Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χλωρίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χλωρίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2024

Πιστακία η Τερέβινθος (Pistacia terebinthus).

Πιστακία η Τερέβινθος



Eπιστημονική Oνομασία: Pistacia terebinthus
Άλλα Ονόματα: Τσικουδιά, Κοκκορεβυθιά, Αγρια Φιστικιά , Τραμιθιά ή Τριμιθιά
Φύλλο: σύνθετο, περιττόληκτο, 
Ταξιανθία: βότρυς, Φυτό: θάμνος ή δέντρο

Δένδρο γνώριμο στην περιοχή της Μεσογείου, για τους νόστιμους και πικάντικους καρπούς του. Συγγενεύει με τη φιστικιά (Pistacia vera) και το σχίνο (Pistacia lentiscus), από του οποίου τη Χιώτικη ποικιλία εξάγεται η μαστίχα.

Περιγραφή: Δένδρο δίοικο που φτάνει μέχρι και τα 10 μέτρα.  Πρέπει να φτάσει στην ηλικία των 7 έως 10 ετών για να κάνει καρπό. Ένα αρσενικό δένδρο φτάνει για να επικονιάσει από 8 έως 12 θηλυκά στην ίδια περιοχή. Με κατάλληλο κλάδεμα μπορεί να παραμείνει σε χαμηλό ύψος προκειμένου να είναι ευκολότερη η συγκομιδή των καρπών της.

Τα φύλλα: Ατρακτοειδή, πράσινα, γυαλιστερά και σχηματίζουν συστάδες των 9 (4 και 4 αντικριστά και ένα στην άκρη) σε σχήμα ψαροκόκκαλου. Τα νεαρά βλαστάρια γίνονται τουρσί και στο Πήλιο ονομάζονται Τσιτσίραβλα.

Το ρετσίνι: Ρητίνη με το όνομα κρεμεντίνα, όμοια με το ρετσίνι του πεύκου, από την οποία, μετά από ειδική επεξεργασία (βρασμός), παράγεται η τερεβινθίνη, το γνωστό νέφτι (Chian or Scio turpentine). Ακόμη χρησιμοποιείται σε βερνίκια και είναι βασικό συστατικό σε λαδομπογιές. Η διαφορά στην κρεμεντίνα είναι ότι περιέχει μεγάλες ποσότητες ταννίνης. Έτσι παράγεται ένα λάδι που χρησιμοποιείται για να σκουραίνει και να γυαλίζει δέρματα όπως και από το βελανίδι ή την πέτικα. Το μαστιχαδιενολικό οξύ που παράγεται από την κρεμεντίνα, χρησιμοποιείται ως αντιφλεγμονώδες, όπως απέδειξε ομάδα καθηγητών στο τμήμα φαρμακολογίας του Πανεπιστημίου της Βαλένθια στην Ισπανία με πειράματα σε ποντίκια το 2002, αλλά και για πολλές άλλες φαρμακευτικές χρήσεις, όπως τα αντηλιακά έλαια.

Άγρια φιστίκια ή τσίκουδα:



Οι μικροί φιστικοειδείς καρποί ξεκινούν να μεγαλώνουν αμέσως μετά σε σχηματισμό κοντούρας. Αλλάζουν πολλά χρώματα και στο τέλος του καλοκαιριού από κόκκινοι μετατρέπονται σε σκούρο μελανό, ενώ το επόμενο σκούρο πράσινο χρώμα δείχνει και την ωριμότητά τους. Υπάρχουν σε πολλές ποικιλίες για διαφορετικές χρήσεις. Τα πρώιμα αρχίζοντας περίπου από τα τέλη Ιουνίου, τα Ψιλάντικα, τα Χατζημηνάτα, τα Ρεβυθάτα που είναι χοντρά και σαρκώδη, τα Ψιλά για την παραγωγή λαδιού και τα σέρτικα. Όλα εκτός από τα σέρτικα μπορούν με κατάλληλη πίεση να ανοίξουν το κέλυφός τους σε δύο ίσα μέρη - γαβαθάκια και να ελευθερώσουν το νόστιμο και θρεπτικό περιεχόμενο τους.

Συγκομιδή: Γίνεται στα τέλη του καλοκαιριού μόλις ωριμάσει ο καρπός, με το στρώσιμο υφασμάτων κάτω από το δένδρο όπου πέφτει ο καρπός, καθώς κάποιος ραβδίζει το δένδρο. Στη συνέχεια τρίβονται για να πέσουν από τα τσαμπιά και τοποθετούνται σε σκάφες με νερό για να ξεχωρίσουν τα κούφια που επιπλέουν, από τα γεμάτα. Στεγνά πλέον μεταφέρονται στο ελαιοτριβείο για να μετατραπούν σε λάδι. Αφού κοπανιστούν, αλέθονται και μπαίνουν στο στειράκι, όπου με πίεση βγαίνει όλος ο χυμός τους που συγκεντρώνεται σε δεξαμενή. Το λάδι που επιπλέει, μαζεύεται με μεγάλη κουτάλα και τοποθετείται σε μπουκάλια ή νταμιτζάνες για οικιακή χρήση. Το λάδι που προκύπτει από τους καρπούς περιέχει ένα δυνατό συνδυασμό πρωτεϊνών και τανίνης και είναι νόστιμο, παχύ και μυρωδάτο, κατάλληλο για την ζαχαροπλαστική αλλά και ως καρύκευμα φαγητών.


Συνίσταται για: Αντιφλεγμονώδες

Μήνες άνθισης: Μάρτιος, Απρίλιος

Στην Μάνη την λέμε κοκοροβυϊθιά ή κοκοροβυϊχιά.





Τρίτη 9 Ιουλίου 2024

Κουμαριά (Arbutus Unedo) στην Μάνη.


Η Κουμαριά ή Άρβουτος η κοινή (επιστ. Arbutus unedo L.) είναι αειθαλής μεγάλος θάμνος ή μικρό δέντρο, με ευρεία εξάπλωση στην περιοχή της Μεσογείου έως τη δυτική Γαλλία και ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φυτά της μακίας βλάστησης.

Ονομασίες

  • Τον 3ο αι. π.Χ., ο φιλόσοφος Θεόφραστος στο βιβλίο του «Περί φυτών ιστορίαι» αναφέρει το φυτό με το όνομα Κόμαρος. 
  • Άλλες κοινές ονομασίες, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, είναι: Λαγομηλιά, Κουραμιά, Καρομηλία.



Περιγραφή

Η κουμαριά είναι φυτό με ελάχιστες απαιτήσεις, αναπτύσσεται σε ξηρές και πετρώδεις πλαγιές με καλά αποστραγγιζόμενα και σχετικά όξινα εδάφη. Πλούσιο και βαθύ, το έρπον ριζικό της σύστημα εκμεταλλεύεται την υγρασία του εδάφους, ενώ παράλληλα το προστατεύει από τη διάβρωση.

Το ύψος της κυμαίνεται συνήθως από 2–3 μ. αλλά  μπορεί να φτάσει έως και 12 μέτρα. Ο φλοιός της είναι καστανόχρωμος, ρυτιδωμένος και τραχύς, χαρακτηρίζεται δε από σφαιρικούς αδενώδεις καρπούς.

Έχει φύλλα στιλπνά, σκούρου πράσινου χρώματος, με ωοειδές σχήμα, οδοντωτά, τραχιά και δερματώδη. Τα ερμαφρόδιτα άνθη της είναι συνήθως λευκά ή ωχρόλευκα, κωδωνόσχημα, σχηματίζονται δε σε μικρές ταξιανθίες (τσαμπιά) που γέρνουν προς τα κάτω, ενώ έχουν λεπτό άρωμα μελιού. Η ανθοφορία διαρκεί συνήθως τρεις μήνες, από τα μέσα του φθινοπώρου μέχρι τις αρχές του χειμώνα. Οι εδώδιμοι καρποί ωριμάζουν μετά ένα έτος, κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, έτσι συνυπάρχουν στο ίδιο δένδρο άνθη και ώριμοι καρποί. Οι καρποί είναι σφαιρικοί, τύπου ράγας, με διάμετρο 15-20 χιλιοστά και περικλείουν πολυάριθμα σπέρματα. Αρχικά έχουν κίτρινο χρώμα το οποίο κατά την ωρίμανση γίνεται βαθυκόκκινο.


Γεωγραφική κατανομή

Η κουμαριά είναι ευρέως διαδεδομένη σε πολλές χώρες γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου (βλέπε επισυναπτόμενο χάρτη κατανομής) και συγκεκριμένα στις εξής: Ελλάδα, παράλια Τουρκίας, Λίβανο, Συρία, Ισραήλ, Τυνησία, Αλγερία, Μαρόκο, Πορτογαλία, Ισπανία (συμπερ. οι Βαλεαρίδες Νήσοι), Γαλλία (συμπερ. η Κορσική), Ιταλία (συμπερ. η Σαρδηνία και Σικελία), Σλοβενία, Κροατία και Αλβανία. Αναπτύσσεται επίσης στη δυτική Γαλλία και τη Βουλγαρία. Μικροί αυτοφυείς πληθυσμοί υπάρχουν στη νοτιοδυτική Ιρλανδία, όπου η κουμαριά ονομάζεται δέντρο της φράουλας (αγγλ. Strawberry tree ή Irish Strawberry tree). Οι πληθυσμοί αυτοί είναι κατάλοιπα πρώην ευρύτερης κατανομής, παλαιότερων θερμότερων και υγρότερων περιόδων, όταν το κλίμα ήταν γενικά πιο ζεστό από σήμερα. Μια άγρια φυσική ποικιλία με κόκκινα άνθη, η Arbutus unedo var. rubra, γνωστή με την ονομασία ρόδινη κουμαριά (αγγλ. Pink Strawberry tree), ανακαλύφθηκε πρώτη φορά στην Ιρλανδία το 1835.

