Πέμπτη 11 Ιουλίου 2024
Πιστακία η Τερέβινθος (Pistacia terebinthus).
Τρίτη 9 Ιουλίου 2024
Κουμαριά (Arbutus Unedo) στην Μάνη.
Η Κουμαριά ή Άρβουτος η κοινή (επιστ. Arbutus unedo L.) είναι αειθαλής μεγάλος θάμνος ή μικρό δέντρο, με ευρεία εξάπλωση στην περιοχή της Μεσογείου έως τη δυτική Γαλλία και ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φυτά της μακίας βλάστησης.
Ονομασίες
- Τον 3ο αι. π.Χ., ο φιλόσοφος Θεόφραστος στο βιβλίο του «Περί φυτών ιστορίαι» αναφέρει το φυτό με το όνομα Κόμαρος.
- Άλλες κοινές ονομασίες, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, είναι: Λαγομηλιά, Κουραμιά, Καρομηλία.
- Μέρη του φυτού με δραστικές ουσίες: Φύλλα, φλοιός.
- Δραστικές ουσίες: Κουμαρίνες, πηκτίνες (φύλλα), αρβουτίνη (φλοιός), άλατα καλίου και νατρίου, σάκχαρα, γαλλικό και ταννικό οξύ, ρητίνη, κόμμι.
Στην Ελληνική χλωρίδα απαντώνται δύο είδη του γένους Arbutus (Άρβουτος), ένα υβρίδιο και μια ποικιλία:
- Το είδος Άρβουτος η κοινή (Arbutus unedo), η κοινή κουμαριά
- Το είδος Άρβουτος η αδράχνη (Arbutus andrachne) με κοινή ονομασία η αγριοκουμαριά ή γλιστροκουμαριά ή ελαφοκουμαριά ή ανδρουκλιά (κυπρ.)
Το φυσικό υβρίδιο Arbutus x andrachnoides (αγγλ. hybrid strawberry tree), το οποίο προέρχεται από διασταύρωση των δύο παραπάνω ειδών και παρουσιάζει παρόμοια μορφολογικά χαρακτηριστικά με τους δύο γονείς του. Εμφανίζεται σε περιοχές όπου τα δύο είδη συνυπάρχουν, κυρίως στα Ελληνικά νησιά και στις δυτικές ακτές της Τουρκίας.
Η ποικιλία Arbutus unedo var. rubra, η ονομαζόμενη ρόδινη κουμαριά (γνωστή και ως pink strawberry). Τα ρόδινα άνθη της ποικιλίας αυτής αποτελούν τη μοναδική μορφολογική διαφορά με την κοινή κουμαριά που φέρει λευκά άνθη.
Τα πεντανόστιμα κούμαρα είναι αγαπημένο φρούτο στη περιοχή της Μάνης και σε όσους γνωρίζουν ότι τρώγονται. Το εντυπωσιακό σχήμα και χρώμα των κλαριών με καρπούς, συνήθως καταλήγουν ως διακοσμητικό στοιχείο σε κάποιο βάζο.
Σάββατο 15 Ιουνίου 2024
Η Συκιά (Ficus carica).
Σύκο, ένα από τα δημοφιλέστερα καλοκαιρινά φρούτα με μοναδική γλυκιά γεύση. Τα σύκα τρώγονται φρέσκα την περίοδο του καλοκαιριού ή αποξηράμενα όλες τις εποχές του χρόνου. Επίσης, από τα άγουρα σύκα φτιάχνονται υπέροχα γλυκά του κουταλιού. Τα σύκα, ειδικά τα ξερά, έχουν μεγάλη διατροφική αξία καθώς διαθέτουν υψηλή περιεκτικότητα σε φυσικά ζάχαρα, ενώ περιέχουν πλήθος βιταμινών, ασβέστιο, φώσφορο και σίδηρο.
Η κατανάλωση σύκων λειτουργεί ευεργετικά στην πέψη ενώ βοηθά σημαντικά στην αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας. Θα συναντήσουμε πολλές συκιές να φυτρώνουν στην ελληνική ύπαιθρο και αυτό είναι μία ένδειξη ότι μπορεί να ευδοκιμήσει εύκολα στον κήπο μας χωρίς πολλές καλλιεργητικές φροντίδες. Η συκιά είναι φυλλοβόλο δέντρο με καταγωγή από την μικρά Ασία, φθάνει συνήθως τα τέσσερα εως πέντε μέτρα σε ύψος και ζει για αρκετές δεκαετίες.
Στον ελληνικό χώρο, η συκιά καλλιεργείται κυρίως στη νότια Ελλάδα σε περιοχές της Πελοππόνησου και της Στερεάς Ελλάδας, στην Εύβοια, στην Κρήτη καθώς σε νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου.
Ας δούμε αναλυτικά τις κυριότερες ποικιλίες συκιάς για να φυτέψουμε μαζί με συμβουλές για τη φροντίδα τους, προκειμένου να απολάμβανουμε κάθε καλοκαίρι τα πιο νόστιμα σύκα από τον κήπο μας.
Οι πιο γνωστές ποικιλίες συκιάς
Όλες οι καλλιεργούμενες ποικιλίες συκιάς προέρχονται από το είδος της ήμερης συκιάς ενώ υπάρχει και το είδος της άγριας συκιάς (αρρενοσυκιά) με μικρότερου μεγέθους φύλλα η οποία σχηματίζει μικρότερους καρπούς που δεν τρώγονται. Υπάρχουν πολλές ντόπιες και ξένες ποικιλίες που καλλιεργούνται στη χώρα μας. Οι ποικιλίες της συκιάς διαχωρίζονται σε μονόφορες και δίφορες ανάλογα με τον ετήσιο αριθμό σοδειών, καθώς και με το χρωματισμό του φλοιού σε λευκές και έγχρωμες. Οι σημαντικότερες ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Ελλάδα είναι η Καλαμών, η Κύμης, η Βασιλική Μαύρη, Μαύρα Μαρκοπούλου, το Πολίτικο (λευκή), η Πρασινοσυκιά Λέσβου, η Φρακασάνα (λευκή) και η λευκή Βασιλική. Γνωστές ξένες ποικιλίες συκιάς είναι Alfiore, Brazilliana, Dauphine, Dottato, Mission και San piero.
