Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2025

Τζιτζίκια στη Μάνη.


Το τζιτζίκι ή ο τζίτζικας ή (κυπρ.) ζίζιρος είναι τα λαϊκά ονόματα διάφορων ειδών εντόμων από την οικογένεια των Τεττιγιδών (Cicadidae), ονομασία η οποία προέρχεται από τη λόγια λέξη τέττιξ (Cicada), που σημαίνει τζίτζικας στα αρχαία ελληνικά (και λατινικά). Το τζιτζίκι είναι ένα έντομο που ζει συνήθως στα δέντρα και παράγει ένα χαρακτηριστικό ήχο που προδίδει την παρουσία του. Στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα γνωστό από την ιστορία του Αισώπου, «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας» (Τέττιξ και μύρμηκες).

Στην Ευρώπη η οικογένεια των Τεττιγιδών αποτελείται από δυο υποοικογένειες με μόνο τρία γένη.

Αν και έχουν αρκετά μεγάλο μέγεθος για έντομα (2-5 εκατοστά) είναι δύσκολο να τα εντοπίσει κανείς, γιατί το χρώμα τους είναι παρόμοιο με το χρώμα των κορμών των δέντρων. Το σώμα του είναι πεπλατυσμένο, το κεφάλι του κοντό και πλατύ, έχει πέντε μάτια, δύο μεγάλα, κανονικά και τρία μικρότερα, βοηθητικά. Τα φτερά του είναι φτιαγμένα από λεπτή διαφανή μεμβράνη και τα πόδια του λεπτά και μακριά. Το χρώμα του σε γενικές γραμμές είναι μαύρο. Όμως διακρίνουμε σ' αυτόν και διάφορες αποχρώσεις κίτρινου και καφέ.



Τρέφεται με τη λύμφη των βλαστών, τους οποίους τρυπά με μια ειδική προβοσκίδα, που μοιάζει με έμβολο. Το θηλυκό γεννά τα αυγά του μέσα σε τρύπες που κάνει πάνω στους μαλακούς βλαστούς. Αυτό γίνεται κατά τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο. Από τα αυγά βγαίνουν οι προνύμφες, περίπου κατά το τέλος του καλοκαιριού, οι οποίες κατεβαίνουν από τα δέντρα, κάνουν τρύπες μέσα στη γη, κοντά στις ρίζες κι εκεί μπορούν να ζήσουν και τέσσερα χρόνια μέχρι που να μετατραπούν σε κανονικές νύμφες. Δύο βορειο-αμερικανικά είδη παραμένουν στο έδαφος 13 και 17 χρόνια αντίστοιχα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το τζιτζίκι, για την ειδική ηχητική συσκευή που υπάρχει ανάμεσα στον θώρακα και την κοιλιά του τζιτζικιού μέσω της οποίας δημιουργείται αυτό το ιδιόμορφο τερέτισμα, που ακούγεται τις ζεστές καλοκαιρινές μέρες. Η συσκευή αποτελείται από δύο κοιλότητες που χωρίζονται από μια λεπτή μεμβράνη τεντωμένη. Κάθε φορά που δονείται η μεμβράνη αυτή, παράγεται ο ήχος.

Με το τζιτζίκι είναι συνδεδεμένος και ο μύθος του Τιθωνού. Ο Τιθωνός ήταν θνητός που είχε γίνει αθάνατος από τους θεούς μετά από παράκληση της Ηούς, η οποία όμως ξέχασε να ζητήσει να παραμείνει και νέος. Όταν λοιπόν ο Τιθωνός έφθασε σε έσχατο γήρας, η Ηώς, που ως θεά ήταν αθάνατη και πάντα νέα, δεν μπορούσε πια να τον βλέπει. Τότε οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε ένα ζαρωμένο έντομο που μιλά ακατάπαυστα, το τζιτζίκι.