Χημικά συστατικά

  • Μέρη του φυτού με δραστικές ουσίες: Φύλλα, φλοιός.
  • Δραστικές ουσίες: Κουμαρίνες, πηκτίνες (φύλλα), αρβουτίνη (φλοιός), άλατα καλίου και νατρίου, σάκχαρα, γαλλικό και ταννικό οξύ, ρητίνη, κόμμι.

Διατροφική αξία



Κούμαρα. Οι καρποί της κουμαριάς, γνωστοί ως κούμαρα, είναι εδώδιμοι και τρώγονται στο στάδιο της πλήρους ωρίμανσης, όταν δηλαδή το χρώμα τους είναι έντονο κόκκινο, η υφή τους μαλακή και η γεύση τους γλυκεία. Οι ώριμοι καρποί έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα (40%), με κύρια παρουσία της φρουκτόζης, γλυκόζης και σουκρόζης. Στη γεύση των καρπών συμβάλλουν τα οργανικά οξέα (φουμαρικό και μαλλικό) και από τα φαινολικά οξέα το γαλλικό. Οι ταννίνες προσδίδουν στιφή και υπόπικρη γεύση. Τα κούμαρα περιέχουν ακόμα βιταμίνες: βιταμίνη C, βήτα-καροτένιο, βιταμίνη Β3 (νιασίνη) και τοκοφερόλες.

Μετά τη συγκομιδή, οι ώριμοι καρποί θα πρέπει να καταναλωθούν εντός 24 ωρών, διότι είναι ευαίσθητοι και θα αρχίσουν να αποσυντίθενται. Όταν αποκοπούν από το φυτό ενώ είναι ακόμα ανώριμοι δεν ωριμάζουν καλά. Για τους παραπάνω λόγους, είναι προτιμότερο τα κούμαρα να τρώγονται κατευθείαν από το δέντρο.

Προφυλάξεις

Τον 1ο αι., ο γιατρός και βοτανολόγος Διοσκουρίδης χαρακτηρίζει το κούμαρο «καρπό κακοστόμαχο και κεφαλαλγή».

Υπερώριμα κούμαρα μπορεί να προκαλέσουν δηλητηρίαση, ενώ ανώριμα μπορεί να προκαλέσουν τάση για εμετό. Η υπερκατανάλωση του καρπού μπορεί να προκαλέσει μέθη, καθώς προκαλείται γρήγορη ζύμωση και σχηματισμός αλκοόλης μέσα στο στομάχι. Για τον λόγο αυτό πήρε το δεύτερο όνομα είδους «unedo» που προέρχεται από τη λατινική φράση «unum edo» και σημαίνει «τρώω μόνο ένα».

Μέλι κουμαριάς

Τα άνθη της κουμαριάς επικονιάζονται από τις μέλισσες και το μέλι που προκύπτει έχει την τάση να κρυσταλλώνει, αποκτώντας μια βουτυρώδη υφή. Το χρώμα του είναι σκούρο κίτρινο έως καφέ, η δε γεύση του πικρή και πολύ ιδιαίτερη, που το κάνει να ξεχωρίζει από τα άλλα μέλια και να θεωρείται «γκουρμέ». Στην υπόπικρη γεύση του οφείλει τη διεθνή ονομασία του ως «bitter honey» (πικρό μέλι). Έχει χαμηλότερα ποσοστά σακχάρων σε σύγκριση με άλλα μέλια, έτσι εμπεριέχει και λιγότερες θερμίδες. Είναι τονωτικό τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τις μέλισσες και οι μελισσοκόμοι συνήθως το αφήνουν στις κυψέλες για τροφή του μελισσιού τους χειμερινούς μήνες. Μέλι κουμαριάς παράγεται στην Ελλάδα (σε αμιγή μορφή  ή ανάμεικτο με ρεικόμελο), την Πορτογαλία, την Ισπανία και σε σημαντικές ποσότητες στη Σαρδηνία, γνωστό ως "Miele di Corbezzolo" (μέλι κουμαριάς), το οποίο θεωρείται το πιο φίνο και σπάνιο μέλι του νησιού.



Το γένος Arbutus στην Ελλάδα

Στην Ελληνική χλωρίδα απαντώνται δύο είδη του γένους Arbutus (Άρβουτος), ένα υβρίδιο και μια ποικιλία:

  1. Το είδος Άρβουτος η κοινή (Arbutus unedo), η κοινή κουμαριά 
  2. Το είδος Άρβουτος η αδράχνη (Arbutus andrachne) με κοινή ονομασία η αγριοκουμαριά ή γλιστροκουμαριά ή ελαφοκουμαριά ή ανδρουκλιά (κυπρ.)

Το φυσικό υβρίδιο Arbutus x andrachnoides (αγγλ. hybrid strawberry tree), το οποίο προέρχεται από διασταύρωση των δύο παραπάνω ειδών και παρουσιάζει παρόμοια μορφολογικά χαρακτηριστικά με τους δύο γονείς του. Εμφανίζεται σε περιοχές όπου τα δύο είδη συνυπάρχουν, κυρίως στα Ελληνικά νησιά και στις δυτικές ακτές της Τουρκίας.

Η ποικιλία Arbutus unedo var. rubra, η ονομαζόμενη ρόδινη κουμαριά (γνωστή και ως pink strawberry). Τα ρόδινα άνθη της ποικιλίας αυτής αποτελούν τη μοναδική μορφολογική διαφορά με την κοινή κουμαριά που φέρει λευκά άνθη.



Τα πεντανόστιμα κούμαρα είναι αγαπημένο φρούτο στη περιοχή της Μάνης και σε όσους γνωρίζουν ότι τρώγονται. Το εντυπωσιακό σχήμα και χρώμα των κλαριών με καρπούς, συνήθως καταλήγουν ως διακοσμητικό στοιχείο σε κάποιο βάζο.




Σάββατο 15 Ιουνίου 2024

Η Συκιά (Ficus carica).


Σύκο, ένα από τα δημοφιλέστερα καλοκαιρινά φρούτα με μοναδική γλυκιά γεύση. Τα σύκα τρώγονται φρέσκα την περίοδο του καλοκαιριού ή αποξηράμενα όλες τις εποχές του χρόνου. Επίσης, από τα άγουρα σύκα φτιάχνονται υπέροχα γλυκά του κουταλιού. Τα σύκα, ειδικά τα ξερά, έχουν μεγάλη διατροφική αξία καθώς διαθέτουν υψηλή περιεκτικότητα σε φυσικά ζάχαρα, ενώ περιέχουν πλήθος βιταμινών, ασβέστιο, φώσφορο και σίδηρο. 



Η κατανάλωση σύκων λειτουργεί ευεργετικά στην πέψη ενώ βοηθά σημαντικά στην αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας. Θα συναντήσουμε πολλές συκιές να φυτρώνουν στην ελληνική ύπαιθρο και αυτό είναι μία ένδειξη ότι μπορεί να ευδοκιμήσει εύκολα στον κήπο μας χωρίς πολλές καλλιεργητικές φροντίδες. Η συκιά είναι φυλλοβόλο δέντρο με καταγωγή από την μικρά Ασία, φθάνει συνήθως τα τέσσερα εως πέντε μέτρα σε ύψος και ζει για αρκετές δεκαετίες. 

Στον ελληνικό χώρο, η συκιά καλλιεργείται κυρίως στη νότια Ελλάδα σε περιοχές της Πελοππόνησου και της Στερεάς Ελλάδας, στην Εύβοια, στην Κρήτη καθώς σε νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου. 

Ας δούμε αναλυτικά τις κυριότερες ποικιλίες συκιάς για να φυτέψουμε μαζί με συμβουλές για τη φροντίδα τους, προκειμένου να απολάμβανουμε κάθε καλοκαίρι τα πιο νόστιμα σύκα από τον κήπο μας.

Οι πιο γνωστές ποικιλίες συκιάς

Όλες οι καλλιεργούμενες ποικιλίες συκιάς προέρχονται από το είδος της ήμερης συκιάς ενώ υπάρχει και το είδος της άγριας συκιάς (αρρενοσυκιά) με μικρότερου μεγέθους φύλλα η οποία σχηματίζει μικρότερους καρπούς που δεν τρώγονται. Υπάρχουν πολλές ντόπιες και ξένες ποικιλίες που καλλιεργούνται στη χώρα μας. Οι ποικιλίες της συκιάς διαχωρίζονται σε μονόφορες και δίφορες ανάλογα με τον ετήσιο αριθμό σοδειών, καθώς και με το χρωματισμό του φλοιού σε λευκές και έγχρωμες. Οι σημαντικότερες ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Ελλάδα είναι η Καλαμών, η Κύμης, η Βασιλική Μαύρη, Μαύρα Μαρκοπούλου, το Πολίτικο (λευκή), η Πρασινοσυκιά Λέσβου, η Φρακασάνα (λευκή) και η λευκή Βασιλική. Γνωστές ξένες ποικιλίες συκιάς είναι Alfiore, Brazilliana, Dauphine, Dottato, Mission και San piero. 