Σε τι συνθήκες ευδοκιμεί η καλλιέργεια της συκιάς;
Η συκιά ευδοκιμεί σε όλους τους τύπους εδαφών εκτός από τα αργιλώδη εδάφη. Τα πλέον ευνοϊκά εδάφη είναι τα πλούσια, βαθιά, ελαφριάς σύστασης και καλά στραγγιζόμενα. Η συκιά αναπτύσσεται καλύτερα σε θερμά κλίματα, καθώς το φυτό δεν φαίνεται να απαιτεί χαμηλές θερμοκρασίες τον χειμώνα για να διαφοροποιήσει τους ανθοφόρους οφθαλμούς. Η συκιά είναι ευαίσθητη σε χαμηλές θερμοκρασίες καθώς σε θερμοκρασίες χαμηλότερες του μηδενός, παρουσιάζονται ζημιές στο φύλλωμα του δέντρου ενώ σε πολύ υψηλες θερμοκρασίες έχουμε υποβάθμιση του καρπού καθώς σκληραίνει ο εξωτερικός φλοιός. Επίσης, η υψηλή βροχόπτωση όταν ωριμάζουν τα σύκα προκαλεί σχίσιμο (σκάσιμο) των καρπών ενώ παράλληλα αλλοιώνεται η γεύση των σύκων καθώς ξινίζουν.
Πόσο συχνά ποτίζουμε τις συκιές;
Η συκιά είναι σχετικά ανθεκτική στην έλλειψη νερού, όμως για μια πλούσια παραγωγή θα απαιτηθεί πότισμα κατά την διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου. Ιδιαίτερα σε ξηρικές περιοχές, η συκιά θα χρειαστεί τακτικό πότισμα, τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, τους καλοκαιρινούς μήνες για να έχει ικανοποιητική ανάπτυξη και ποιοτική καρποφορία. Το υπερβολικό πότισμα μπορεί να προκαλέσει σκάσιμο των καρπών και υποβάθμιση της ποιότητας ενώ η έλλειψη νερού μπορεί να συντελέσει στην εμφάνιση των κούφιων καρπών. Τα ακανόνιστα ποτίσματα μπορεί να προκαλέσουν πτώση φύλλων και σημαντική πτώση καρπών.
Πόσο συχνά βάζουμε λίπασμα στην καλλιέργεια της συκιάς;
Η καλλιέργεια της συκιάς έχει σημαντικές ανάγκες σε λίπασμα για να έχει καλή ανάπτυξη και πλούσια καρποφορία. Την περίοδο του χειμώνα, μπορούμε να ενσωματώσουμε στο χώμα χωνεμένη κοπριά και κομπόστ για να εφοδιάσουμε το έδαφος με θρεπτικά στοιχεία και οργανική ουσία. Στις αρχές της άνοιξης, προσθέτουμε πλήρες βιολογικό λίπασμα με υψηλότερη περιεκτικότητα σε κάλιο και επαναλαμβάνουμε στις αρχές του καλοκαιριού. Αποφεύγουμε, τα λιπάσματα αζώτου κατά την περίοδο της ανθοφορίας και μετά την καρπόδεση γιατί μπορεί να προκαλέσουν πτώση ανθέων και καρπών.
Πώς γίνεται η επικονίαση και η γονιμοποίηση της συκιάς;
Η επικονίαση και η γονιμοποίηση σε αρκετές ποικιλίες συκιάς για την παραγωγή των σύκων γίνεται με την βοήθεια ενός εντόμου, του ψήνα, που βρίσκεται στους καρπούς της άγριας συκιάς και επικονιάζει τα θηλυκά άνθη των ποικιλιών της ήμερης συκιάς. Η μεταφορά της γύρης στην συκιά με το έντομο του ψήνα γίνεται από τα τέλη Μαίου ως τα τέλη Ιουνίου. Σε επαγγελματικές καλλιέργειες συκιάς, για ποικιλίες που χρειάζονται επικονίαση με τον ψήνα, για να εξασφαλίσουμε ικανοποιητική καρποφορία, αν δεν έχουμε φυτέψει ή αν δεν υπάρχουν κοντά άγριες συκιές, μπορούμε να βάλουμε μικρά σύκα άγριας συκιάς (αρρενόσυκα) που περιέχουν το έντομο του ψήνα σε πλαστικά δίχτυα ή χάρτινες σακούλες. Στη συνέχεια, βάζουμε τις σακούλες σε κάθε δέντρο συκιάς για να βελτιωθεί σημαντικά η επικονίαση και η γονιμοποίηση των σύκων.
Ποιες ασθένειες και ποια έντομα προσβάλλουν τις συκιές;
H συκιά προσβάλλεται από διαφορές μυκητολογικές ασθένειες όπως η κερκοσπορίαση που προκαλεί καστανέρυθρες κηλίδες στο φύλλωμα, το φουζάριο και ο βοτρύτης που προκαλεί σαπίσματα στους καρπούς. Για την προστασία από ασθένειες, ψεκάζουμε το φύλλωμα και τους καρπούς της συκιάς με διάλυμα χαλκού.
Η συκιά στην Μάνη
Η σουκιά (=συκιά) πολλαπλασιάζεται εύκολα. Φυτρώνει μόνη της από σποράκι του σύκου ή σαν παραφυάδα παλιότερης ή σαν καταβολάδα που φυτεύεται ειδικά και πιάνει εύκολα.
Η ύπαρξη ενός έλλιζου (αρσενικής συκιάς που σπάνια λέγεται και ορνιός) που τα λίζια (πρόφερε: λίγια) του πολλαπλασιάζουν όλες τις θηλυκές σουκιές, είναι αρκετή για μια περιοχή ενός χωριού. Λίζι (πληθυντ. λίγια) είναι το αγίνωτο σύκο, αλλά και το αρσενικό. Οι συκιές καρποφορούν από 20 Ιουνίου κι ύστερα (Γυαλιστής μήνας) ως τον Σεπτέμβρη. Μερικές κρατούν ως ττον Δεκέμβρη.
