Στὸν κάμπο τῆς Λακωνίας, ἐκεῖ ποὺ ὁ Ταΰγετος ρίχνει βαριὰ τὴ σκιά του καὶ ἡ γῆ μυρίζει ἀπὸ θυμάρι καὶ παλαιὸ ἀίμα, τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου δὲν ἔρχεται μὲ φωνὲς δυνατὲς μήτε μὲ πανηγύρια. Ἔρχεται ἤσυχα, σὰν νὰ πατεῖ πάνω στὶς μνήμες τῶν ἀνθρώπων.
Ἀπὸ τὴν ἀχλύ τῆς αὐγῆς, πρὶν ἀκόμα ζεστάνει ὁ ἥλιος τὰ λιθόστρωτα, ἀρχίζουν νὰ φαίνονται στὰ σοκάκια οἱ Λαζαρίνες. Κορίτσια νεαρὰ, μὲ βήμα συγκρατημένο, ποὺ μοιάζει νὰ μετράει τὴ γῆ.
Φοροῦν τὰ καλά τους, ὅχι γιὰ στολισμὸ μοναχά, μὰ σὰν νὰ ἀναλαμβάνουν ἕνα βάρος παλαιό. Τὰ φορέματα εἶναι σκούρα, βαθιὰ, μὲ ποδιὲς κεντημένες μὲ νήματα κόκκινα καὶ χρυσά. Στὸ στήθος φοροῦν τὰ σεγκούνια, βαριὰ, ποὺ κρατοῦν τὴ ζεστασιὰ καὶ τὴ μνήμη τοῦ χειμῶνα. Τὰ μαντίλια δένονται σφιχτὰ στὸ κεφάλι, καὶ τὰ μαλλιὰ κρύβονται σχεδὸν ὁλόκληρα, σὰν νὰ μὴν πρέπει νὰ φανερωθεῖ τίποτα ἀπὸ τὴ ζωντάνια τους.
Στὰ χέρια κρατοῦν καλαθάκια μικρά, στολισμένα μὲ λουλούδια τῆς ἐποχῆς· βιολέτες, μαργαρίτες, καὶ ἄγριες παπαροῦνες ποὺ ἀκόμα δὲν ἔχουν ἀνοίξει τελείως. Μέσα, ἄδεια στὴν ἀρχή, περιμένουν νὰ γεμίσουν μὲ τὰ δώρα τοῦ χωριοῦ· αὐγά, ψωμὶ καὶ λίγες φορές μέλι.
Δὲν βαδίζουν ὅπως τὰ παιδιά ποὺ παίζουν. Ἡ πορεία τους ἔχει τάξη. Ἀκολουθοῦν δρόμο παλιό, χαραγμένο ἀπὸ τοὺς προγόνους, ποὺ περνᾷ ἀπὸ τὰ σπίτια μὲ τὴν ἴδια σειρά κάθε χρόνο. Πρῶτα τὰ παλαιότερα, ἐκεῖ ποὺ ἡ πέτρα ἔχει ποτίσει μὲ χρόνια καὶ σιωπὴ. Ἔπειτα τὰ νεώτερα, ποὺ στέκουν ἀκόμα ἀνάλαφρα στὸν χρόνο.
Λένε πὼς ὁ δρόμος αὐτὸς δὲν ἀλλάζει, γιατί ἂν σπάσει ἡ σειρά, σπάζει καὶ τὸ νήμα ποὺ δένει τοὺς ζωντανοὺς μὲ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν.
Καθὼς προχωροῦν, ἀρχίζει τὸ τραγούδι. Δὲν εἶναι φωνὴ ἐλεύθερη, μὰ ρυθμὸς παλιός, σχεδὸν μονότονος, ποὺ ἀνεβοκατεβαίνει σὰν ἀναπνοή. Τὰ λόγια μιλούν γιὰ τὸν Λάζαρο, μὰ μέσα τους κουβαλοῦν καὶ κάτι βαθύτερο· τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή, ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς.
Οἱ φωνὲς δὲν ἀνεβαίνουν ψηλά. Κρατιοῦνται χαμηλά, σὰν νὰ μὴν θέλουν νὰ ταράξουν τὸν ἀέρα. Καὶ ὅμως, ἀπλώνονται στὰ σοκάκια καὶ κολλοῦν στὶς πέτρες, σὰν νὰ τὶς ρουφᾷ ὁ τόπος καὶ νὰ τὶς κρατάει.
Οἱ νοικοκυρὲς περιμένουν στὰ κατώφλια. Δὲν μιλούν πολύ. Δίνουν τὰ δώρα καὶ σταυρώνουν τὰ κορίτσια, σὰν νὰ περνᾶ ἀπὸ μπροστά τους κάτι ἱερὸ. Γιατί ἐκεῖνη τὴν ἡμέρα, οἱ Λαζαρίνες δὲν εἶναι μοναχὰ παιδιά· εἶναι φορεῖς ἐνὸς ἐθίμου ποὺ κρατᾷ τὴν ἰσορροπία τοῦ κόσμου.
Λένε πὼς παλιότερα, ἄν κάποια ἀπὸ αὐτὲς γελοῦσε δυνατά ἢ ἔσπαγε τὴ σιωπὴ μὲ λόγια ἄσκοπα, τὸ τραγούδι βάραινε καὶ ἡ πορεία γινόταν δύσκολη, σὰν νὰ ἀντιστέκεται ἡ γῆ.
Ὅταν τελειώνει ὁ κύκλος καὶ ὁ δρόμος φέρνει πάλι στὴν ἀρχή, τὰ καλαθάκια ἔχουν γεμίσει καὶ τὰ βήματα γίνονται πιὸ ἀργά. Ὁ ἥλιος ἔχει πια ψηλώσει, μὰ κάτι ἀπὸ τὴν πρωινὴ σκιά μένει ἀκόμα πάνω τους.
Καὶ τότε, γιὰ μία στιγμή, λένε πὼς ὁ ἀέρας παγώνει.
Σὰν νὰ περνᾷ ἀνάμεσά τους κάτι ποὺ δὲν φαίνεται.
Σὰν νὰ ἀκούγονται βήματα ἄλλα, παλιότερα, ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν ἴδια πορεία, τὸν ἴδιο δρόμο, τὸν ἴδιο ρυθμό.
Γιατί στὴ Σπάρτη, τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου δὲν εἶναι μονάχα μνήμη.
Εἶναι ἕνα πέρασμα.
Καὶ ὅσοι τὸ διαβαίνουν, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, κουβαλοῦν μέσα τους τὴ σιωπὴ ἐκείνων ποὺ τραγούδησαν πρὶν ἀπὸ αὐτούς.
Καὶ τὸ τραγούδι, ὅσο χαμηλὸ κι ἂν εἶναι, δὲν σβήνει.
Μένει στὸν τόπο.
Καὶ περιμένει.
Τὸ παραπάνω κείμενο ἀποτελεῖ προϊόν μυθοπλασίας τοῦ διαχειριστῆ τῆς σελίδας.
Σκιὲς καὶ Θρύλοι τοῦ Μοριᾶ