Σε τι συνθήκες ευδοκιμεί η καλλιέργεια της συκιάς; 

Η συκιά ευδοκιμεί σε όλους τους τύπους εδαφών εκτός από τα αργιλώδη εδάφη. Τα πλέον ευνοϊκά εδάφη είναι τα πλούσια, βαθιά, ελαφριάς σύστασης και καλά στραγγιζόμενα. Η συκιά αναπτύσσεται καλύτερα σε θερμά κλίματα, καθώς το φυτό δεν φαίνεται να απαιτεί χαμηλές θερμοκρασίες τον χειμώνα για να διαφοροποιήσει τους ανθοφόρους οφθαλμούς. Η συκιά είναι ευαίσθητη σε χαμηλές θερμοκρασίες καθώς σε θερμοκρασίες χαμηλότερες του μηδενός, παρουσιάζονται ζημιές στο φύλλωμα του δέντρου ενώ σε πολύ υψηλες θερμοκρασίες έχουμε υποβάθμιση του καρπού καθώς σκληραίνει ο εξωτερικός φλοιός. Επίσης, η υψηλή βροχόπτωση όταν ωριμάζουν τα σύκα προκαλεί σχίσιμο (σκάσιμο) των καρπών ενώ παράλληλα αλλοιώνεται η γεύση των σύκων καθώς ξινίζουν. 

Πόσο συχνά ποτίζουμε τις συκιές; 

Η συκιά είναι σχετικά ανθεκτική στην έλλειψη νερού, όμως για μια πλούσια παραγωγή θα απαιτηθεί πότισμα κατά την διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου. Ιδιαίτερα σε ξηρικές περιοχές, η συκιά θα χρειαστεί τακτικό πότισμα, τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, τους καλοκαιρινούς μήνες για να έχει ικανοποιητική ανάπτυξη και ποιοτική καρποφορία. Το υπερβολικό πότισμα μπορεί να προκαλέσει σκάσιμο των καρπών και υποβάθμιση της ποιότητας ενώ η έλλειψη νερού μπορεί να συντελέσει στην εμφάνιση των κούφιων καρπών. Τα ακανόνιστα ποτίσματα μπορεί να προκαλέσουν πτώση φύλλων και σημαντική πτώση καρπών. 

Πόσο συχνά βάζουμε λίπασμα στην καλλιέργεια της συκιάς; 

Η καλλιέργεια της συκιάς έχει σημαντικές ανάγκες σε λίπασμα για να έχει καλή ανάπτυξη και πλούσια καρποφορία. Την περίοδο του χειμώνα, μπορούμε να ενσωματώσουμε στο χώμα χωνεμένη κοπριά και κομπόστ για να εφοδιάσουμε το έδαφος με θρεπτικά στοιχεία και οργανική ουσία. Στις αρχές της άνοιξης, προσθέτουμε πλήρες βιολογικό λίπασμα με υψηλότερη περιεκτικότητα σε κάλιο και επαναλαμβάνουμε στις αρχές του καλοκαιριού. Αποφεύγουμε, τα λιπάσματα αζώτου κατά την περίοδο της ανθοφορίας και μετά την καρπόδεση γιατί μπορεί να προκαλέσουν πτώση ανθέων και καρπών. 

Πώς γίνεται η επικονίαση και η γονιμοποίηση της συκιάς;

Η επικονίαση και η γονιμοποίηση σε αρκετές ποικιλίες συκιάς για την παραγωγή των σύκων γίνεται με την βοήθεια ενός εντόμου, του ψήνα, που βρίσκεται στους καρπούς της άγριας συκιάς και επικονιάζει τα θηλυκά άνθη των ποικιλιών της ήμερης συκιάς. Η μεταφορά της γύρης στην συκιά με το έντομο του ψήνα γίνεται από τα τέλη Μαίου ως τα τέλη Ιουνίου. Σε επαγγελματικές καλλιέργειες συκιάς, για ποικιλίες που χρειάζονται επικονίαση με τον ψήνα, για να εξασφαλίσουμε ικανοποιητική καρποφορία, αν δεν έχουμε φυτέψει ή αν δεν υπάρχουν κοντά άγριες συκιές, μπορούμε να βάλουμε μικρά σύκα άγριας συκιάς (αρρενόσυκα) που περιέχουν το έντομο του ψήνα σε πλαστικά δίχτυα ή χάρτινες σακούλες. Στη συνέχεια, βάζουμε τις σακούλες σε κάθε δέντρο συκιάς για να βελτιωθεί σημαντικά η επικονίαση και η γονιμοποίηση των σύκων. 

Ποιες ασθένειες και ποια έντομα προσβάλλουν τις συκιές; 

H συκιά προσβάλλεται από διαφορές μυκητολογικές ασθένειες όπως η κερκοσπορίαση που προκαλεί καστανέρυθρες κηλίδες στο φύλλωμα, το φουζάριο και ο βοτρύτης που προκαλεί σαπίσματα στους καρπούς. Για την προστασία από ασθένειες, ψεκάζουμε το φύλλωμα και τους καρπούς της συκιάς με διάλυμα χαλκού.

Η συκιά στην Μάνη

Η σουκιά (=συκιά) πολλαπλασιάζεται εύκολα. Φυτρώνει μόνη της από σποράκι του σύκου ή σαν παραφυάδα παλιότερης ή σαν καταβολάδα που φυτεύεται ειδικά και πιάνει εύκολα.

Η ύπαρξη ενός έλλιζου (αρσενικής συκιάς που σπάνια λέγεται και ορνιός) που τα λίζια (πρόφερε: λίγια) του πολλαπλασιάζουν όλες τις θηλυκές σουκιές, είναι αρκετή για μια περιοχή ενός χωριού. Λίζι (πληθυντ. λίγια) είναι το αγίνωτο σύκο, αλλά και το αρσενικό. Οι συκιές καρποφορούν από 20 Ιουνίου κι ύστερα (Γυαλιστής μήνας) ως τον Σεπτέμβρη. Μερικές κρατούν ως ττον Δεκέμβρη.

Τα σύκα μαζεύονται τον Αύγουστο, λιάζονται ανοιγμένα ή όχι (σκοπαϊδες απ'το σουκοπαγίδες – παγίδευαν έντομα με αυτά και ιδίως σκούρκους). Φουρνίζονται και φυλάγονται για τροφή σ' ανθρώπους και ζώα.

Είδη: αραπόσουκα ή μαυρόσουκα (μαύρα), ασπρόσουκα (μικρά άσπρα), αυγόσουκα (μεγάλα άσπρα), βουβαλόσουκα (πολύ μεγάλα σταχτιά), λιζόσουκα (μέτρια καφετιά που ξανθαίνουν ξερά) και ασκαδόσουκα (που έχουν μερικές φορές και μούρη, σαν να βγαίνει δεύτερο από αυτά, όταν είναι εύρωστα. Πρλβ. Ασκός ή ασκιάδι. Είναι πράσινα και ξανθαίνουν όταν ξεραθούν και μαραγκιάσουν οπότε λέγονται και μαραγκούλες), μελισσόσουκα.

Ανάλογα ονόματα έχουν και οι συκιές (αραποσουκιά, λιζοσουκιά κλπ). Η χειρότερη αρρώστια της σουκιάς είναι η ψούρα (ψώρα). Προέρχεται απ'την πολλή κοπριά. Γι'αυτό συκιές που είναι κοντά σε σπίτια και “κοπρόγεια” δεν κάνουν καλά σύκα. Μέσα έχουν βρωμιά. Αντίθετα σουκιές σε προσήλια, ευάερα, καθαρά μέρη έχουν καλά σύκα.

Το δέντρο της σουκιάς είναι από τα πιο αντοχής. Απ' την ρίζα να την κόψεις ξαναβγαίνει (αν έχει σε καλό έδαφος ριζώσει). Πάνω σε γκρεμούς ή σε σπίτια φυτρώνει. Αν θέλεις να κόψεις ριζωμένη συκιά πρέπει ή να την ξεριζώσεις και σκεπάσεις τον τόπο της ή να την κάψεις καλά στην ρίζα και σκεπάσεις με συμπαγείς πέτρες. Η συκιά κοντά σε σπίτι δεν είναι καλή γιατί μαζεύει κουνούπι. Η αναπνοή της είναι βαρειά (αποπνέει άλλα αέρια από εκείνα της ελιάς ή του πεύκου) και είναι ανθυγιεινή για όποιον κοιμηθεί στην σκιά της.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Κυριάκου Δ. Κάσση "Λαογραφία της Μέσα Μάνης Α' Υλική Ζωή" Σελίδες 167-168.

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2024

Το Φασκόμηλο στην Μάνη.


Το φασκόμηλο ή φασκομηλιά ('Σάλβια η φαρμακευτική, ελλ. Ελελίφασκος ο φαρμακευτικός, Salvia officinalis) ανήκει στο γένος των Αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών Ελελίφασκος (Salvia). Στα αγγλικά η κοινή του ονομασία είναι sage, ή garden sage, ή common sage. Το φασκόμηλο, πολυετές, θαμνώδες, με πολυάριθμα κλαδιά, ύψους μέχρι μισό μέτρο, βρίσκεται σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας κυρίως σε ξηρούς και πετρώδεις τόπους. Καταναλώνεται σαν αφέψημα για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες, που όμως σε κάποιες περιπτώσεις έχει παρενέργειες.

Χαρακτηριστικά
Τα φύλλα του είναι επιμήκη και παχιά, χρώματος λευκοπράσινου. Τα άνθη του φύονται κατά σπονδύλους, είναι χρώματος μοβ και ανθίζουν από τον Μάιο έως τον Ιούνιο.