Τα σύκα μαζεύονται τον Αύγουστο, λιάζονται ανοιγμένα ή όχι (σκοπαϊδες απ'το σουκοπαγίδες – παγίδευαν έντομα με αυτά και ιδίως σκούρκους). Φουρνίζονται και φυλάγονται για τροφή σ' ανθρώπους και ζώα.
Είδη: αραπόσουκα ή μαυρόσουκα (μαύρα), ασπρόσουκα (μικρά άσπρα), αυγόσουκα (μεγάλα άσπρα), βουβαλόσουκα (πολύ μεγάλα σταχτιά), λιζόσουκα (μέτρια καφετιά που ξανθαίνουν ξερά) και ασκαδόσουκα (που έχουν μερικές φορές και μούρη, σαν να βγαίνει δεύτερο από αυτά, όταν είναι εύρωστα. Πρλβ. Ασκός ή ασκιάδι. Είναι πράσινα και ξανθαίνουν όταν ξεραθούν και μαραγκιάσουν οπότε λέγονται και μαραγκούλες), μελισσόσουκα.
Ανάλογα ονόματα έχουν και οι συκιές (αραποσουκιά, λιζοσουκιά κλπ). Η χειρότερη αρρώστια της σουκιάς είναι η ψούρα (ψώρα). Προέρχεται απ'την πολλή κοπριά. Γι'αυτό συκιές που είναι κοντά σε σπίτια και “κοπρόγεια” δεν κάνουν καλά σύκα. Μέσα έχουν βρωμιά. Αντίθετα σουκιές σε προσήλια, ευάερα, καθαρά μέρη έχουν καλά σύκα.
Το δέντρο της σουκιάς είναι από τα πιο αντοχής. Απ' την ρίζα να την κόψεις ξαναβγαίνει (αν έχει σε καλό έδαφος ριζώσει). Πάνω σε γκρεμούς ή σε σπίτια φυτρώνει. Αν θέλεις να κόψεις ριζωμένη συκιά πρέπει ή να την ξεριζώσεις και σκεπάσεις τον τόπο της ή να την κάψεις καλά στην ρίζα και σκεπάσεις με συμπαγείς πέτρες. Η συκιά κοντά σε σπίτι δεν είναι καλή γιατί μαζεύει κουνούπι. Η αναπνοή της είναι βαρειά (αποπνέει άλλα αέρια από εκείνα της ελιάς ή του πεύκου) και είναι ανθυγιεινή για όποιον κοιμηθεί στην σκιά της.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Κυριάκου Δ. Κάσση "Λαογραφία της Μέσα Μάνης Α' Υλική Ζωή" Σελίδες 167-168.
Πέμπτη 13 Ιουνίου 2024
Το Φασκόμηλο στην Μάνη.
Περιέχει ως κύρια ουσία αιθέριο έλαιο, φασκομηλόλαδο, άχρωμο ή ερυθροκίτρινο, σαπωνίνες, πικρές ουσίες, τερπένια, ρητίνες, πικρά διτερπένια, ταννίνες, τριτερπένια, φλαβονοειδή και θουγιόνη (thujone, μια μονοτερπενική κετόνη).
Τα φύλλα έχουν αντισηπτικές, αποχρεμπτικές και σπασμολυτικές ιδιότητες. Το φυτό έχει στομαχικές, τονωτικές και καρδιοτονωτικές ιδιότητες ενώ χρησιμοποιείται και κατά των νευραλγιών. Η φασκομηλιά χρησιμοποιείται στη θεραπευτική με τη μορφή αφεψήματος εσωτερικά ως ανθιδρωτικό (ιδιαίτερα κατά του νυχτερινού ιδρώτα φυματικών και νευρασθενών).
Στην αρχαιότητα οι πρόγονοί μας το χρησιμοποιούσαν σαν πολυφάρμακο και έχει εκθειαστεί από τον Ιπποκράτη, τον Διοσκουρίδη τον Γαληνό και τον Αέτιο. Οι Λατίνοι το θεωρούσαν ιερό φυτό και το χρησιμοποιούσαν σε τελετές. Ήταν το φυτό της αθανασίας.
Είναι ιδιαίτερα τονωτικό λόγω της τανίνης που περιέχει. Είναι καλό φάρμακο κατά της ατονίας του στομάχου και των εντέρων αλλά και απολυμαντικό και αποχρεμπτικό σε περίπτωση κρυολογημάτων. Θεωρείται τονωτικό της μνήμης και καταπολεμά τη νωθρότητα. Το φασκόμηλο είναι ευεργετικό στα μαλλιά και στυπτικό με μάσκα στο πρόσωπο.
Σε αρκετούς θάμνους σχηματίζονται σκληρά, χνουδωτά σφαιρίδια, οφειλόμενα σε προσβολή εντόμων. Επειδή μοιάζουν με καρπούς, ο λαός τα αποκαλεί «μήλα της φασκομηλιάς», απ’ όπου το φυτό πήρε το όνομά του. Παλιότερα τα μασούσαν για να καθαρίσουν τα δόντια τους. Το αφέψημά του χρησιμοποιείται στη θεραπεία της ουλίτιδας και των δερματικών παθήσεων. Το αιθέριο έλαιό του κατά του πονόδοντου.
Στη Μάνη, αλισπακίδα λέγεται ο καρπός της φασκομηλιάς, η φασκομηλιά λέγεται σπάκα από το αρχαίο σφάκος, καθώς και η αλισπακίδα από το αρχαίο ελελίσφακος. Άργαση λένε το βρασμένο νερό με φύλλα βελανιδιάς και φασκομηλιάς, με το οποίο πλένουν τα πιθάρια.
Το αφέψημα λαμβάνεται και σερβίρεται αμέσως μετά το βράσιμο. Αν παραμείνει αρκετή ώρα μαζί με τα φύλλα που έβρασαν, οι πικρές ουσίες μέσα στο αφέψημα αυξάνονται και η γεύση του γίνεται δυσάρεστη.
Στη μαγειρική χρησιμοποιείται για τον αρωματισμό διαφόρων ζωμών, φαγητών και του ξιδιού ενώ θεωρείται και μελισσοτροφικό φυτό παρέχοντας μέλι εκλεκτής ποιότητας.