Στην Ελλάδα συναντούμε τα εξής είδη:

Cicadinae:

Cicada orni
Cicada mordoganensis
Cicada cretensis
Lyristes plebejus
Lyristes gemellus

Cicadettinae:

Cicadetta montana
Cicadetta macedonica
Cicadetta olympica
Cicadatra alhageos
Cicadatra atra
Cicadatra hyalina
Cicadatra atra hyalinata
Cicadatra persica
Euboeana castaneivaga
Oligoglena carayoni
Oligoglena sakisi
Oligoglena goumenissa
Mezammira filoti ή Oligoglena filoti

Tibicininae:

Tibicina haematodes
Tibicina steveni

Κυριακή 4 Μαΐου 2025

Κοράκι (Corvus corax).

 Κοράκι (Corvus corax)





























Ο κόρακας εξημερώνεται πολύ εύκολα και μαθαίνει να ζει με τον άνθρωπο, αλλά και να μιμείται την  ανθρώπινη φωνή. Κατά τον Μεσαίωνα, σε πολλούς πύργους στην Ευρώπη εκτρέφονταν κοράκια ως σύντροφοι και προσωπικοί φύλακες των ιπποτών εκτροφέων τους. Στην αρχαιότητα, οι Έλληνες έτρεφαν ιδιαίτερη αγάπη στο πτηνό αυτό, που το είχαν αφιερώσει στον θεό Απόλλωνα.

Ο κόρακας εξημερώνεται πολύ εύκολα και μαθαίνει να ζει με τον άνθρωπο, αλλά και να μιμείται την  ανθρώπινη φωνή. Κατά τον Μεσαίωνα, σε πολλούς πύργους στην Ευρώπη εκτρέφονταν κοράκια ως σύντροφοι και προσωπικοί φύλακες των ιπποτών εκτροφέων τους. Στην αρχαιότητα, οι Έλληνες έτρεφαν ιδιαίτερη αγάπη στο πτηνό αυτό, που το είχαν αφιερώσει στον θεό Απόλλωνα.

Το κοράκι (Corvus corax) ανήκει στην οικογένεια των κορακιδών (Corvidae)  της τάξης των πασσερίμορφων (Passeriformes). Είναι σαρκοφάγο, παμφάγο πτηνό. Το σεβαστό μέγεθός του το κατατάσσει ως ένα από τα μεγαλύτερα μέλη της τάξης του και το βάρος του φτάνει συνήθως το ενάμισι κιλό. Το άνοιγμα φτερών του κυμαίνεται από 110 έως 135 εκατοστά και το μήκος τού σώματός του από 54 έως 69 εκατοστά. Το φτέρωμά του είναι κατάμαυρο με πολύχρωμες μεταλλικές ανταύγειες. Έχει μαύρο κωνοειδές ράμφος και μαύρα πόδια. Με τέτοια εμφάνιση αιτιολογείται στο απόλυτο η έκφραση «μαύρος σαν το κοράκι». Ο κόρακας αποτελεί ένα δύσκολο πτηνό στην προσέγγιση και τη φωτογράφιση, λόγω της οξύτατης όρασής του και της τεράστιας ευφυίας  του. Όμως φωτογραφίζεται πολύ εύκολα όταν κρυφτούμε σε καλύπτρες ή σε ελεγχόμενους χώρους σίτισης αρπακτικών. Πρώτο το κοράκι εντοπίζει τα νεκρά ζώα και έπειτα οι γύπες, οι οποίοι βλέποντας τη συγκέντρωση των κορακιών, προσεγγίζουν το κουφάρι. Αποτελεί στόχο πολλών φωτογράφων φύσης, λόγω της πανέξυπνης συμπεριφοράς του, της τόλμης του, της αλληλεπίδρασής του με αλλά πτηνά και ζώα κατά την τροφοληψία αλλά και λόγω των πανέμορφων ιριδισμών τού πτερώματός του.