Χρήσεις
Το φυτό έχει έντονη αρωματική οσμή και καλλιεργείται για τις φαρμακευτικές ιδιότητες του, ως αφέψημα και ως καρύκευμα. Τα φύλλα που είναι και το κατεξοχήν χρησιμοποιούμενο μέρος του φυτού συλλέγονται λίγο πριν ή κατά την αρχή της ανθοφορίας με ξηρό και ηλιόλουστο καιρό, τον Μάιο ή τον Ιούνιο και ξηραίνονται στη σκιά.
Περιέχει ως κύρια ουσία αιθέριο έλαιο, φασκομηλόλαδο, άχρωμο ή ερυθροκίτρινο, σαπωνίνες, πικρές ουσίες, τερπένια, ρητίνες, πικρά διτερπένια, ταννίνες, τριτερπένια, φλαβονοειδή και θουγιόνη (thujone, μια μονοτερπενική κετόνη).
Τα φύλλα έχουν αντισηπτικές, αποχρεμπτικές και σπασμολυτικές ιδιότητες. Το φυτό έχει στομαχικές, τονωτικές και καρδιοτονωτικές ιδιότητες ενώ χρησιμοποιείται και κατά των νευραλγιών. Η φασκομηλιά χρησιμοποιείται στη θεραπευτική με τη μορφή αφεψήματος εσωτερικά ως ανθιδρωτικό (ιδιαίτερα κατά του νυχτερινού ιδρώτα φυματικών και νευρασθενών).
Στην αρχαιότητα οι πρόγονοί μας το χρησιμοποιούσαν σαν πολυφάρμακο και έχει εκθειαστεί από τον Ιπποκράτη, τον Διοσκουρίδη τον Γαληνό και τον Αέτιο. Οι Λατίνοι το θεωρούσαν ιερό φυτό και το χρησιμοποιούσαν σε τελετές. Ήταν το φυτό της αθανασίας.
Είναι ιδιαίτερα τονωτικό λόγω της τανίνης που περιέχει. Είναι καλό φάρμακο κατά της ατονίας του στομάχου και των εντέρων αλλά και απολυμαντικό και αποχρεμπτικό σε περίπτωση κρυολογημάτων. Θεωρείται τονωτικό της μνήμης και καταπολεμά τη νωθρότητα. Το φασκόμηλο είναι ευεργετικό στα μαλλιά και στυπτικό με μάσκα στο πρόσωπο.
Σε αρκετούς θάμνους σχηματίζονται σκληρά, χνουδωτά σφαιρίδια, οφειλόμενα σε προσβολή εντόμων. Επειδή μοιάζουν με καρπούς, ο λαός τα αποκαλεί «μήλα της φασκομηλιάς», απ’ όπου το φυτό πήρε το όνομά του. Παλιότερα τα μασούσαν για να καθαρίσουν τα δόντια τους. Το αφέψημά του χρησιμοποιείται στη θεραπεία της ουλίτιδας και των δερματικών παθήσεων. Το αιθέριο έλαιό του κατά του πονόδοντου.
Στη Μάνη, αλισπακίδα λέγεται ο καρπός της φασκομηλιάς, η φασκομηλιά λέγεται σπάκα από το αρχαίο σφάκος, καθώς και η αλισπακίδα από το αρχαίο ελελίσφακος. Άργαση λένε το βρασμένο νερό με φύλλα βελανιδιάς και φασκομηλιάς, με το οποίο πλένουν τα πιθάρια.

Ως αφέψημα
Στις περιοχές της Μεσογείου αποξηραίνεται και πίνεται ως αφέψημα, το γνωστό φασκόμηλο.
Το αφέψημα λαμβάνεται και σερβίρεται αμέσως μετά το βράσιμο. Αν παραμείνει αρκετή ώρα μαζί με τα φύλλα που έβρασαν, οι πικρές ουσίες μέσα στο αφέψημα αυξάνονται και η γεύση του γίνεται δυσάρεστη.
Στη μαγειρική χρησιμοποιείται για τον αρωματισμό διαφόρων ζωμών, φαγητών και του ξιδιού ενώ θεωρείται και μελισσοτροφικό φυτό παρέχοντας μέλι εκλεκτής ποιότητας.


Παρενέργειες
Πάντως η χρήση του πρέπει να γίνεται με σύνεση γιατί υπάρχουν περιπτώσεις δηλητηρίασης από υπερβολική χρήση που οφείλεται κυρίως στην ουσία θουγιόνη που υπάρχει στο φυτό. Αυτή η χημική ουσία μπορεί να προκαλέσει επιληπτικές κρίσεις, βλάβες στο συκώτι και το νευρικό σύστημα. Σύμφωνα με τα επιτρεπτά όρια θουγιόνης που ορίζει ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΑ) δεν πρέπει να καταναλώνονται περισσότερα από 7-12 (ή με άλλη έρευνα 2-20) αφεψημάτα φασκόμηλου την ημέρα.
Λόγω της εμμηναγωγού δράσης του φασκόμηλου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από γυναίκες σε αναπαραγωγική προσπάθεια διότι μπορεί να προκαλέσει αποβολή.  Δεν πρέπει να καταναλώνεται από μικρά παιδιά και για τον ίδιο λόγο από γυναίκες που θηλάζουν.


Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024

Η Αμυγδαλιά (Prunus amygdalus) στην Μάνη.


Η αμυγδαλιά (Prunus amygdalus) είναι ένα φυλλοβόλο, πολυετές, καρποφόρο δέντρο που μπορεί να ζήσει και 90 χρόνια και να φτάσει σε ύψος τα 12 μέτρα και πλέον. Κατάγεται από τις περιοχές της Ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Πρόκειται για δέντρο με το μεγαλύτερο ετήσιο κύκλο βλάστησης, καθώς είναι εκείνο που ανθίζει και βλαστάνει πρώτο την άνοιξη και το τελευταίο που ρίχνει τα φύλλα του το φθινόπωρο. Σχηματίζει φύλλα λογχοειδή, κατ’ εναλλαγή, γυαλιστερά, οδοντωτά, αδενοφόρα, χωρίς τριχίδια, πράσινου χρώματος, με δύο παράφυλλα στη βάση τους. Τα άνθη της εμφανίζονται πριν τη βλάστηση, είναι λευκά ή λευκορόδινα, με έως και 40 στήμονες στο εσωτερικό τους και είναι ερμαφρόδιτα. Ωστόσο, οι περισσότερες ποικιλίες είναι αυτόστειρες, γι’ αυτό απαιτείται η παρουσία επικονιαστών για ικανοποιητική παραγωγή. Παράγουν πολύ καλής ποιότητας νέκταρ, προσελκύοντας πληθώρα μελισσών και άλλων επικονιαστών και η εικόνα που δημιουργούν ιδιαίτερα όταν βρίσκονται πολλές αμυγδαλιές μαζί είναι εντυπωσιακή, σηματοδοτώντας το τέλος του χειμώνα και την αρχή της άνοιξης. Από τα άνθη που θα γονιμοποιηθούν προκύπτουν τα αμύγδαλα, που είναι ώριμα προ το φθινόπωρο, με βρώσιμο τμήμα το σπέρμα τους, ενώ απολαμβάνουν πολλές άλλες χρήσεις από τον άνθρωπο.


Η αμυγδαλιά αγαπά τα θερμά και ξηρά κλίματα. Σε πιο ψυχρά κλίματα δεν καρποφορεί και χρησιμοποιείται ως καλλωπιστικό δέντρο. Μάλιστα, χρειάζεται προσοχή σε ανοιξιάτικους παγετούς που προκαλούν μεγάλη ζημιά στα άνθη πού έχουν ήδη ξεπροβάλει στα κλαδιά. Ευδοκιμεί σε πλήρως ηλιόλουστες θέσεις και σε βαθιά, μέτριας γονιμότητας και υγρασίας, αλλά καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη. Μπορεί να ανεχτεί περιόδους ξηρασίας και άγονα εδάφη, αλλά όχι τα βαριά αργιλώδη με κακή αποστράγγιση. Συστήνεται μία εφαρμογή λίπανσης λίγο πριν την έξοδο από το λήθαργο και μία το φθινόπωρο. Απαιτείται, ακόμα, το κλάδεμα ως καλλιεργητική τεχνική, τόσο για την ενίσχυση της καρποφορίας, όσο και για την επίτευξη του επιθυμητού σχήματος. Είναι ευαίσθητη σε προσβολή από έντομα, αλλά και σε μυκητολογικές ασθένειες, όπως η μονίλια, γι’ αυτό απαιτείται η τήρηση των κανόνων υγιεινής ή εφαρμογή ψεκασμών, τόσο προληπτικά, όσο και επεμβατικά. Πολλαπλασιάζεται με σπόρο και έπειτα εμβολιασμό των σποροφύτων - υποκειμένων με εμβόλιο που φέρει τα επιθυμητά χαρακτηριστικά.