Λόγω της εμμηναγωγού δράσης του φασκόμηλου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από γυναίκες σε αναπαραγωγική προσπάθεια διότι μπορεί να προκαλέσει αποβολή. Δεν πρέπει να καταναλώνεται από μικρά παιδιά και για τον ίδιο λόγο από γυναίκες που θηλάζουν.
Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024
Η Αμυγδαλιά (Prunus amygdalus) στην Μάνη.
Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2024
Κεφαλάκια στην Μάνη.
Κεφαλάκια
Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2023
Η Ελιά στην Μάνη.
Η Ελιά στην Μάνη
Το ελαιόλαδο, χαρακτηριστικό προϊόν της Μάνης, είναι γνωστό για την περίφημη γεύση του και την ανώτερη αλλά και ιδιαίτερη ποιότητά του.
Ελιές
Οι Μανιάτες εξασφάλισαν την επιβίωση τους μέσα στους αιώνες, καλλιεργώντας τις ελιές και παράγοντας λάδι. Έτρωγαν και χρησιμοποιούσαν λάδι καθημερινά. Το τοποθετούσαν σε πιθάρια μέσα στη γη για να διατηρήσουν την ποιότητα του, καθώς επίσης το χρησιμοποιούσαν ως φυσικό συντηρητικό για να διατηρούν τις τροφές τους αναλλοίωτες για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η ελαιοπαραγωγή αποτελεί την κύρια πηγή εσόδων των οικογενειών της Μάνης. Η παρουσία ενός τουλάχιστον ελαιοτριβείου σε όλους σχεδόν τους οικισμούς της χερσονήσου μαρτυρά τη θέση που κατείχε το ελαιόλαδο για την ευρύτερη περιοχή.
Ο καρπός της ελιάς και το ελαιόλαδο για τους Μανιάτες συνδέονται άρρηκτα με την χριστιανική πίστη, οι εκκλησίες φωτίζονται από καντήλια καίγοντας λάδι, το παιδί αλείφεται με έλαιο κατά τη βάπτιση και οι χριστιανοί ευλογούνται με το ιερό ευχέλαιο.
Ανέκαθεν, μία από τις πιο σημαντικές ελαιοπαραγωγικές περιοχές στην Ελλάδα ήταν η Πελοπόννησος. Το 1830, τα ελαιόδεντρα που υπάρχουν και εντοπίζονται στη γεωγραφική περιοχή της Μάνης ξεπερνούν το εντυπωσιακό ποσοστό 70% της υπόλοιπης Ελλάδας.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την κατάταξη του ελαιόλαδου στα ποιοτικώς ανώτερα ελληνικά έλαια του 19ου αιώνα, υπογραμμίζει τη βαρύτητα της γεωγραφικής περιοχής της Μάνης στον ελληνικό χάρτη της ελαιοπαραγωγής.
Γνωρίζετε ότι …
- Η ελιά αποτελεί παγκόσμιο σύμβολο ειρήνης, ευημερίας, γνώσης, σοφίας και ελπίδας.
- Το ελαιόδεντρο σε άγρια μορφή υποστηρίζεται ότι πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλάδα το 1200 π.Χ. και καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά, σύμφωνα με την ιστορία, από τους Σύριους ή από τον Μινωικό πολιτισμό μεταξύ 3500-2500 π.Χ. Οι χρήσεις του ελαιόλαδου στην Ελλάδα ήταν πολλές από αρχαιοτάτων χρόνων και η ελιά είχε συνδεθεί με τον πολιτισμό, τη θρησκεία, τη διατροφή και την υγεία.
- Οι αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν τη σωματική τους δύναμη και την πνευματική τους ευεξία στην κατανάλωση ελαιόλαδου και σύμφωνα με τον κώδικα του πατέρα της Ιατρικής, Ιπποκράτη, το ελαιόλαδο θεωρούνταν ευεργετικό για περισσότερες από 60 θεραπευτικές χρήσεις.
- Η σύγχρονη ιατρική επιβεβαιώνει το γεγονός ότι το ελαιόλαδο είναι ευεργετικό για την υγεία και θεωρείται το πιο μεγάλο μυστικό για την εξασφάλιση ευεξίας και μακροβιότητας. Έχει πλέον διαπιστωθεί η άμεση σχέση της κατανάλωσης ελαιόλαδου με την ελάττωση του κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα, καρκίνο, υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, νόσο Alzheimer, έλκος, σεξουαλική ανικανότητα, ακόμα και με την ανάπτυξη του οργανισμού και τη αντιγήρανση.
- Στην Ελλάδα σχεδόν το 60% του καλλιεργούμενου εδάφους της είναι ελαιώνες ενώ είναι η χώρα με τις περισσότερες ποικιλίες ελιάς. Παγκοσμίως η Ελλάδα είναι πρώτη στην παραγωγή μαύρων ελιών και τρίτη στην παραγωγή ελαιόλαδου, μετά την Ιταλία και την Ισπανία.
- Επιστημονικές και ιατρικές μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Μεσογειακή διατροφή αποτελεί την καλύτερη συνταγή μακροζωίας.
- Σύμφωνα με τις αρχές της Μεσογειακής διατροφής, είναι απαραίτητη η καθημερινή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, όσπριων, ζυμαρικών, ψωμιού, δημητριακών, ρυζιού, γαλακτοκομικών προϊόντων και κυρίως ελαιόλαδου για την απόκτηση ενός γερού και υγιούς οργανισμού.
Το ελαιόλαδο χρησιμοποιείται στην παρασκευή σαπουνιού. «Σαπωνοποίηση» ονομάζουμε την διαδικασία κατά την οποία η στάχτη (αλισίβα), το νερό και το ελαιόλαδο παράγουν φυσική γλυκερίνη και άλας, τα οποία στην καθημερινή γλώσσα ονομάζουμε «σαπούνι». Κάθε γυναίκα στη Μάνη ήξερε να φτιάχνει σαπούνι.
Διακρίσεις…
Το 2010, η Unesco συμπεριέλαβε την Μεσογειακή Διατροφή στον Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, ύστερα από αίτημα που υπέβαλαν από κοινού οι χώρες Ιταλία (προαγωγέα), Ελλάδα, Ισπανία και Μαρόκο.
