Τη Μεγάλη Παρασκευή στα Κόκκινα Λουριά τελείται ένα σπάνιο έθιμο. Οι νέοι του χωριού σε κάθε σπίτι απαγγέλουν-αφηγουνται το θείο δράμα. Το μοιρολόι λέγεται "Σταυρός" κ οι Κοκκινολουριωτες ακολουθούν νοερά τα βήματα του Χριστού στο Γολγοθά, συμπάσχουν κ μεταφέρουν το έθιμο από γενιά σε γενιά.
«Αδέλφια Χριστιανοί σημέρον να γροικήστε
τα πάθη του Κυρίου μας όλοι να λυπηθείτε.
Ακούτε δια τον Χριστόν αυτόν τον σταυρωμένο,
στο ξύλο όπου κρέμεται στο καταματωμένο.
Το νου δεν έχω σήμερον τα χείλη να μιλήσω
τα πάθη του κυρίου μας να σας ομολογήσω.
Σημερ’ σκοτίστη ο ουρανός
κι ο ήλιος εχάθη.
Κι η γη από τον φόβο της και εκείνη εταράχθη.
Εβραίοι εβουλήθηκαν δια να τον σταυρώσουν
ανθρώπους και δεν έβρισκαν, να τους τον παραδώσουν.
Μον' τον Ιούδα βρήκανε του τάξαν τριάντα γρόσια.
Κι αυτός τονε παρέδωκε στας χείρας των εχθρών Του.
Πώς τό κανε ο τρισάθλιος, που ήταν διδάσκαλός του.
Κι ο Χριστός τον είχενε σ' πολύ μεγάλη αξία
κι αυτός τον επαρέδωσε σ’ αυτήν την προδοσία.
Κι οι εβραίοι τον στείλανε,
εις τους αρχιερείς τους,
να μαρτυρήσουν ψέματα να χάσει τη ζωή του.
Κι οι αρχιερείς τον έστειλαν,
στον Πόντιο Πιλάτο,
να κάνει την εξέταση
αν είναι του θανάτου.
Επιάσαν και τον ξέταζαν τον Ιησού Χριστό μας,
για πες μας την αλήθεια αν είσαι ο Θεός μας.
Αν είσαι ο Ιησούς Χριστός
πες μας για να πιστέψω
την εξουσία μ' έδωσαν για να σε σταυρώσω.
Τότε ο Χριστός εμίλησε δεν έχεις εξουσία
να μη μου κάνεις τίποτε, καμιάν υπηρεσία.
Τότε ο Πιλάτος φώναξε των φοβερών Εβραίων
να παρατάτε τον Ιησού αυτόν τον Ναζωραίο.
Γιατί εγώ τον ξέτασα αιτία δεν του βρίσκω
να τον σταυρώσουμε άδικα,
το αίμα του να χύσω…
Μα οι Εβραίοι εφώναζαν δια να τον σταυρώσουν,
αν είσαι φίλος Καίσαρος αυτός να μην γλυτώσει.
Ας χύσουμε το αίμα του σήμερον στα μπροστά μας
κι ας έχουμε το κρίμα του,
εμείς και τα παιδιά μας.
Κι έτσι τον εσταύρωσαν οι άνομοι Εβραίοι
οι άνομοι και τα σκυλιά και οι καταραμένοι.
Του Φαραώ του είπανε τρία καρφιά να φτιάξει
και εκείνος ο παράνομος βαρεί & φτιάχνει πέντε.
Συ Φαραέ που ταφτιαξες, εσύ να τα διατάξεις.
Τα δυο βάντα στας χείρας του
και τα άλλα δυο στους πόδες,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του
να τρέξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.
Η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και λιγώθει
τρέχει το γρηγορότερο να πάει για τον υιό της.
Να τον προλάβει ζωντανό,
να τον παρηγορήσει
και με την μπόλια που φορεί,
το αίμα να σκουπίσει.
Η Παναγιά εφώναξε,
των αποστόλων λέει
Όσοι αποστόλοι είσαστε, όλοι μαζί να ρθείτε,
μα εκείνοι εφοβήθηκαν να παν όλοι μαζί της,
να μην τους εσταυρώσουνε,
ωσάν και το παιδί της.
Ένας την ακολούθησε από τους Αποστόλους
ο Ιωάννης μοναχά,
αυτός ο θεολόγος.
Επήγαν και τον βρήκανε κι ήτανε σταυρωμένος
κι όλος από τας πληγάς ήτανε ματωμένος.
Εκάτσανε στα δεξιά
και στα αριστερά του
και κλαίγανε για το καρφί
που χενε στην καρδιά του.
Η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον ερωτούσε.
Υιέ μου, πού' ν' τα κάλλη σου
και πού ν' η εμορφιά σου
και πού' ν' οι αποστόλοι σου,
που βάσταγες κοντά σου.
Ολοι κι αν σε αφήσανε,
ο Πέτρος τι εγίνει;
Δεν τό' λεγα δεν τό'λπιζα ο Πέτρος για να φύγει.
Αν πού 'ναι ο Πέτρος
π' έλεγε ότι σε αγαπάει
νά 'ναι κι εκείνος επαδά να κλαίει να θρηναάει.
Δεν μου μιλάς παιδάκι μου,
προτού να ρθει το βράδυ
γιατί σύ φεύγεις από δω και πάεις εις στον Άδη.
Δεν μου μιλάς παιδάκι μου
προτού να ξεψυχήσεις.
Και μένα την μανούλα σου
που θέλεις να μ’αφήσεις.
Τότε ο Χριστός εμίλησε πάνω από τον Σταυρό Του
και λέγει στην μανούλα Του
που ήτανε στο πλευρό του.
Σύρε μανούλα στο καλό και διάφορο μην έχεις
Μον' το Μεγάλο Σάββατο τότε να με παντέχεις…..
Όταν σημαίνουν οι εκκλησιές
και ψάλλουν οι παπάδες,
τότε κι εσύ μανούλα μου νάχεις χαρές μεγάλες…
Μπαρδουνοχώρια