Οι αμυγδαλιές καλλιεργούνται για πολλές χιλιάδες χρόνια από τους ανθρώπους, ξεκινώντας από περιοχές της Ασίας, της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου και πλέον καλλιεργούνται από σχεδόν όλα τα μέρη του κόσμου. Όπου οι συνθήκες δεν ευνοούν την καρπόδεση, τα δέντρα αυτά φυτεύονται ως καλλωπιστικά, αφού χαρίζουν εντυπωσιακές εικόνες κυρίως την περίοδο ανθοφορίας τους. Συχνά φυτεύονται κατά μήκος εθνικών οδών, βελτιώνοντας ταυτόχρονα και της ποιότητα του εδάφους, αλλά και του τοπίου. Ο βασικότερος λόγος καλλιέργειάς τους, όμως, είναι η παραγωγή των αμυγδάλων. Αυτά καταναλώνονται ως ξηροί καρποί, και με πολλές άλλες εφαρμογές σε συνταγές μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής. Από το εδώδιμο τμήμα, όμως, εξάγεται και το γνωστό αμυγδαλέλαιο με πολλές χρήσεις τόσο στη μαγειρική, αλλά και ως βάση για την παρασκευή καλλυντικών, σαπουνιών και φαρμάκων. Χρησιμοποιείται, ακόμα, ως συστατικό για παρασκευή ποτών, όπως η σουμάδα. Από την ψίχα παράγεται και το γάλα αμυγδάλου, με μεγάλη αξιοποίηση ως εναλλακτικό γαλακτοκομικό προϊόν, ιδίως τα τελευταία χρόνια. Εκτός από το εδώδιμο τμήμα, από τις αμυγδαλιές, ο άνθρωπος αξιοποιεί και άλλα τμήματά του, όπως το περικάρπιο, πλούσιο σε κάλιο, η στάχτη του οποίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί εξαιρετικά από σαπωνοποιούς. 


Το ξύλο της αμυγδαλιάς μπορεί να χρησιμοποιηθεί, επίσης, ως καύσιμη ύλη, αλλά και στην ξυλογλυπτική, για κατασκευή διαφόρων αντικειμένων. Παράλληλα, εξάγεται και το αιθέριο έλαιο, από τη διάσπαση της αμυγδαλίνης που περιέχεται στην ψίχα των πικραμύδγαλων (όπως και στον πυρήνα βερίκοκων). Πολλές σύγχρονες έρευνες επιβεβαιώνουν τις ιαματικές ιδιότητες που διαθέτουν τα διάφορα τμήματα του φυτού, χάρη στην πληθώρα φυτοχημικών που περιέχονται, όπως λιπαρά οξέα και φαινολικά συστατικά. Έτσι, έχει φανεί πως τα διάφορα προϊόντα προερχόμενα από το αμύγδαλο έχουν αντιοξειδωτική, νευροπροστατευτική, αντιφλεγμονώδη δράση, αλλά και συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της χοληστερολαιμίας και άλλων διαταραχών.


Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2024

Κεφαλάκια στην Μάνη.

Κεφαλάκια


Κεφαλάκια ή γουλάκια: «Εκεί που ο γάιδαρος ψοφάει από πείνα οι Μανιάτες κάτι θα βρουν να φάνε» διαβάζω στο βιβλίο της Κατερίνας Εξαρχουλέα - Γεωργιλέα «Γεύσεις Μάνης» (εκδ. Αδούλωτη Μάνη). Είναι γεγονός. Οι πλαγιές της Μάνης θρέφουν εδώ και αιώνες τους Μανιάτες και με τα χόρτα τους. Τα κεφαλάκια – τα λένε επίσης γουλάκια ή κεφαλούνια σκορτσονέρα η κροκόφυλλη ή ασγούρνεο (έτσι τα λέμε στις Πιόντες) - είναι άγρια χόρτα που φυτρώνουν στη Μάνη και, λίγο προτού ανθίσουν, τα μαζεύουν. Είναι σπάνιο χορταρικό με μικρό ανθάκι και άρωμα πολύπλοκο. Τα βράζουν, όχι παραπάνω από 10 λεπτά, και τα ρίχνουν στο τηγάνι μαζί με χτυπημένα αβγά, φτιάχνοντας μια ομελέτα με χόρτα.
Γίνονται επίσης τουρσί, αποξηραμένα, βραστή σαλάτα με λαδολέμονο, κοκκινιστά με χοιρινό ή με σουπιές. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν μυρωδικό στην μαγειρίτσα το Πάσχα.


Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2023

Η Ελιά στην Μάνη.

Η Ελιά στην Μάνη



Το ελαιόλαδο, χαρακτηριστικό προϊόν της Μάνης, είναι γνωστό για την περίφημη γεύση του και την ανώτερη αλλά και ιδιαίτερη ποιότητά του.

Ελιές


Οι Μανιάτες εξασφάλισαν την επιβίωση τους μέσα στους αιώνες, καλλιεργώντας τις ελιές και παράγοντας λάδι. Έτρωγαν και χρησιμοποιούσαν λάδι καθημερινά. Το τοποθετούσαν σε πιθάρια μέσα στη γη για να διατηρήσουν την ποιότητα του, καθώς επίσης το χρησιμοποιούσαν ως φυσικό συντηρητικό για να διατηρούν τις τροφές τους αναλλοίωτες για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η ελαιοπαραγωγή αποτελεί την κύρια πηγή εσόδων των οικογενειών της Μάνης. Η παρουσία ενός τουλάχιστον ελαιοτριβείου σε όλους σχεδόν τους οικισμούς της χερσονήσου μαρτυρά τη θέση που κατείχε το ελαιόλαδο για την ευρύτερη περιοχή.



Ο καρπός της ελιάς και το ελαιόλαδο για τους Μανιάτες συνδέονται άρρηκτα με την χριστιανική πίστη, οι εκκλησίες φωτίζονται από καντήλια καίγοντας λάδι, το παιδί αλείφεται με έλαιο κατά τη βάπτιση και οι χριστιανοί ευλογούνται με το ιερό ευχέλαιο.
Ανέκαθεν, μία από τις πιο σημαντικές ελαιοπαραγωγικές περιοχές στην Ελλάδα ήταν η Πελοπόννησος. Το 1830, τα ελαιόδεντρα που υπάρχουν και εντοπίζονται στη γεωγραφική περιοχή της Μάνης ξεπερνούν το εντυπωσιακό ποσοστό 70% της υπόλοιπης Ελλάδας.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την κατάταξη του ελαιόλαδου στα ποιοτικώς ανώτερα ελληνικά έλαια του 19ου αιώνα, υπογραμμίζει τη βαρύτητα της γεωγραφικής περιοχής της Μάνης στον ελληνικό χάρτη της ελαιοπαραγωγής.



Γνωρίζετε ότι …

  • Η ελιά αποτελεί παγκόσμιο σύμβολο ειρήνης, ευημερίας, γνώσης, σοφίας και ελπίδας.
  • Το ελαιόδεντρο σε άγρια μορφή υποστηρίζεται ότι πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλάδα το 1200 π.Χ. και καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά, σύμφωνα με την ιστορία, από τους Σύριους ή από τον Μινωικό πολιτισμό μεταξύ 3500-2500 π.Χ. Οι χρήσεις του ελαιόλαδου στην Ελλάδα ήταν πολλές από αρχαιοτάτων χρόνων και η ελιά είχε συνδεθεί με τον πολιτισμό, τη θρησκεία, τη διατροφή και την υγεία.
  • Οι αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν τη σωματική τους δύναμη και την πνευματική τους ευεξία στην κατανάλωση ελαιόλαδου και σύμφωνα με τον κώδικα του πατέρα της Ιατρικής, Ιπποκράτη, το ελαιόλαδο θεωρούνταν ευεργετικό για περισσότερες από 60 θεραπευτικές χρήσεις.
  • Η σύγχρονη ιατρική επιβεβαιώνει το γεγονός ότι το ελαιόλαδο είναι ευεργετικό για την υγεία και θεωρείται το πιο μεγάλο μυστικό για την εξασφάλιση ευεξίας και μακροβιότητας. Έχει πλέον διαπιστωθεί η άμεση σχέση της κατανάλωσης ελαιόλαδου με την ελάττωση του κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα, καρκίνο, υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, νόσο Alzheimer, έλκος, σεξουαλική ανικανότητα, ακόμα και με την ανάπτυξη του οργανισμού και τη αντιγήρανση.
  • Στην Ελλάδα σχεδόν το 60% του καλλιεργούμενου εδάφους της είναι ελαιώνες ενώ είναι η χώρα με τις περισσότερες ποικιλίες ελιάς. Παγκοσμίως η Ελλάδα είναι πρώτη στην παραγωγή μαύρων ελιών και τρίτη στην παραγωγή ελαιόλαδου, μετά την Ιταλία και την Ισπανία.
  • Επιστημονικές και ιατρικές μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Μεσογειακή διατροφή αποτελεί την καλύτερη συνταγή μακροζωίας.
  • Σύμφωνα με τις αρχές της Μεσογειακής διατροφής, είναι απαραίτητη η καθημερινή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, όσπριων, ζυμαρικών, ψωμιού, δημητριακών, ρυζιού, γαλακτοκομικών προϊόντων και κυρίως ελαιόλαδου για την απόκτηση ενός γερού και υγιούς οργανισμού.


Το ελαιόλαδο χρησιμοποιείται στην παρασκευή σαπουνιού. «Σαπωνοποίηση» ονομάζουμε την διαδικασία κατά την οποία η στάχτη (αλισίβα), το νερό και το ελαιόλαδο παράγουν φυσική γλυκερίνη και άλας, τα οποία στην καθημερινή γλώσσα ονομάζουμε «σαπούνι». Κάθε γυναίκα στη Μάνη ήξερε να φτιάχνει σαπούνι.




Διακρίσεις…

Το 2010, η Unesco συμπεριέλαβε την Μεσογειακή Διατροφή στον Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, ύστερα από αίτημα που υπέβαλαν από κοινού οι χώρες Ιταλία (προαγωγέα), Ελλάδα, Ισπανία και Μαρόκο.