Φράσεις και παροιμίες για το λάδι
«Από το θέρο ως τις ελιές δεν απολείπουν οι δουλειές», σημαίνει ότι η καλλιέργεια των ελιών είναι συνεχής και σκληρή εργασία.
«Αν δε σφίξεις την ελιά, δε βγάζει λάδι». Όπως πρέπει να σφίξεις τις ελιές για να βγάλεις το λάδι, έτσι πρέπει να δουλέψεις σκληρά για να αποδώσει η δουλειά σου.
«Όποιος έχει σιτάρι, κρασί και λάδι στο πιθάρι έχει του κόσμου τα καλά και του θεού τη χάρη», δηλαδή όποιος έχει αυτά τα τρία προϊόντα στο σπίτι του, είναι σαν να έχει απ” όλα, είναι πλούσιος.
«Δεν τρώγεται ούτε με το λάδι ούτε με το ξύδι». Το λέμε όταν κάποιος έχει τόσο άσχημο χαρακτήρα που ό,τι και να κάνεις δεν μπορείς να τον συμπαθήσεις.
«Δίχως λάδι, δίχως ξύδι πώς θα κάνουμε ταξίδι», φράση που χρησιμοποιούμε για να δείξουμε ότι δε μπορεί να γίνει δουλειά αν δεν έχεις τα απαραίτητα εφόδια.
«Κολοκύθια με το λάδι, κολοτούμπες το βράδυ», για να δείξει ότι τα κολοκύθια δεν χορταίνουν.
«Μου “βγαλε το λάδι», σημαίνει πως με ξεθέωσε στη δουλειά.
«Ξεφόρτωσέ τη την ελιά, να σε φορτώσει λάδι». Αν κλαδέψεις την ελιά, θα βγάλει πολύ λάδι.
«Αυτός είναι σαν το νερό στο λάδι», χρησιμοποιείται μεταφορικά για κάποιον που είναι καθαρός και αθώος.
«Ρίχνει λάδι στη φωτιά» (Με τα λόγια και τη στάση του, βοηθά να ανάψει ο καυγάς).
Το Λεξικό της ελιάς…
Αγουρόλαδο, το πρώτο λάδι της χρονιάς.
Αλατσολιές, οι παστές ελιές.
Αλετριβιδιάρης, ο εργάτης του ελαιοτριβείου.
Αλετριβιδιό, το ελαιοτριβείο.
Αμούρια, τα κατακάθια μετά την επεξεργασία του λαδιού.
Αξαγιά, η πληρωμή του εργοστασιάρχη. Για κάθε μόδι ελιάς κρατά από τον παραγωγό 100 δράμια λάδι.
Ασκιά, προβιές από ζώα για τη μεταφορά λαδιού.
Γιγουμιά, τενεκέδες από τσίγκο.
Δέπλα, το ξύλο με το οποίο χτυπούν τα κλαδιά της ελιάς.
Ελαιογραφία, ζωγραφική με ελαιόχρωμα.
Ελαιόκαρπος, ο καρπός της ελιάς.
Ελαιοκομία, η επιστημονική καλλιέργεια της ελιάς.
Ελαιοπιεστήριο, το πιεστήριο για την έκθλιψη του ελαιόκαρπου.
Ελαιοπυρήνας, ο πυρήνας – το κουκούτσι της ελιάς.
Ελαιουργία, η επεξεργασία λαδιού.
Ελαιόχρωμα, η κοινή λαδομπογιά.
Ελαιοχρωματισμός, το βάψιμο με λαδομπογιές.
Ελαιώδης, αυτός που περιέχει λάδι.
Θέρμισμα, η διαδικασία κατά την οποία ρίχνεται καυτό νερό στα τσουπιά που βρίσκονται στην πρέσα.
Κάπες ή παλέτσες, υφάσματα από λινάτσα ή βαμβάκι για το στρώσιμο της ελιάς.
Καπίρα, ψημένο ψωμί βουτηγμένο σε αγουρόλαδο.
Κατσίγαρος, το κατακάθι μετά την επεξεργασία του λαδιού.
Κιούπι – Πιθάρια, τα μεγάλα πήλινα δοχεία, για την αποθήκευση του λαδιού.
Κολυμπάδες, οι ελιές σε άλμη.
Κορονιοί, τα πήλινα πιθάρια με εσωτερικό επίχρισμα σμάλτου (γυαλί) για αποθήκευση λαδιού.
Λαγήνια, τα Γανωμένα δοχεία – χωρητικότητας 6,5 οκάδων λάδι.
Λαδάδικο, το κατάστημα που πουλιέται το λάδι.
Λαδάς, ο παραγωγός ή έμπορος λαδιού.
Λαδέμπορος, ο έμπορος λαδιού.
Λαδερό, το μικρό δοχείο λαδιού.
Λαδερός, αυτός που είναι φτιαγμένος με λάδι, «νηστίσιμος», ή αυτός που έχει πολύ λάδι.
Λαδής, αυτός που έχει το χρώμα του λαδιού.
Λαδιά, λεκές από λάδι.
Λαδικό, το ελαιοδοχείο.
Λαδίλα, η μυρωδιά του λαδιού.
Λαδολέμονο, το άρτυμα(σάλτσα) με λάδι.
Λαδόξυδο, το μείγμα από λάδι και ξύδι.
Λαδόπανο, το πανί με το οποίο περιτυλίγεται το βρέφος μετά τη βάφτιση.
Λαδόχαρτο, το διαφανές αδιάβροχο χαρτί.
Λαδόψωμο, το ψωμί που είναι αλειμμένο με λάδι.
Λαδώνω, αλείφω με λάδι.
Λίμπες, οι δεξαμενές όπου τοποθετούν το λάδι στο ελαιοτριβείο.
Λιοτρίβι, ελαιοτριβείο, το ελαιουργείο.
Μαζωχτό, ο τρόπος μαζέματος της ελιάς.
Μαζώχτρες, μαζωχτάδες, το εργαλείο που μαζεύουν την ελιά με τα χέρια
Μαξούλι, η ετήσια παραγωγή.