Κατασκευάζει τη φωλιά του σε κορυφές ψηλών δέντρων και σε απόκρημνα βράχια, αποφεύγοντας τις κατοικημένες περιοχές. Πετά μακριά απ’ τη φωλιά του σε πεδιάδες, ακτές, φυσικά διάκενα και δάση, σε ανεύρεση τροφής. Γενικά, είναι παμφάγο και αδηφάγο πτηνό. Τρέφεται με νεκρά ζώα, τρωκτικά, ερπετά, έντομα, καρπούς, αυγά μικρών πουλιών και φρούτα. Ζευγαρώνει δια βίου. Διαλέγει το ταίρι του στο τέλος του χειμώνα και χτίζουν μαζί τη φωλιά τους χρησιμοποιώντας ξύλα, φύλλα και πηλό, ενώ στο εσωτερικό τη στρώνουν με τρίχες και λεπτά άχυρα. Το θηλυκό γεννά 3-5 αυγά, τα οποία φέρουν ένα μοναδικό χαρακτηριστικό γαλαζοπράσινο χρώμα με σκουρόχρωμα στίγματα, και τα κλωσάει για 20-22 μέρες, ενώ το αρσενικό αναλαμβάνει την εύρεση τροφής για την οικογένειά του. Μπορεί να ζήσει έως και 22 χρόνια στη φύση και περισσότερα από 30 σε αιχμαλωσία. Ενώ ο κόρακας ζει στα ψηλά μέρη, τον χειμώνα κατεβαίνει σε περιοχές χωρίς χιόνι και πάγο όπου υπάρχουν νερά, γιατί εκεί βρίσκει πιο εύκολα τροφή.

Το πέταγμά του είναι εξαιρετικά θεαματικό, αφού οι εναέριές του στροφές και ακροβασίες εκτελούνται με εντυπωσιακή μαεστρία. Μέσα από διάφορα πειράματα και μελέτες το κοράκι έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα πιο έξυπνα πουλιά, πτηνό που διαθέτει πολύ καλή μνήμη, εξημερώνεται εύκολα και μαθαίνει να ζει με τον άνθρωπο. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά, οι επιστήμονες εξεπλάγησαν από την ευφυΐα των κορακιών, όταν με νέα πειράματα απέδειξαν ότι μπορούν να φτιάχνουν σύνθετα εργαλεία εντελώς μόνα τους και χωρίς καμία προηγούμενη εκπαίδευση από τον άνθρωπο. Ερευνητές του πανεπιστημίου του Όσναμπρικ, στη Γερμανία, και της γερμανικής επιστημονικής εταιρείας Μαξ-Πλανκ (Max-Planck-Gesellschaft) συνέκριναν τις φυσικές και κοινωνικές δεξιότητές τους με εκείνες των χιμπατζήδων και των ουρακοτάγκων και αποδείχθηκε ότι ήδη από την ηλικία των τεσσάρων μηνών είναι τόσο έξυπνα όσο και οι ανθρωποειδείς πίθηκοι. Η ερευνητική ομάδα χρησιμοποίησε ένα ειδικά προσαρμοσμένο τεστ νοημοσύνης που αρχικά αναπτύχθηκε για τα πρωτεύοντα θηλαστικά (τον άνθρωπο και διάφορες οικογένειες πιθήκων).

Στις δοκιμασίες για να κατανοηθούν οι ποσότητες, η σχέση αιτίας και αποτελέσματος, η κοινωνική μάθηση και η επικοινωνία, τα κοράκια αντεπεξήλθαν τόσο καλά όσο και οι χιμπατζήδες ή οι ουρακοτάγκοι. «Στην ηλικία των τεσσάρων μηνών, είναι ήδη σχετικά ανεξάρτητα και αρχίζουν να ενδιαφέρονται για τον έξω κόσμο. Κατά συνέπεια, τα νεαρά κοράκια θα πρέπει να είναι προετοιμασμένα γνωστικά και όχι ενστικτωδώς για τις νέες προκλήσεις», έχει δηλώσει η Ζιμόνε Πίκα, επικεφαλής της έρευνας του Ινστιτούτου Γνωστικών Επιστημών του πανεπιστημίου του Όσναμπρικ. Η πρώτη λέξη του ονόματος του γένους (corvus) προέρχεται από τη λατινική λέξη για το «κοράκι» και η δεύτερη (corax) είναι η λατινοποιημένη μορφή της ελληνικής λέξης κόραξ, που επίσης σημαίνει «κοράκι». Στο πέρασμα των αιώνων, υπήρξε αντικείμενο μυθολογίας, λαογραφίας, τέχνης και λογοτεχνίας. Σε πολλούς πολιτισμούς, όπως της Σκανδιναβίας, της αρχαίας Ιρλανδίας και Ουαλίας, του Μπουτάν, της βορειοδυτικής ακτής της Βόρειας Αμερικής και της Σιβηρίας, και της βορειοανατολικής Ασίας, το κοράκι έχει θέση ως αγγελιοφόρος, πνευματική φιγούρα ή θεόμορφο πλάσμα. Ο θεός των Βίκινγκ Οντίν είχε δύο κοράκια, τον Hugin (σκέψη) και τον Munin (μνήμη), τα οποία πετούσαν κάθε μέρα σε όλο τον κόσμο και το βράδυ γυρνούσαν στον Οντίν. Οι ιθαγενείς της Αμερικής το λάτρευαν και το σεβόντουσαν.