Φράσεις και παροιμίες για το λάδι

«Από το θέρο ως τις ελιές δεν απολείπουν οι δουλειές», σημαίνει ότι η καλλιέργεια των ελιών είναι συνεχής και σκληρή εργασία.
«Αν δε σφίξεις την ελιά, δε βγάζει λάδι». Όπως πρέπει να σφίξεις τις ελιές για να βγάλεις το λάδι, έτσι πρέπει να δουλέψεις σκληρά για να αποδώσει η δουλειά σου.
«Όποιος έχει σιτάρι, κρασί και λάδι στο πιθάρι έχει του κόσμου τα καλά και του θεού τη χάρη», δηλαδή όποιος έχει αυτά τα τρία προϊόντα στο σπίτι του, είναι σαν να έχει απ” όλα, είναι πλούσιος.
«Δεν τρώγεται ούτε με το λάδι ούτε με το ξύδι». Το λέμε όταν κάποιος έχει τόσο άσχημο χαρακτήρα που ό,τι και να κάνεις δεν μπορείς να τον συμπαθήσεις.
«Δίχως λάδι, δίχως ξύδι πώς θα κάνουμε ταξίδι», φράση που χρησιμοποιούμε για να δείξουμε ότι δε μπορεί να γίνει δουλειά αν δεν έχεις τα απαραίτητα εφόδια.
«Κολοκύθια με το λάδι, κολοτούμπες το βράδυ», για να δείξει ότι τα κολοκύθια δεν χορταίνουν.
«Μου “βγαλε το λάδι», σημαίνει πως με ξεθέωσε στη δουλειά.
«Ξεφόρτωσέ τη την ελιά, να σε φορτώσει λάδι». Αν κλαδέψεις την ελιά, θα βγάλει πολύ λάδι.
«Αυτός είναι σαν το νερό στο λάδι», χρησιμοποιείται μεταφορικά για κάποιον που είναι καθαρός και αθώος.
«Ρίχνει λάδι στη φωτιά» (Με τα λόγια και τη στάση του, βοηθά να ανάψει ο καυγάς).
 


Το Λεξικό της ελιάς…

Αγουρόλαδο, το πρώτο λάδι της χρονιάς.
Αλατσολιές, οι παστές ελιές.
Αλετριβιδιάρης, ο εργάτης του ελαιοτριβείου.
Αλετριβιδιό, το ελαιοτριβείο.
Αμούρια, τα κατακάθια μετά την επεξεργασία του λαδιού.
Αξαγιά, η πληρωμή του εργοστασιάρχη. Για κάθε μόδι ελιάς κρατά από τον παραγωγό 100 δράμια λάδι.
Ασκιά, προβιές από ζώα για τη μεταφορά λαδιού.
Γιγουμιά, τενεκέδες από τσίγκο.
Δέπλα, το ξύλο με το οποίο χτυπούν τα κλαδιά της ελιάς.
Ελαιογραφία, ζωγραφική με ελαιόχρωμα.
Ελαιόκαρπος, ο καρπός της ελιάς.
Ελαιοκομία, η επιστημονική καλλιέργεια της ελιάς.
Ελαιοπιεστήριο, το πιεστήριο για την έκθλιψη του ελαιόκαρπου.
Ελαιοπυρήνας, ο πυρήνας – το κουκούτσι της ελιάς.
Ελαιουργία, η επεξεργασία λαδιού.
Ελαιόχρωμα, η κοινή λαδομπογιά.
Ελαιοχρωματισμός, το βάψιμο με λαδομπογιές.
Ελαιώδης, αυτός που περιέχει λάδι.
Θέρμισμα, η διαδικασία κατά την οποία ρίχνεται καυτό νερό στα τσουπιά που βρίσκονται στην πρέσα.
Κάπες ή παλέτσες, υφάσματα από λινάτσα ή βαμβάκι για το στρώσιμο της ελιάς.
Καπίρα, ψημένο ψωμί βουτηγμένο σε αγουρόλαδο.
Κατσίγαρος, το κατακάθι μετά την επεξεργασία του λαδιού.
Κιούπι – Πιθάρια, τα μεγάλα πήλινα δοχεία, για την αποθήκευση του λαδιού.
Κολυμπάδες, οι ελιές σε άλμη.
Κορονιοί, τα πήλινα πιθάρια με εσωτερικό επίχρισμα σμάλτου (γυαλί) για αποθήκευση λαδιού.
Λαγήνια, τα Γανωμένα δοχεία – χωρητικότητας 6,5 οκάδων λάδι.
Λαδάδικο, το κατάστημα που πουλιέται το λάδι.
Λαδάς, ο παραγωγός ή έμπορος λαδιού.
Λαδέμπορος, ο έμπορος λαδιού.
Λαδερό, το μικρό δοχείο λαδιού.
Λαδερός, αυτός που είναι φτιαγμένος με λάδι, «νηστίσιμος», ή αυτός που έχει πολύ λάδι.
Λαδής, αυτός που έχει το χρώμα του λαδιού.
Λαδιά, λεκές από λάδι.
Λαδικό, το ελαιοδοχείο.
Λαδίλα, η μυρωδιά του λαδιού.
Λαδολέμονο, το άρτυμα(σάλτσα) με λάδι.
Λαδόξυδο, το μείγμα από λάδι και ξύδι.
Λαδόπανο, το πανί με το οποίο περιτυλίγεται το βρέφος μετά τη βάφτιση.
Λαδόχαρτο, το διαφανές αδιάβροχο χαρτί.
Λαδόψωμο, το ψωμί που είναι αλειμμένο με λάδι.
Λαδώνω, αλείφω με λάδι.
Λίμπες, οι δεξαμενές όπου τοποθετούν το λάδι στο ελαιοτριβείο.
Λιοτρίβι, ελαιοτριβείο, το ελαιουργείο.
Μαζωχτό, ο τρόπος μαζέματος της ελιάς.
Μαζώχτρες, μαζωχτάδες, το εργαλείο που μαζεύουν την ελιά με τα χέρια
Μαξούλι, η ετήσια παραγωγή.
Μαστραπάς, το μεταλλικό δοχείο όπου μάζευαν το λάδι που έβγαινε από το ξύλινο πιεστήριο (μπασκί), σε πολλές περιοχές του Ελληνισμού όπως είναι η Ρόδος η Κως και η Κύπρος η συγκεκριμένη λέξη είναι ακόμα σε ισχύ.
Μιστάτα, η μονάδα μέτρησης του λαδιού.
Μόδι, η μονάδα μέτρησης παραγωγής λαδιού (1 μόδι ελιές = 500 οκάδες λάδι = 640 kgr).
Μούργα, τα κατακάθια μετά την επεξεργασία του λαδιού.
Μπασκιά, τα παλαιά ξύλινα πιεστήρια όπου διαχωριζόταν το λάδι από τα σπασμένα κουκούτσια. Αποτελούνται από δυο πλάκες, από τις οποίες η κάτω ήταν ακίνητη, ενώ η πάνω κατέβαινε σιγά – σιγά με τη βοήθεια ενός κοχλία.
Νερατζολιές, οι χοντρές ελιές πριν ωριμάσουν.
Ντορμπάδες, ντορβάδες, τα πανιά από λινάρι σε σχήμα φακέλου όπου τοποθετούν τη ζύμη για να μπει στο πιεστήριο.
Ξυδουλιές, οι ώριμες ελιές με ξύδι.
Οκά, μονάδα μέτρησης.
Οξύτητα, το κριτήριο ποιοτικής αξιολόγησης του ελαιόλαδου. Μετριέται σε γραμμάρια ελεύθερου ελαϊκού οξέος ανά 100 gr λιπαρής ύλης (βαθμός οξύτητας).
Πολήμι, η στέρνα μπροστά από το πιεστήριο όπου μαζευόταν το υγρό που έβγαινε από την πρέσα (λάδι και νερό) μετά από το “θέρμισμα”.
Ραφινάρισμα, η χημική επεξεργασία του ελαιολάδου.
Ροΐ, το δοχείο λαδιού.
Σγούρνες, πέτρινο ή τσιμεντένιο δοχείο όπου συγκεντρώνεται ο χυμός μετά την πίεση.
Σπαστολιές, οι τσακιστές ελιές.
Στάμα, η εργασία διαχωρισμού του ελαιολάδου από τον πολτό.
Στέτης, αυτός που στήνει τους ντορμπάδες στο πιεστήριο.
Ταγάρια, οι αγωγοί μέσα από τους οποίους διοχετεύεται η “αμούρη” έξω από το εργοστάσιο.
Ταξίμι, η μικρή δεξαμενή όπου αποθηκεύεται η “αμούρη”.
Τσαντίλες, οι ντορμπάδες, τα πανιά από λινάρι σε σχήμα φακέλου όπου τοποθετούν τη ζύμη για να μπει στο πιεστήριο.
Τσουπιά, τα πανιά από λινάρι σε σχήμα φακέλου όπου τοποθετούν τη ζύμη για να μπει στο πιεστήριο.
Φάμπρικα, το ελαιουργείο.
Φλάσκα, το δοχείο από νεροκολοκύθα για το μέτρημα του λαδιού.
Χαμούρι, ο πολτός που προκύπτει από το άλεσμα της ελιάς.
Χαμουριέρα, η μεταλλική δεξαμενή όπου μαζευόταν ο πολτός της ελιάς (χαμούρι).