Μαστραπάς, το μεταλλικό δοχείο όπου μάζευαν το λάδι που έβγαινε από το ξύλινο πιεστήριο (μπασκί), σε πολλές περιοχές του Ελληνισμού όπως είναι η Ρόδος η Κως και η Κύπρος η συγκεκριμένη λέξη είναι ακόμα σε ισχύ.
Μιστάτα, η μονάδα μέτρησης του λαδιού.
Μόδι, η μονάδα μέτρησης παραγωγής λαδιού (1 μόδι ελιές = 500 οκάδες λάδι = 640 kgr).
Μούργα, τα κατακάθια μετά την επεξεργασία του λαδιού.
Μπασκιά, τα παλαιά ξύλινα πιεστήρια όπου διαχωριζόταν το λάδι από τα σπασμένα κουκούτσια. Αποτελούνται από δυο πλάκες, από τις οποίες η κάτω ήταν ακίνητη, ενώ η πάνω κατέβαινε σιγά – σιγά με τη βοήθεια ενός κοχλία.
Νερατζολιές, οι χοντρές ελιές πριν ωριμάσουν.
Ντορμπάδες, ντορβάδες, τα πανιά από λινάρι σε σχήμα φακέλου όπου τοποθετούν τη ζύμη για να μπει στο πιεστήριο.
Ξυδουλιές, οι ώριμες ελιές με ξύδι.
Οκά, μονάδα μέτρησης.
Οξύτητα, το κριτήριο ποιοτικής αξιολόγησης του ελαιόλαδου. Μετριέται σε γραμμάρια ελεύθερου ελαϊκού οξέος ανά 100 gr λιπαρής ύλης (βαθμός οξύτητας).
Πολήμι, η στέρνα μπροστά από το πιεστήριο όπου μαζευόταν το υγρό που έβγαινε από την πρέσα (λάδι και νερό) μετά από το “θέρμισμα”.
Ραφινάρισμα, η χημική επεξεργασία του ελαιολάδου.
Ροΐ, το δοχείο λαδιού.
Σγούρνες, πέτρινο ή τσιμεντένιο δοχείο όπου συγκεντρώνεται ο χυμός μετά την πίεση.
Σπαστολιές, οι τσακιστές ελιές.
Στάμα, η εργασία διαχωρισμού του ελαιολάδου από τον πολτό.
Στέτης, αυτός που στήνει τους ντορμπάδες στο πιεστήριο.
Ταγάρια, οι αγωγοί μέσα από τους οποίους διοχετεύεται η “αμούρη” έξω από το εργοστάσιο.
Ταξίμι, η μικρή δεξαμενή όπου αποθηκεύεται η “αμούρη”.
Τσαντίλες, οι ντορμπάδες, τα πανιά από λινάρι σε σχήμα φακέλου όπου τοποθετούν τη ζύμη για να μπει στο πιεστήριο.
Τσουπιά, τα πανιά από λινάρι σε σχήμα φακέλου όπου τοποθετούν τη ζύμη για να μπει στο πιεστήριο.
Φάμπρικα, το ελαιουργείο.
Φλάσκα, το δοχείο από νεροκολοκύθα για το μέτρημα του λαδιού.
Χαμούρι, ο πολτός που προκύπτει από το άλεσμα της ελιάς.
Χαμουριέρα, η μεταλλική δεξαμενή όπου μαζευόταν ο πολτός της ελιάς (χαμούρι).
Οι ελιές στα χωριά της Μέσα Μάνης, τον καιρό της εισβολής-καταστροφής του Σιλαμπαχιά ή Αρσλάν πασά (1605-10) ήταν λίγες. Οι περισσότερες φυτεύτηκαν μετά την Απελευθέρωση το 1828. Υπήρχαν όμως γύρω από Μοναστήρια αρκετές και μάλιστα στην περιοχή του Οιτύλου, Σκουταριού, Καρυούπολης, Μοναστήρι Πόρτο-Κάγιου. Ντόπιος, ψιλός ελαιόκαρπος από χαμηλά δέντρα, ξερικά, που μεταφέρθηκε και στην Κορώνη, όπου ονομάστηκαν “κορωναίικες” αντί του “σωστού” μανιάτικες ("τα μανιατάκια", έτσι τις αποκαλούν οι παλαιοί), μας αναφέρει ο Κυριάκος Δ. Κάσσης στο βιβλίο του “Η Αληθινή Απόκρυφη και ¨Αμάρτυρη¨ Ιστορία της Αρχέγονης Ελλάδας ιδίως της Μάνης και ιδιαίτερα του Ταινάρου” σελ.153.