Στην αρχαία Ελλάδα το κοράκι ήταν το ιερό πτηνό του Απόλλωνα, και σύμφωνα με τον μύθο, ο θεός άλλαξε το χρώμα του πτηνού, που αρχικά ήταν λευκό, σε μαύρο, όταν αυτό του ανήγγειλε τον γάμο της αγαπημένης τού θεού Κορωνίδας, με τον Αλκυονέα ή όταν του ανακοίνωσε ότι ο Δίας είχε κατακεραυνώσει τον Ασκληπιό, τον γιο που είχε αποκτήσει από την Κορωνίδα ή την Αρσινόη. Ίσως το πιο «έξυπνο» πτηνό στη χώρα μας, μονογαμικό και καθαριστής τής φύσης: Τρεις από τους εκατοντάδες λόγους που καθιστούν το κοράκι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πτηνά στην Ελλάδα. Οι ιριδισμοί, το μέγεθός του και η αλληλεπίδρασή του με τα άλλα ζώα, με κάνουν να ξοδεύω χιλιάδες κλικ κάθε φορά που συναντιόμαστε. Για εμένα, το πιο ωραίο και φωτογενές από τα μέλη της οικογένειάς του. Εξάλλου… «κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει».


Τετάρτη 30 Απριλίου 2025

Ο σκαντζόχοιρος (Erinaceus concolor).


Ο σκαντζόχοιρος, (Erinaceus concolor), ένα πολύ συνηθισμένο είδος στη χώρα μας, είναι παμφάγος, αλλά τρέφεται κυρίως με έντομα και τον συναντούμε τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες, σε αραιά δάση με χαμηλή βλάστηση, σε χωράφια, κήπους και αγρούς.

Δραστηριοποιείται κυρίως τη νύχτα και το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας κοιμάται κάτω από σωρούς φύλλων ή σε μια τρύπα στο έδαφος και το χειμώνα, ανάλογα με τη θερμοκρασία και την αφθονία της τροφής, μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη. Την περίοδο όμως που πέφτει σε χειμερία νάρκη δεν χάνει ποτέ ολοκληρωτικά την επαφή του με τον έξω κόσμο και αντιλαμβάνεται κάθε ήχο που ακούγεται κοντά του, κάνοντας ανεπαίσθητες κινήσεις.

Το κύριο, χαρακτηριστικό γνώρισμα του σκαντζόχοιρου είναι τα χιλιάδες αγκάθια που καλύπτουν το πάνω μέρος του σώματός του και τον προστατεύουν από τους εχθρούς του.

Τα αγκάθια του σκαντζόχοιρου, αρχικά είναι μικρά και απαλά, αλλά μετά το πρώτο έτος, με την προσθήκη κερατίνης, αντικαθίστανται συνεχώς με μεγαλύτερα και σκληρότερα και έχουν μήκος περίπου δύο εκατοστά.

Για να προστατευτεί από πιθανό εισβολέα, μπορεί να τυλιχτεί σε μια σφιχτή μπαλίτσα, με τη βοήθεια υποδόριων μυών που κάνουν τα αγκάθια του να πεταχτούν προς τα έξω ή ακόμα και να επιτεθεί στον εισβολέα, τρυπώντας τον με τα αγκάθια του και ν' αφήσει τη μέθοδο της μπαλίτσας ως τελευταία λύση. Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση να το βάλει στα πόδια και να προσπαθήσει να διαφύγει τρέχοντας!