Οι ελιές στα χωριά της Μέσα Μάνης, τον καιρό της εισβολής-καταστροφής του Σιλαμπαχιά ή Αρσλάν πασά (1605-10) ήταν λίγες. Οι περισσότερες φυτεύτηκαν μετά την Απελευθέρωση το 1828. Υπήρχαν όμως γύρω από Μοναστήρια αρκετές και μάλιστα στην περιοχή του Οιτύλου, Σκουταριού, Καρυούπολης, Μοναστήρι Πόρτο-Κάγιου. Ντόπιος, ψιλός ελαιόκαρπος από χαμηλά δέντρα, ξερικά, που μεταφέρθηκε και στην Κορώνη, όπου ονομάστηκαν “κορωναίικες” αντί του “σωστού” μανιάτικες ("τα μανιατάκια", έτσι τις αποκαλούν οι παλαιοί), μας αναφέρει ο Κυριάκος Δ. Κάσσης στο βιβλίο του “Η Αληθινή Απόκρυφη και ¨Αμάρτυρη¨ Ιστορία της Αρχέγονης Ελλάδας ιδίως της Μάνης και ιδιαίτερα του Ταινάρου” σελ.153.


Ο Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος ((17 ή 18 Μαΐου 905 - 9 Νοεμβρίου 959) ο τέταρτος Αυτοκράτορας της δυναστείας των Μακεδόνων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας) λέει για τους Μανιάτες «ο τόπος εν ω οικούσι άνυδρος και απρόσοδος . ελαιοφόρος δε . εξ ου και την παραμυθίαν έχουσι». Απ’ τον 10ο αιώνα ήταν «ελαιοφόρος» η Μέσα Μάνη. Ο William Martin Leake  (1777-1860) (Βρετανός στρατιωτικός, διπλωμάτης, τοπογράφος, αρχαιόφιλος, περιηγητής και συγγραφέας) το 1805 αναφέρει ελαιώνες στο Πόρτο Κάγιο κυρίως. Αλλά παλαιότατες εληές και σ’ άλλα μέρη (π.χ. η εληά του Νίκλο στην Κοίτα, κι άλλες που φαίνονται πολύ γρηές γύρω απ’ την Κοίτα) μαρτυρούν την  ύπαρξη ελαιόδεντρων σ’ όλους τους χρόνους, παρά τις πολλές περιπέτειες της Μάνης. Το λάδι της Μέσα Μάνης – το αναφέραν και διάφοροι περιηγητές, αλλά αποδείχνεται και χημικά – θεωρείται το καλύτερο του κόσμου. (Μας αναφέρει ο Κυριάκος Δ. Κάσσης στο βιβλίο του «Λαογραφία της Μέσα Μάνης - Α’ Υλική Ζωή» σελ. 145-166 (γενικά για την ελιά)).

 

Το λιομάζωμα


Το λιομάζωμα, δηλαδή το μάζεμα του ελαιόκαρπου από το ελαιόδεντρο, αρχίζει στη Μάνη, προς το τέλος του Οκτώβρη ή αρχές Νοέμβρη, ανάλογα με την ωρίμανση του καρπού. Οι ελιές είναι έτοιμες για μάζεμα, όταν το μεγαλύτερο μέρος του ελαιόκαρπου έχει πάρει χρώμα μπλε σκούρο προς μαύρο. Πολλές φορές το λιομάζωμα συνεχίζεται μέχρι Δεκέμβρη ακόμα και Γενάρη. Παλιότερα υπήρχανε διάφοροι τρόποι για μάζεμα της ελιάς, σε κάθε τόπο. Στην Κέρκυρα και στους Παξούς το μάζεμα γινότανε από κάτω αφού είχανε πέσει οι καρποί από το δέντρο. Στην Κρήτη και σε άλλα νησιά στρώνανε δίχτυα γύρω από τα δέντρα και περιμένανε να ωριμάσουν και να πέσουν οι καρποί. Αλλού το μάζεμα γινότανε με ραβδισμό. Στη Σπάρτη και στη Μάνη το μάζεμα, από παλιά γινότανε πάνω στο δέντρο με τα χέρια. Σε μερικά μέρη της Ιταλίας (Την Τοσκάνη και την Ομβρία κυρίως) χρησιμοποιούσαν για το μάζεμα μεταλλικά χτένια. Τα τελευταία χρόνια άρχισαν και σε μας να χρησιμοποιούνται χτένια για το μάζεμα, με καλά αποτελέσματα γιατί συντομεύουν πολύ το μάζεμα. Τα χτένια αυτά είναι πλαστικά και λέγονται λανάρια. Η μέθοδος του ραβδίσματος- όπου ευτυχώς δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στη Μάνη- είναι η χειρότερη από όλες, γιατί πληγώνει το δέντρο και καταστρέφει κλαδίσκους που θα καρποφορούσαν την επόμενη χρονιά. Στη Μάνη του παλιού καιρού, το μάζεμα του καρπού γινότανε πάνω στα δέντρα. Για το σκοπό αυτό πρώτα στρώνανε γύρω από το δέντρο μεγάλα πανιά, που τα λέγανε σαϊσματα ή λιόπανα. Μετά από αυτό γυναίκες και άντρες ανεβαίνανε πάνω στην ελιά. Στην αρχή διαλέγανε και κόβανε με πριόνι μεγάλους κλάδους που θέλανε ανανέωση. Οι κλάδοι αυτοί γεμάτοι καρπό πέφτανε πάνω στα απλωμένα λιόπανα. Εκεί όσοι ήτανε από κάτου ραβδίζανε τους κομμένους κλάδους για να πέσει ο καρπός. Μετά το κόψιμο των κλάδων, όσοι ήτανε πάνω στην ελιά, πιάνανε ένα-ένα τα κλαράκια με τις ελιές και τα μαδάγανε με τα δάχτυλα. Το μάδημα αυτό, που θύμιζε λίγο το άρμεγμα, γινότανε με τέχνη ώστε να πέφτουν οι καρποί και να μένουνε άθικτα τα κλαριά. Το λιομάζεμα, αντίθετα με τον θερισμό 'η το αλώνισμα που γίνονται σε ζεστές καλοκαιρινές μέρες, γίνεται το Φθινόπωρο με καιρό δροσερό ή ελαφρά ψυχρό. Αυτός ο καιρός δίνει διάθεση και κέφι στους δουλευτές. Όπως είναι πάνω στα ελαιόδεντρα μπορούν να μαζεύουνε και ταυτόχρονα να τραγουδάνε ή να μιλάνε μεταξύ τους, να λένε διάφορα αστεία και να πειράζονται. Αυτό κάνει το λιομάζεμα μια ομαδική εργασία κοπιαστική αλλά ευχάριστη. Όταν τελειώνανε το μάζεμα στη μια ελιά, στρώνανε τα λιόπανα στην επόμενη και συνεχιζότανε από ελιά σε ελιά ώσπου να τελειώσει το χωράφι. Ο καρπός μαζευότανε στα λιόπανα σε σωρούς και καθαριζότανε από φύλλα και κλαράκια, που είχανε ανακατευτεί. Μαζεύανε τον καρπό σε σακιά και με μουλάρια ή γαϊδουράκια τον μεταφέρανε σε ένα ορισμένο σημείο κοντά σε δρόμο. Το σημείο αυτό το λέγανε παχνί. Στο παχνί αδειάζανε τα σακιά και απλώνανε τον καρπό για να αερίζεται. Σε μια, δύο μέρες ερχόντουσαν οι αγωγιάτες από το λιτριβείο, ξαναβάζανε τον καρπό σε μεγαλύτερα σακιά και με μουλάρια τον πηγαίνανε στο λιτριβείο. Εκεί γινότανε το άλεσμα και η επεξεργασία του καρπού.


Το χαμολόι

Εκτός από το μάζεμα της ελιάς πάνω στα ελαιόδεντρα, χρειαζότανε να μαζευτεί ο ελαιόκαρπος, που έπεφτε χάμου, για να μην πάει χαμένος. Αυτή τη δουλειά, που ήτανε ευκολότερη συγκριτικά με το μάζεμα της ελιάς ψηλά πάνου στα κλαδιά, την αναλαμβάνανε οι γραίες και τα μικρά παιδιά. Και αυτό γιατί δεν “φελάγανε” (δεν μπορούσανε) να ανέβουνε στα δέντρα. Το μάζεμα του ελαιόκαρπου, από χάμου, σπυρί σπυρί, λεγότανε χαμολόϊ.

Το κοκκολόι

Δουλειά παρόμοια με το χαμολόϊ ήτανε και το κοκκολόϊ. Εδώ όμως έχουμε το μάζεμα λίγων κόκκων ελιάς, που ξεχάστηκαν από τους νοικοκυραίους και ξεμείνανε αμάζευτοι στα χωράφια. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο αυτούς τρόπους συγκομιδής του ελαιόκαρπου είναι ότι στο χαμολόϊ οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι μαζεύανε όσα λιόσπυρα έριχνε χάμου ο αέρας ή η βροχή ή όσα σπυριά “τσαγκράγανε” (τιναζόντουσαν) έξω από τα στρωμένα λιόπανα, κατά την ώρα της συγκομιδής. Στο κοκκολόϊ φτωχοί άνθρωποι, περνάγανε από τα μαζεμένα ελαιοπερίβολα και μαζεύανε λίγα σπυριά ελιές, που είχανε ξεχαστεί εδώ κι εκεί από τους μαζευτές. Γριούλες και φτωχά Μανιατάκια “κοκκολογάγανε” (μαζεύανε κόκκο κόκκο τα λιόσπυρα) από ξένα κτήματα για να κάνουνε λίγο λαδάκι, για να βγάλουνε τη “λοβή χρονιά”. (Από το βιβλίο “Οι Παλαιοί Μανιάτες του Βασίλη Πιερρακέα, Εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη σελ. 80-84).

Τρίτη 25 Απριλίου 2023

Η Βελανιδιά στην Μάνη.

 


Η βελανιδιά ή βαλανιδιά (επιστ. Δρυς, Quercus) είναι γένος φυτών της οικογένειας των Φηγοειδών (Fagaceae) με 531 αυτοφυή είδη του βόρειου ημισφαίριου της γης. Είναι το κατ' εξοχήν δένδρο των δρυμών.