Το λιομάζωμα
Το λιομάζωμα, δηλαδή το μάζεμα του ελαιόκαρπου από το ελαιόδεντρο, αρχίζει στη Μάνη, προς το τέλος του Οκτώβρη ή αρχές Νοέμβρη, ανάλογα με την ωρίμανση του καρπού. Οι ελιές είναι έτοιμες για μάζεμα, όταν το μεγαλύτερο μέρος του ελαιόκαρπου έχει πάρει χρώμα μπλε σκούρο προς μαύρο. Πολλές φορές το λιομάζωμα συνεχίζεται μέχρι Δεκέμβρη ακόμα και Γενάρη. Παλιότερα υπήρχανε διάφοροι τρόποι για μάζεμα της ελιάς, σε κάθε τόπο. Στην Κέρκυρα και στους Παξούς το μάζεμα γινότανε από κάτω αφού είχανε πέσει οι καρποί από το δέντρο. Στην Κρήτη και σε άλλα νησιά στρώνανε δίχτυα γύρω από τα δέντρα και περιμένανε να ωριμάσουν και να πέσουν οι καρποί. Αλλού το μάζεμα γινότανε με ραβδισμό. Στη Σπάρτη και στη Μάνη το μάζεμα, από παλιά γινότανε πάνω στο δέντρο με τα χέρια. Σε μερικά μέρη της Ιταλίας (Την Τοσκάνη και την Ομβρία κυρίως) χρησιμοποιούσαν για το μάζεμα μεταλλικά χτένια. Τα τελευταία χρόνια άρχισαν και σε μας να χρησιμοποιούνται χτένια για το μάζεμα, με καλά αποτελέσματα γιατί συντομεύουν πολύ το μάζεμα. Τα χτένια αυτά είναι πλαστικά και λέγονται λανάρια. Η μέθοδος του ραβδίσματος- όπου ευτυχώς δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στη Μάνη- είναι η χειρότερη από όλες, γιατί πληγώνει το δέντρο και καταστρέφει κλαδίσκους που θα καρποφορούσαν την επόμενη χρονιά. Στη Μάνη του παλιού καιρού, το μάζεμα του καρπού γινότανε πάνω στα δέντρα. Για το σκοπό αυτό πρώτα στρώνανε γύρω από το δέντρο μεγάλα πανιά, που τα λέγανε σαϊσματα ή λιόπανα. Μετά από αυτό γυναίκες και άντρες ανεβαίνανε πάνω στην ελιά. Στην αρχή διαλέγανε και κόβανε με πριόνι μεγάλους κλάδους που θέλανε ανανέωση. Οι κλάδοι αυτοί γεμάτοι καρπό πέφτανε πάνω στα απλωμένα λιόπανα. Εκεί όσοι ήτανε από κάτου ραβδίζανε τους κομμένους κλάδους για να πέσει ο καρπός. Μετά το κόψιμο των κλάδων, όσοι ήτανε πάνω στην ελιά, πιάνανε ένα-ένα τα κλαράκια με τις ελιές και τα μαδάγανε με τα δάχτυλα. Το μάδημα αυτό, που θύμιζε λίγο το άρμεγμα, γινότανε με τέχνη ώστε να πέφτουν οι καρποί και να μένουνε άθικτα τα κλαριά. Το λιομάζεμα, αντίθετα με τον θερισμό 'η το αλώνισμα που γίνονται σε ζεστές καλοκαιρινές μέρες, γίνεται το Φθινόπωρο με καιρό δροσερό ή ελαφρά ψυχρό. Αυτός ο καιρός δίνει διάθεση και κέφι στους δουλευτές. Όπως είναι πάνω στα ελαιόδεντρα μπορούν να μαζεύουνε και ταυτόχρονα να τραγουδάνε ή να μιλάνε μεταξύ τους, να λένε διάφορα αστεία και να πειράζονται. Αυτό κάνει το λιομάζεμα μια ομαδική εργασία κοπιαστική αλλά ευχάριστη. Όταν τελειώνανε το μάζεμα στη μια ελιά, στρώνανε τα λιόπανα στην επόμενη και συνεχιζότανε από ελιά σε ελιά ώσπου να τελειώσει το χωράφι. Ο καρπός μαζευότανε στα λιόπανα σε σωρούς και καθαριζότανε από φύλλα και κλαράκια, που είχανε ανακατευτεί. Μαζεύανε τον καρπό σε σακιά και με μουλάρια ή γαϊδουράκια τον μεταφέρανε σε ένα ορισμένο σημείο κοντά σε δρόμο. Το σημείο αυτό το λέγανε παχνί. Στο παχνί αδειάζανε τα σακιά και απλώνανε τον καρπό για να αερίζεται. Σε μια, δύο μέρες ερχόντουσαν οι αγωγιάτες από το λιτριβείο, ξαναβάζανε τον καρπό σε μεγαλύτερα σακιά και με μουλάρια τον πηγαίνανε στο λιτριβείο. Εκεί γινότανε το άλεσμα και η επεξεργασία του καρπού.
Το χαμολόι
Εκτός από το μάζεμα της ελιάς πάνω στα ελαιόδεντρα, χρειαζότανε να μαζευτεί ο ελαιόκαρπος, που έπεφτε χάμου, για να μην πάει χαμένος. Αυτή τη δουλειά, που ήτανε ευκολότερη συγκριτικά με το μάζεμα της ελιάς ψηλά πάνου στα κλαδιά, την αναλαμβάνανε οι γραίες και τα μικρά παιδιά. Και αυτό γιατί δεν “φελάγανε” (δεν μπορούσανε) να ανέβουνε στα δέντρα. Το μάζεμα του ελαιόκαρπου, από χάμου, σπυρί σπυρί, λεγότανε χαμολόϊ.
Το κοκκολόι
Δουλειά παρόμοια με το χαμολόϊ ήτανε και το κοκκολόϊ. Εδώ όμως έχουμε το μάζεμα λίγων κόκκων ελιάς, που ξεχάστηκαν από τους νοικοκυραίους και ξεμείνανε αμάζευτοι στα χωράφια. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο αυτούς τρόπους συγκομιδής του ελαιόκαρπου είναι ότι στο χαμολόϊ οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι μαζεύανε όσα λιόσπυρα έριχνε χάμου ο αέρας ή η βροχή ή όσα σπυριά “τσαγκράγανε” (τιναζόντουσαν) έξω από τα στρωμένα λιόπανα, κατά την ώρα της συγκομιδής. Στο κοκκολόϊ φτωχοί άνθρωποι, περνάγανε από τα μαζεμένα ελαιοπερίβολα και μαζεύανε λίγα σπυριά ελιές, που είχανε ξεχαστεί εδώ κι εκεί από τους μαζευτές. Γριούλες και φτωχά Μανιατάκια “κοκκολογάγανε” (μαζεύανε κόκκο κόκκο τα λιόσπυρα) από ξένα κτήματα για να κάνουνε λίγο λαδάκι, για να βγάλουνε τη “λοβή χρονιά”. (Από το βιβλίο “Οι Παλαιοί Μανιάτες του Βασίλη Πιερρακέα, Εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη σελ. 80-84).
Τρίτη 25 Απριλίου 2023
Η Βελανιδιά στην Μάνη.
Η βελανιδιά ή βαλανιδιά (επιστ. Δρυς, Quercus) είναι γένος φυτών της οικογένειας των Φηγοειδών (Fagaceae) με 531 αυτοφυή είδη του βόρειου ημισφαίριου της γης. Είναι το κατ' εξοχήν δένδρο των δρυμών.
Είναι δέντρα ψηλά, αιωνόβια που βρίσκονται είτε σε πεδινές είτε σε ορεινές περιοχές. Ο καρπός της βαλανιδιάς είναι το βαλανίδι (από το βάλανος), χρήσιμο για ζωοτροφές και στη βυρσοδεψία. Το ξύλο όλων των ειδών είναι βαρύ, σκληρό και δεν σαπίζει εύκολα. Χρησιμοποιείται στην οικοδομική, ναυπηγική, επιπλοποιία, στην κατασκευή σανίδων, δοκαριών και παρασκευάζονται από αυτό ξυλάνθρακες πολύ καλής ποιότητας.