Η αναπαραγωγή του σκαντζόχοιρου γίνεται την άνοιξη και η κύηση διαρκεί 40-58 ημέρες. Το θηλυκό, γεννά στην αρχή του καλοκαιριού, από τρία έως έξι μικρά που ζυγίζουν λιγότερο από 30 γραμμάρια το καθένα και έχουν μέγεθος 6 εκατοστά.

Τα μικρά σκαντζοχοιράκια θηλάζουν για ένα μήνα περίπου και στη συνέχεια η μητέρα τους τα εκπαιδεύει να αναζητούν μόνα τους την τροφή τους.

Σε φυσιολογικές συνθήκες μπορεί να ζήσει από τέσσερα έως δεκάξι χρόνια αν και δεν είναι ασυνήθιστο ο αρσενικός σκαντζόχοιρος να σκοτώνει τα νεογέννητα αρσενικά.

Ο σκαντζόχοιρος, κινδυνεύει από ασθένειες που είναι κοινές στους σκαντζόχοιρους, όπως καρκίνος, ασθένειες του ήπατος, καρδιαγγειακές ασθένειες, και σύνδρομο του τρεμουλιαστού σκαντζόχοιρου.

Ο μεγαλύτερος όμως εχθρός του σκαντζόχοιρου είναι τα αυτοκίνητα που πολλές φορές τον πατούν ενώ εκείνος προσπαθεί να διασχίσει το δρόμο και τα εντομοκτόνα. Οι σκαντζόχοιροι που τρώνε έντομα γεμάτα εντομοκτόνο παρουσιάζουν πεπτικά προβλήματα και τελικά πεθαίνουν.

Παρασκευή 14 Απριλίου 2023

Κόκκινη Αλεπού (Vulpes vulpes)

 Κόκκινη Αλεπού (Vulpes vulpes)




Η κόκκινη αλεπού (Vulpes vulpes) είναι ανώτερο θηλαστικό, που ανήκει στην οικογένεια Κυνίδες. Είναι το πιο γνωστό και αναγνωρίσιμο είδος αλεπούς, όπως επίσης και το είδος αλεπούς με την μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση παγκοσμίως και σε πολλές περιοχές της υφηλίου αναφέρεται απλώς ως «η αλεπού». Επί του παρόντος, έχουν αναγνωριστεί 45 υποείδη κόκκινων αλεπούδων, τα οποία διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις μεγάλων διαστάσεων κόκκινες αλεπούδες των βορειότερων χωρών και τις κάπως μικρότερες και πιο πρωτόγονες της Ασίας, της βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Το 2010, ανακαλύφθηκε ακόμα ένα πιθανό υποείδος στην Κοιλάδα του Σακραμέντο, στην Καλιφόρνια.

Διαστάσεις και εμφάνιση

Όπως και με όλα τα είδη των αλεπούδων, εξωτερικά μοιάζει λίγο με τον σκύλο, αλλά η ουρά της είναι πολύ πιο φουντωτή και το τρίχωμά της πιο πυκνό, ενώ και το ρύγχος της πιο μακρόστενο.
Η κόκκινη αλεπού είναι το μεγαλύτερο σε διαστάσεις είδος ανάμεσα σε όλα τα είδη αλεπούδων, με βάρος που κυμαίνεται μεταξύ 2 και 10 κιλών, ανάλογα με την περιοχή, ενώ οι μεγαλύτερες που έχουν βρεθεί έχουν φτάσει ακόμα και τα 12 κιλά. Το μήκος του σώματός της (εκτός της ουράς) κυμαίνεται ανάμεσα στα 45 και τα 90 εκατοστά, ενώ το μήκος της ουράς της κυμαίνεται ανάμεσα στα 30 και τα 55,5 εκατοστά.

