχυσίας. Αναφέρεται δε περίπτωση γαμπρού που διεκδίκησε οικογενειακό πύργο και εφονεύθη. Το έθιμο αυτό είχε ως στόχο να παραμείνει «ο μαχαλάς» στη πατριά χωρίς την εγκατάσταση «ξένων» γιατί σε περίπτωση οικογενειακών συγκρούσεων υπήρχε μεγάλος κίνδυνος αφού δεν θα υπήρχα ομοιογένεια στη πατριά. Αν και μετά το 1950 ο πληθυσμός της Μάνης αραίωσε λόγω της εσωτερικής ή εξωτερικής μετανάστευσης, ο πύργος εξακολούθησε να μην δίδεται σε κορίτσια ως προίκα.
Η κοινωνική αυτή διαβίωση και οι άγραφοι νόμοι που καθιερώθηκαν επέβαλαν την πρωταρχική και δεσπόζουσα θέση του άνδρα στην οικογένεια και στη κοινωνία. Από μικρό παιδί ο Μανιάτης γυμναζόταν και εκπαιδευόταν στα όπλα, τα οποία συνήθως έπαιρνε οριστικά στην ηλικία των δεκατριών ετών και συμμετείχε στις πολεμικές συγκρούσεις ή στις οικογενειακές διαμάχες. Στη γλώσσα των Μανιατών η δυνατή οικογένεια ήταν αυτή που είχε πολλά «ντουφέκια» και έλεγαν για κάποια οικογένεια «πόσα ντουφέκια έχει» εννοώντας τους άνδρες της οικογένειας.
Έτσι η απόκτηση πολλών αρσενικών παιδιών, τα οποία θα ακολουθούσαν την ίδια τακτική μπορούσε να οδηγήσει μια πατριά που δεν ανήκε στους Νικλιάνους, σε ηγετική θέση στη Μάνη. Παράδειγμα οι δύο γνωστές οικογένειες των Γρηγοράκηδων στην Ανατολική Μάνη και των Μαυρομιχαλαίων στη Δυτική, οι οποίοι κατά τον 18ο αιώνα πολλαπλασθιάσθηκαν σε σημείο που αριθμούσαν δεκάδες «ντουφέκια» και κυριάρχησαν στη Μάνη. Έτσι από τους Γρηγοράκηδες υπήρξαν τρεις Μπέηδες από τους οκτώ, ενώ από τους Μαυρομιχαλαίους ο τελευταίος Μπέης, ο γνωστός Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και οι 48 νεκροί που έπεσαν για την ελευθερία στους μετέπειτα αγώνες.
Η σημασία για κάθε οικογένεια ή πατριά απόκτησης αρσενικών απογόνων έλαβε τέτοια έκταση ώστε η γέννηση κοριτσιού να θεωρείται κατάρα και οικογενειακή συμφορά.
Έπρεπε λοιπόν ο Μανιάτης αντί πάσης θυσίας να αποκτήσει αρσενικά παιδιά για να διατηρήσει τη δύναμη της πατριάς και να αφήσει κληρονόμους από το αίμα του, για το διαιωνισμό της γενιάς του. Έτσι η λύση της σύγκριας έφερνε συνήθως το ποθητό αποτέλεσμα, ενώ η νόμιμη σύζυγος παρέμενε στο σπίτι και έμενα σε διαφορετικό χώρο. Δεν υπήρξε περίπτωση διωγμού της νόμιμης συζύγου από την οικία διαμονής. Εάν υπήρχε τέτοια περίπτωση η εκκλησία δεν θα έδινε διαζύγιο, ο σύζυγος θα απεκαλείτο μοιχός, η κοινωνική κατακραυγή θα ήταν έντονη και η προσβολή της τιμής της οικογένειας της συζύγου θα ήταν δεδομένη και μόνο με αιματοχυσία θα ξεπλενόταν.
Η μεταφορά της σύγκριας γινόταν νύχτα προς αποφυγή τυχόν ειρωνικών σχολίων και δεν μεσολαβούσε καμία θρησκευτική τελετή, ενώ δεν χρειαζόταν προικιά ή είδη ρουχισμού και σπιτιού. Ορισμένες φορές και μέχρι αποκτήσεως αρσενικού παιδιού η σύγκρια θεωρείτο ψυχοκόρη και μετά την απόκτησή του θεωρείτο μέλος της οικογένειας. Η οικογένεια της σύγκριας εξασφάλιζε εγγυήσεις ότι δεν θα είχε βίαιη μεταχείριση, δεν θα έκανε βαριές εργασίες και θα διατηρούσε σχέσεις με την οικογένειά της, ενώ θα ασκούσε πλήρη θρησκευτικά καθήκοντα.
Αναφέρονται περιπτώσεις κατά τις οποίες η νόμιμη σύζυγος επέλεγε τη σύγκρια μεταξύ των γνωστών της νεαρών γυναικών, μάλλον λόγω ψύχραιμου γυναικείου υπολογισμού. Έτσι γνώριζε το χαρακτήρα της υποψήφιας, η οποία θα της όφειλε ευγνωμοσύνη, χωρίς κίνδυνο υπονόμευσης της θέσης της, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να επιβάλει τη θέλησή της.
Νόμιμη σύζυγος παρέμενε πάντοτε η οικοδέσποινα, «η κυρά του σπιτιού», ενώ σε περίπτωση θανάτου της συνήθως ο άντρας παντρευόταν τη σύγκρια, εφόσον είχε αποκτήσει μαζί της αρσενικά παιδιά. Κατά τη διάρκεια επισκέψεων εμφανιζόταν πάντα η οικοδέσποινα και κερνούσε τους επισκέπτες.