Είδη
Τα κυριότερα είδη που βρίσκονται στην Ελλάδα και την Κύπρο είναι:
- Η ήμερη βαλανιδιά ή βαλανιδιά (λατ. Quercus ithaburensis subsp. macrolepis). Φτάνει τα 30 μέτρα σε ύψος και ευδοκιμεί σε θερμό και ξηρό περιβάλλον. Βρίσκεται στις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου σε πεδινές περιοχές, καθώς και στους πρόποδες των βουνών. Τα φύλλα της είναι δερματώδη, ωοειδή με οξείες παρυφές, χνουδωτά. Ο καρπός της είναι σκληρό κάρυο κυπελλοφόρο και μονόσπερμο. Το κύπελλο του καρπού φέρει πυκνά αγκαθωτά λέπια. Πάντως υπάρχουν και άκαρπα δέντρα και αυτό αποδίδεται στην κακή ανθοφορία. Το ξύλο της είναι βαρύ και πολύ σκληρό. Στην Ελλάδα βρίσκεται στις Κυκλάδες, βόρειες Σποράδες, Αττική, Ρόδο, Κρήτη, Θεσσαλία και Βοιωτία. Από τα κύπελλα των καρπών βγαίνει εκχύλισμα που είναι χρήσιμο στη βαφική και τη βυρσοδεψία.
- Η δρυς η ποδισκοφόρος (λατ. Quercus robur). Φτάνει σε ύψος τα 25 μέτρα και σχηματίζει μεγάλα δάση στις περιοχές της Βορείου και Κεντρικής Ευρώπης Ο κορμός της έχει χρώμα γκριζωπό ή σκούρο γκρίζο και ο φλοιός βαθιές ρωγμές. Τα φύλλα της αναπτύσσονται μαζί με τα άνθη και είναι ενωμένα, λεία και έχουν ακανόνιστους λοβούς. Τα βαλανίδια έχουν χαρακτηριστικό μακρύ ποδίσκο. Στην Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλές ορεινές περιοχές και σε υψόμετρο από 800-1000 μέτρα. Είναι γνωστή και με τις ονομασίες ρουπάκι, ρένια και ροτούκι.
- Η δρυς η απόδισκη (δρυς η πετραία, λατ. Quercus petraea, κοινώς «δέντρος»). Διαφέρει από την ποδισκοφόρο στο ότι τα βαλανίδια της δεν έχουν ποδίσκο.
- Η δρυς η Μακεδονική (δρυς η τρωική, λατ. Quercus trojana). Φτάνει σε ύψος τα 20 μέτρα και βρίσκεται στις περιοχές των Βαλκανίων. Στην Ελλάδα βρίσκεται με μεμονωμένα δέντρα σε δασικές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης.
- Η δρυς η κηρρίς (λατ. Quercus cerris, κοινώς «τσέρος»). Συγγενικό είδος με τα προηγούμενα. Βρίσκεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα είναι αναμεμειγμένη με άλλα δέντρα. Γνωστή και με τις ονομασίες «τσέρο» και «ρουπάκι». Ο φλοιός της έχει βαθιές, ευθύγραμμες ρωγμές και τα βελανίδια της είναι μεγάλα, μακριά με κύπελλο που φέρει πολλά λέπια. Το είδος αυτό το αναφέρει και ο Θεόφραστος με το όνομα Αλοίφιος, ή Ασπρίς.
- Η λατζιά (δρυς η κληθρόφυλλη, λατ. Quercus alnifolia), θαμνώδες αειθαλές ενδημικό είδος της Κύπρου.
- Το πουρνάρι, ή πιρνάρι, ή πρίνος (δρυς η κοκκοφόρος, λατ. Quercus coccifera). Θαμνώδης, αείφυλλος, σκληρόφυλλος θάμνος με ευρεία εξάπλωση στην περιοχή της Μεσογείου. Σημαντικότερη ποικιλία αυτού είναι ο «χαμόπρινος» της οποίας το μεν ξύλο χρησιμοποιείται στη παραγωγή κάρβουνου, οι δε νεαροί βλαστοί του ως τροφή αιγοπροβάτων. Επίσης ο φλοιός της ρίζας του είναι βυρσοδεψικός, ενώ το σπέρμα του είναι βαφικό.(Βαφικό δεν είναι το σπέρμα του (βελανίδι), αλλά οι πορφυροί κόκκοι που σχηματίζονται στα φύλλα των νέων βλαστών , όταν εναποθέτει σ'αυτά τα αυγά του καποιο έντομο, και ακολούθως μετασχηματίζονται σε κόκκινους κόκκους, εξ ού και το όνομα κοκκοφόρος- coccifera. Είναι φαινόμενο σχετικό με τις κικκίδες, που σχηματίζονται στα φύλλα άλλων δρυών). γνωστό ως «πρινοκόκι». Άλλες ονομασίες αυτού του είδους είναι: κατσόπρινος, κατσιδοπίρναρο κ.ά.
- Η δρυς η βαφική (λατ. Quercus infectoria)), ημιφυλλοβόλο δέντρο με εξάπλωση από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου μέχρι το ΝΔ. Ιράν.
- Η αριά (λατ. Quercus ilex), αείφυλλο είδος με δερματώδη φύλλα.
- Η πλατύφυλλη δρυς ή μεσές (λατ. Quercus frainetto, κοινώς «δέντρο»), με μέσο μέγεθος βελανιδιού. Απαντάται στη Βαλκανική, στην Ιταλία, στην Ουγγαρία και στη Βορειοδυτική Τουρκία.
- Η χνοώδης δρυς (λατ. Quercus pubescens, κοινώς «δέντρος»). Είναι κοινό είδος σε όλη την Ελλάδα.
- Η Quercus aucheri, που απαντάται, στην Ελλάδα, μόνο στα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου.
Μυθολογία και ιστορία




.jpg)
.jpg)
