Η ουρά της είναι έντονα φουντωτή και, λόγω του μεγάλου μήκους της, φτάνει το 70% του συνολικού μήκους σώματος και κεφαλής, με αποτέλεσμα να αγγίζει το έδαφος ακόμα και όταν η αλεπού δεν είναι καθιστή. Χρησιμοποιείται για μόνωση και ως ένα μαλακό μαξιλάρι όταν ξαπλώνει, καθώς και ως εργαλείο για την επικοινωνία. Προσφέρει, επίσης, ισορροπία για μεγάλα άλματα και σύνθετες κινήσεις, καθώς τα πόδια της είναι κοντά και λεπτά και έτσι η ουρά της χρησιμεύει και σαν μέσο ισορροπίας (σαν ένα πέμπτο πόδι). Η ιδιαίτερα ξεχωριστή λευκή άκρη της ουράς της, γνωστή και ως «ετικέτα», χρησιμοποιείται ως σήμα κατατεθέν για τη διάκριση της κόκκινης αλεπούς από άλλα σαρκοφάγα.

Αν και τα πόδια της κόκκινης αλεπούς, όπως προαναφέρθηκε, είναι κοντά και λεπτά, ωστόσο είναι εξαιρετικά δυνατά και ευκίνητα, επιτρέποντάς της να αναπτύξει ταχύτητα 50 km/h (31 mph), αν και ορισμένα υποείδη έχουν καταφέρει έως και 72 km/h (45 mph), ικανότητα πολύτιμη όταν κυνηγάει τη λεία της. Επίσης, είναι ικανή να υπερπηδάει εμπόδια ύψους άνω των 2 μέτρων, καθώς και να επιπλέει, έχοντας μεγάλη ικανότητα στην κολύμβηση.

Όπως υποδηλώνει και η ονομασία του είδους, το τρίχωμά της είναι κοκκινωπό, με αποχρώσεις που κυμαίνονται ανάμεσα στο καφεκόκκινο και στο «κεραμιδί». Το άκρο της ουράς της, όπως προαναφέρθηκε, είναι πάντα λευκό και, επιπλέον, το πίσω μέρος των αυτιών της και το μπροστινό κάτω μέρος των ποδιών της είναι μαυριδερά.

Υπάρχουν πάντως αρκετές χρωματικές ποικιλίες της κόκκινης αλεπούς, με ενδιαφέρουσες παραλλαγές στο χρώμα του τριχώματος. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή μπορεί να θεωρηθεί μία ποικιλία με μεγάλη ποσότητα μελανίνης και μαύρο χρώμα κατά βάση, μαζί και με ποικιλόχρωμες ασημί αποχρώσεις, οι οποίες καλύπτουν το 25 - 100% της επιφάνειάς της. Είναι γνωστή ως η «Ασημένια αλεπού» (Silver fox) ή Ασημότριχη αλεπού και έχει υποβληθεί σε επίσημο πρόγραμμα εξημέρωσης, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες έχει γνωρίσει απήχηση ως κατοικίδιο σε κάποια κράτη.

Κατά το φθινόπωρο και τον χειμώνα, το τρίχωμα της κόκκινης αλεπούς γίνεται πιο πυκνό και πιο ανοιχτόχρωμο, πλησιάζοντας το πρότυπο της Αρκτικής αλεπούς. Αναπτύσσει έτσι την λεγόμενη «χειμερινή γούνα», η οποία λειτουργεί σαν μονωτικό ενάντια στο ψύχος. Στις αρχές της άνοιξης, το επιπλέον αυτό τρίχωμα αρχίζει να πέφτει και έως το καλοκαίρι επανέρχεται στο κανονικό, που διαρκεί για όλη την θερμή περίοδο.


Γεωγραφική εξάπλωση

Η κόκκινη αλεπού είναι μακράν το είδος με την μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση από όλα τα άλλα είδη αλεπούδων. Ζει στην Ευρώπη, την Ασία, μία στενή λωρίδα της βόρειας Αφρικής, την Βόρεια Αμερική (εισήχθη από το Ηνωμένο Βασίλειο στις ανατολικές ΗΠΑ στα μέσα του 18ου αιώνα και εξαπλώθηκε δυτικότερα), ενώ το 1855 εισήχθη και στην Αυστραλία. Μάλιστα συναντάται ακόμα και στην αλπική τούντρα που βρίσκεται στο οροπέδιο του Θιβέτ.