Το πιο περίεργο ήταν ότι όταν η σύγκρια γεννούσε αρσενικό παιδί, η σύζυγος δεχόταν ευχές και συμμετείχε στους πανηγυρισμούς σαν να ήταν δικό της παιδί. Οι δύο γυναίκες μετά από σαράντα ημέρες πήγαιναν μαζί στην εκκλησία με το παιδί για να διαβάσει ο παπάς τις ευχές. Το παιδί βάπτιζε τις περισσότερες φορές η νόμιμη σύζυγος και το φρόντιζε σαν να είναι δικό της, ενώ ήταν αγαπητό και από τις αδελφές που πιθανόν είχε ο πατέρας του με τη νόμιμη σύζυγο.
Εάν η σύγκρια γεννούσε μόνο θηλυκά ή δεν γεννούσε παιδιά, παρέμενε στο σπίτι κάνοντας όμως όλες τις εργασίες και ορισμένες φορές λόγω αντιζηλίας η νόμιμη σύζυγος φερόταν με προσβλητικό τρόπο, λόγω γυναικείας αντιζηλίας.
Το έθιμο αυτό έσβησε από τις αρχές του 20ου αιώνα αφού έπαψε να υπάρχει η πρωταρχική σημασία απόκτησης αρσενικών παιδιών, αλλά και λόγω της καταδίκης του από την εκκλησία, που θεωρούσε την πράξη αυτή ως διγαμία. Πολλές ήταν οι καταδικαστικές εγκύκλιοι των επισκόπων, όπως του επισκόπου Γυθείου Ιωσήφ6 προς την Ιερή Σύνοδο το 1864, όπου αναφέρει 30 περιπτώσεις στη περιοχή του Γυθείου, ενώ σίγουρα στη Μέσα Μάνη θα ήταν περισσότερες, αφού η κλειστή κοινωνία παρέμεινε για περισσότερα χρόνια.
Παραπομπές
1. α) Σύμφωνα με τον Α.Β. Δασκαλάκη ετυμολογικά τα δύο συνθετικά «συν» και «κυρία» ή «κυρά», συνθέτουν τη λέξη «σύγκρια» (συγκυρία, συγκυρά, σύγκρια).
β) κατά τον φιλόλογο και ιστορικό κ. Ανάργυρο Κουτσιλιέρη: σύγκιρια η, ο Μανιάτης που δεν αποχτούσε αρσενικά παιδιά έπαιρνε και δεύτερη γυναίκα για να αποχτήσει. Οι δυο συνυπάρχουσες σύζυγοι ελέγοντο σύγκιριες, συγκυρίες του οίκου, ή σύγκρεας κατά την ευχή «έσονται εις σάρκα μία». Η παρουσία του ημιφώνου είναι αισθητή προ και μετά το ρ.
γ) κατά το Δικηγόρο κ. Στ. Πετροπουλάκο: Έχω την γνώμη ότι η ορθή λέξη του σχετικού θεσμού είναι "σύγγρια" και όχι "σύγκρια". Προέρχεται από το "συν" και "γριά" και όχι από το "συν" και "κυρία" ή "κυρά". Ο Μανιάτης δεν 'ελεγε ποτέ, όταν αναφερόταν στη σύζυγο του, "η κυρία μου" ή " η κυρά μου", αλλά "η γριά μου", ανεξάρτητα από την ηλικία της.
2. Άρχουσα τάξη στη Μάνη κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, που είχε τις μεγαλύτερες κτηματικές περιουσίες και σαν κατοικία ή ανάμεσα στις κατοικίες της φάρας ή πατριάς, ψηλό πύργο με επάλξεις και πολεμίστρες. Διέθετε ισχυρή δύναμη ενόπλων, είχε τις καπετανίες και από τους Νικλιάνους ανεδυκνείοντο οι καπετάνιοι και οι Μπέηδες.
3. Η φτωχότερη τάξη που διέθετε μικρή περιουσία, αποτελείτο από φτωχούς χωρικούς που απασχολούνταν με τη καλλιέργεια των κτημάτων και τη βοσκή των ζώων ή προσλαμβάνονταν ως σέμπροι στα κτήματα των ευπορώτερων. Σχεδόν πάντα ήταν σε θέση εξάρτησης, αλλά και προστασίας από τη Νικλιάνικη οικογένεια, υπό τον αρχηγό της οποίας πολεμούσαν στις εσωτερικές διαμάχες ή στους πολέμους κατά των Τούρκων. Στη διάρκεια των αιώνων όμως αναπτύχθηκε μια εδιάμεση τάξη που είτε λόγω μετανάστευσης στο εξωτερικό, είτε λόγω εμπορίου, είτε λόγω της απόκτησης πολλών ανδρών, αποκτούσαν περιουσία και έκτιζαν ισχυρούς πύργους και κατοικίες, όχι πάντα με ειρηνικό τρόπο και έτσι εισχωρούσαν στη τάξη των Νικλιάνων. Πάντως η ετυμολόγηση των λέξεων Νικλιάνος και Φαμέγιος, αμφισβητούνται λόγω ελλείψεως ιστορικών στοιχείων, παρ’ όλο που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί διάφορες εκδοχές.
4. Η ευρύτερη οικογένεια που τα μέλη της συνδέονταν με δεσμούς αίματος.
5. Δεν αναφέρεται περίπτωση Νικλιάνου που έπεσε σε κατώτερη τάξη, λόγω ελλείψεως αρρένων κληρονόμων ή λόγω φτώχειας.
6. Σ.Χ. Σκοπετέα «Έγγραφα ιδιωτικά εκ Δ. Μάνης» Αθήνα 1950.