Είναι δέντρα ψηλά, αιωνόβια που βρίσκονται είτε σε πεδινές είτε σε ορεινές περιοχές. Ο καρπός της βαλανιδιάς είναι το βαλανίδι (από το βάλανος), χρήσιμο για ζωοτροφές και στη βυρσοδεψία. Το ξύλο όλων των ειδών είναι βαρύ, σκληρό και δεν σαπίζει εύκολα. Χρησιμοποιείται στην οικοδομική, ναυπηγική, επιπλοποιία, στην κατασκευή σανίδων, δοκαριών και παρασκευάζονται από αυτό ξυλάνθρακες πολύ καλής ποιότητας.


Είδη


Τα κυριότερα είδη που βρίσκονται στην Ελλάδα και την Κύπρο είναι:

  1. Η ήμερη βαλανιδιά ή βαλανιδιά (λατ. Quercus ithaburensis subsp. macrolepis). Φτάνει τα 30 μέτρα σε ύψος και ευδοκιμεί σε θερμό και ξηρό περιβάλλον. Βρίσκεται στις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου σε πεδινές περιοχές, καθώς και στους πρόποδες των βουνών. Τα φύλλα της είναι δερματώδη, ωοειδή με οξείες παρυφές, χνουδωτά. Ο καρπός της είναι σκληρό κάρυο κυπελλοφόρο και μονόσπερμο. Το κύπελλο του καρπού φέρει πυκνά αγκαθωτά λέπια. Πάντως υπάρχουν και άκαρπα δέντρα και αυτό αποδίδεται στην κακή ανθοφορία. Το ξύλο της είναι βαρύ και πολύ σκληρό. Στην Ελλάδα βρίσκεται στις Κυκλάδες, βόρειες Σποράδες, Αττική, Ρόδο, Κρήτη, Θεσσαλία και Βοιωτία. Από τα κύπελλα των καρπών βγαίνει εκχύλισμα που είναι χρήσιμο στη βαφική και τη βυρσοδεψία.
  2. Η δρυς η ποδισκοφόρος (λατ. Quercus robur). Φτάνει σε ύψος τα 25 μέτρα και σχηματίζει μεγάλα δάση στις περιοχές της Βορείου και Κεντρικής Ευρώπης Ο κορμός της έχει χρώμα γκριζωπό ή σκούρο γκρίζο και ο φλοιός βαθιές ρωγμές. Τα φύλλα της αναπτύσσονται μαζί με τα άνθη και είναι ενωμένα, λεία και έχουν ακανόνιστους λοβούς. Τα βαλανίδια έχουν χαρακτηριστικό μακρύ ποδίσκο. Στην Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλές ορεινές περιοχές και σε υψόμετρο από 800-1000 μέτρα. Είναι γνωστή και με τις ονομασίες ρουπάκι, ρένια και ροτούκι.
  3. Η δρυς η απόδισκη (δρυς η πετραία, λατ. Quercus petraea, κοινώς «δέντρος»). Διαφέρει από την ποδισκοφόρο στο ότι τα βαλανίδια της δεν έχουν ποδίσκο.
  4. Η δρυς η Μακεδονική (δρυς η τρωική, λατ. Quercus trojana). Φτάνει σε ύψος τα 20 μέτρα και βρίσκεται στις περιοχές των Βαλκανίων. Στην Ελλάδα βρίσκεται με μεμονωμένα δέντρα σε δασικές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης.
  5. Η δρυς η κηρρίς (λατ. Quercus cerris, κοινώς «τσέρος»). Συγγενικό είδος με τα προηγούμενα. Βρίσκεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα είναι αναμεμειγμένη με άλλα δέντρα. Γνωστή και με τις ονομασίες «τσέρο» και «ρουπάκι». Ο φλοιός της έχει βαθιές, ευθύγραμμες ρωγμές και τα βελανίδια της είναι μεγάλα, μακριά με κύπελλο που φέρει πολλά λέπια. Το είδος αυτό το αναφέρει και ο Θεόφραστος με το όνομα Αλοίφιος, ή Ασπρίς.
  6. Η λατζιά (δρυς η κληθρόφυλλη, λατ. Quercus alnifolia), θαμνώδες αειθαλές ενδημικό είδος της Κύπρου.
  7. Το πουρνάρι, ή πιρνάρι, ή πρίνος (δρυς η κοκκοφόρος, λατ. Quercus coccifera). Θαμνώδης, αείφυλλος, σκληρόφυλλος θάμνος με ευρεία εξάπλωση στην περιοχή της Μεσογείου. Σημαντικότερη ποικιλία αυτού είναι ο «χαμόπρινος» της οποίας το μεν ξύλο χρησιμοποιείται στη παραγωγή κάρβουνου, οι δε νεαροί βλαστοί του ως τροφή αιγοπροβάτων. Επίσης ο φλοιός της ρίζας του είναι βυρσοδεψικός, ενώ το σπέρμα του είναι βαφικό.(Βαφικό δεν είναι το σπέρμα του (βελανίδι), αλλά οι πορφυροί κόκκοι που σχηματίζονται στα φύλλα των νέων βλαστών , όταν εναποθέτει σ'αυτά τα αυγά του καποιο έντομο, και ακολούθως μετασχηματίζονται σε κόκκινους κόκκους, εξ ού και το όνομα κοκκοφόρος- coccifera. Είναι φαινόμενο σχετικό με τις κικκίδες, που σχηματίζονται στα φύλλα άλλων δρυών). γνωστό ως «πρινοκόκι». Άλλες ονομασίες αυτού του είδους είναι: κατσόπρινος, κατσιδοπίρναρο κ.ά.
  8. Η δρυς η βαφική (λατ. Quercus infectoria)), ημιφυλλοβόλο δέντρο με εξάπλωση από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου μέχρι το ΝΔ. Ιράν.
  9. Η αριά (λατ. Quercus ilex), αείφυλλο είδος με δερματώδη φύλλα.
  10. Η πλατύφυλλη δρυς ή μεσές (λατ. Quercus frainetto, κοινώς «δέντρο»), με μέσο μέγεθος βελανιδιού. Απαντάται στη Βαλκανική, στην Ιταλία, στην Ουγγαρία και στη Βορειοδυτική Τουρκία.
  11. Η χνοώδης δρυς (λατ. Quercus pubescens, κοινώς «δέντρος»). Είναι κοινό είδος σε όλη την Ελλάδα.
  12. Η Quercus aucheri, που απαντάται, στην Ελλάδα, μόνο στα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου.       

Μυθολογία και ιστορία

Η Βαλανίς (ή Βάλανος), θεωρούνταν η Νύμφη του δέντρου της βελανιδιάς και μία από τις Αμαδρυάδες νύμφες, κόρες του Όξυλου (πνεύμα του δάσους) και της Αμαδρυάδας.

Η βελανιδιά αποτελούσε το ιερό δένδρο του Διός. Για το λόγο αυτό θεωρούνταν ιερό στην αρχαία Μακεδονία και μάλιστα πολλά χρυσά στεφάνια που έχουν βρεθεί και χρησιμοποιούνταν σε τελετές και ως ταφικά κτερίσματα, ήταν στεφάνια βελανιδιάς, με κορυφαίο το στεφάνι βελανιδιάς του Βασιλιά Φιλίππου Β' της Μακεδονίας, που βρέθηκε στον βασιλικό τύμβο των Αιγών, στη σημερινή Βεργίνα. Επίσης η μαντική δρυς θεωρούνταν πως αποτελούσε την κατοικία του Δία στη Δωδώνη.

Η βελανιδιά είναι επίσης ένα από τα Εθνικά σύμβολα της Σερβίας.

Το ξύλο της βελανιδιάς

Ξύλο βελανιδιάς
Το ξύλο της είναι σχετικά ακριβό και χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία. Είναι πυκνό και το χρώμα του κυμαίνεται μεταξύ σκούρου και ανοιχτού. Στην κατασκευή κτιρίων χρησιμοποιείται στην ξυλοδεσιά. Εξαιτίας του αρωματικού της ξύλου, είναι ιδανική για την κατασκευή βαρελιών στην ποτοποιία.

Από ένα είδος βελανιδιάς, το φελλόδεντρο (Querqus suber), εξάγεται από το εξωτερικό μέρος του κορμού του φυτού ο φελλός, υλικό το οποίο έχει πολλές εφαρμογές χάρη στις ιδιότητές του.

Αριά


Η αριά (επιστ. ονομ.: Quercus ilex – Δρυς η ίληξ) ανήκει στην οικογένεια Fagaceae (Φηγοειδή), και στο γένος Quercus (Κβέρκος = Δρυς) όπου ανήκουν οι γνωστές μας βελανιδιές. Κατανέμεται σχεδόν σ’ όλη τη Μεσόγειο, καθώς και στη Δ. Γαλλία. Ειδικότερα, στην Ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, τα αρχέγονα δάση αριάς έχουν υποστεί σημαντικότατη υποβάθμιση από την ανθρώπινη παρουσία (υλοτομίες, εκχερσώσεις, πυρκαγιές κλπ), με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχουν μόνο υπολειμματικές τους μορφές. Η αριά είναι αειθαλές δέντρο, που ανθίζει Απρίλιο-Μάιο και τα βελανίδια ωριμάζουν το φθινόπωρο. Το ξύλο της αποτελεί ιδανικό καυσόξυλο και χρησιμοποιείται ευρέως για την παραγωγή κάρβουνου.