Είναι επιπλέον ικανή να συμβιώνει και με πιο τοπικά είδη αλεπούδων, όπως η Αρκτική αλεπού, στο ίδιο οικοσύστημα. Επίσης, σε αντίθεση με τα περισσότερα από τα άλλα είδη αλεπούδων, έχει ταξινομηθεί επίσημα στην κατώτατη βαθμίδα κινδύνου, Είδος Ελαχίστης Ανησυχίας, καθώς δεν είναι σε κανένα μέρος απειλούμενο με αφανισμό είδος - αντιστρόφως μάλιστα, η εκπληκτική της προσαρμοστικότητα έχει οδηγήσει πολλά άλλα λιγότερο ικανά είδη σε κίνδυνο εξαφάνισης ή και εξαφάνιση.


Διατροφή


Μερικές φορές μπορεί να θεαθεί και την ημέρα, ακόμα και σε κέντρα χωριών ή κωμοπόλεων ή ακόμα και πόλεων, αλλά κυκλοφορεί περισσότερο την νύχτα για να βρει την τροφή της. Σκάβει λαγούμια ή χρησιμοποιεί άλλων ζώων και έχει την χαρακτηριστική συνήθεια να θάβει υπολείμματα τροφής όταν έχει περίσσευμα, για να τα φάει αργότερα.

Είναι παμφάγο ζώο και τρέφεται με πολλά είδη τροφής, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Κυρίως προτιμά καρπούς ή άλλες φυτικές τροφές, ενώ τρέφεται και με ποντίκια και γενικώς τρωκτικά που μοιάζουν με ποντίκια και γι' αυτό θεωρείται ευεργετική σε περιοχές με αρουραίους. Επίσης, είναι και πολύτιμος σύμμαχος για τους καλλιεργητές, καθώς συμβάλλει στον περιορισμό των ζημιών από τα ποντίκια. Μάλιστα έχει υπολογιστεί ότι η κάθε κόκκινη αλεπού καταναλώνει κάθε χρόνο από 6.000 έως 10.000 αρουραίους, ποντίκια και τυφλοπόντικες.

Συχνά τρώει και κουνέλια, λαγούς και πτηνά, καθώς επίσης και ασπόνδυλα ζώα (έντομα κλπ), ενώ πολλές φορές καταστρέφει τα κονικλοτροφεία (κουνελοτροφεία) και τα κοτέτσια των ανθρώπων, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται εχθρικά από τους κτηνοτρόφους και τους πτηνοτρόφους.

Ωστόσο, αυτή η λαϊκή εντύπωση είναι μάλλον υπερβολική, καθώς σύμφωνα με σχετικές μελέτες, η διατροφής της κόκκινης αλεπούς αποτελείται:

  • Κατά 48,4% από φρούτα και καρπούς με κουκούτσια
  • Κατά 27,2% από μικρά τρωκτικά
  • Κατά 6,5% από λαγούς και κουνέλια
  • Κατά 3,1% από μικρά πουλιά
  • Κατά 3,1% από έντομα
  • Κατά 11,7% από άλλα είδη (κυρίως σκουλήκια και ψάρια)

Κατά καιρούς τα ποσοστά αυτά παρουσιάζουν διακυμάνσεις. Για παράδειγμα, σε κάποιες εποχές του έτους με έλλειψη θηραμάτων, τα σκουλήκια μπορεί να φτάσουν να καλύπτουν ακόμα και άνω του 60% των θερμιδικών απαιτήσεων της κόκκινης αλεπούς.

Είναι ιδιαίτερα επιδέξια κυνηγός: συλλαμβάνει τη λεία της στήνοντας καρτέρι σε επιλεγμένο σημείο ή με προσέγγιση, δηλαδή τρέχοντας σχεδόν παράλληλα μαζί με μία ομόφυλό της, οπότε η μία αλεπού κυνηγάει το θήραμα, ενώ η άλλη παραμονεύει το ζώο για να το αρπάξει σε κάποιο επιλεγμένο κατάλληλο πέρασμα.


Αναπαραγωγή


Η περίοδος αναπαραγωγής της κόκκινης αλεπούς ποικίλλει ευρέως, λόγω της τεράστιας γεωγραφικής εξάπλωσης του είδους:

  • Στους πληθυσμούς των νοτιότερων χωρών διαρκεί από τον Δεκέμβριο μέχρι τον Ιανουάριο.
  • Στους πληθυσμούς των μέσων γεωγραφικών πλατών διαρκεί από τον Ιανουάριο έως τον Φεβρουάριο.
  • Στους πληθυσμούς των βόρειων χωρών διαρκεί από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο.

Οι θηλυκές αλεπούδες έχουν μία φορά ανά έτος ορμονική περίοδο, διάρκειας μεταξύ 1 και 6 ημερών, ενώ η ωορρηξία είναι αυθόρμητη. Παρά το γεγονός ότι μία θηλυκή μπορεί να ζευγαρώσει με πολλά αρσενικά (που πολεμούν μεταξύ τους για να κατακτήσουν αυτό το δικαίωμα), τελικώς καταλήγει στη δημιουργία αναπαραγωγικής σχέσης με ένα μόνο. Η κύηση διαρκεί 49 έως 56 ημέρες, αλλά είναι συνήθως 51 με 53 ημέρες.

Τα αρσενικά εφοδιάζουν με τρόφιμα τα θηλυκά μέχρι και λίγο μετά την γέννα και τελικώς αφήνουν μόνο του το θηλυκό με τα νεογέννητα μέσα σε ένα «μητρικό κρησφύγετο». Κατά μέσο όρο γεννιούνται 5 μικρά και τις πλέον ευνοϊκές χρονιές έως και 10, αλλά σπανιότατα έχει συμβεί να γεννηθούν ακόμα και 13. Τα μικρά γεννιούνται τυφλά και γκρίζα, και ζυγίζουν το πολύ 150 γραμμάρια. Τα μάτια τους γίνονται πλέον ανοιχτά μετά από δύο εβδομάδες και τα μικρά δοκιμάζουν τα πρώτα αναγνωριστικά τους βήματα έξω από το κρησφύγετο στις πέντε εβδομάδες. Στις δέκα εβδομάδες έχουν πλήρως απογαλακτιστεί.

Σε ηλικία 6 - 12 μηνών, οι νέες αλεπούδες διασκορπίζονται και διεκδικούν τις δικές τους επικράτειες, αν και συνήθως δεν απομακρύνονται πολύ από την περιοχή όπου γεννήθηκαν. Στην Ευρώπη η απομάκρυνση αυτή δεν υπερβαίνει τα 100 χιλιόμετρα και συχνά είναι πολύ μικρότερη, ενώ στις ΗΠΑ έχει συμβεί απομάκρυνση έως και 300 χιλιόμετρα. Η κόκκινη αλεπού φτάνει στη σεξουαλική ωριμότητα σε ηλικία δέκα μηνών και μπορεί να ζήσει έως και 15 χρόνια σε αιχμαλωσία. Αντιθέτως, οι αλεπούδες στην άγρια φύση φτάνουν το μέγιστο τα 10 χρόνια, αλλά συνήθως ζουν πολύ σύντομη ζωή, κατά μέσο όρο 3 χρόνια, λόγω δυσμενών εξωτερικών παραγόντων.

Σχέση με τον άνθρωπο

Η κόκκινη αλεπού, κατά κανόνα, έχει μία ενστικτώδη δυσπιστία απέναντι στον άνθρωπο, που είναι εντονότερη σε όσες προέρχονται από την άγρια φύση, οι οποίες ενίοτε παρουσιάζουν και ενδείξεις φόβου, με αποτέλεσμα να μην θεωρούνται κατάλληλες για κατοικίδια. Ωστόσο, δεν παρουσιάζει εχθρική συμπεριφορά και είναι εξαιρετικά σπάνιο να συμβεί απρόκλητη επίθεση σε άνθρωπο (εκτός βέβαια αν έχει προσβληθεί από λύσσα). Απεναντίας, μπορεί να προσαρμοστεί επιτυχώς στην ανθρώπινη παρουσία και μερικές φορές να ευδοκιμήσει σε περιοχές με έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, ορισμένες αλεπούδες έχουν εμφανιστεί ακόμα και στα προάστια πολλών μεγαλουπόλεων, σε πολλά κράτη.


Ακόμα πιο ήμερη συμπεριφορά παρουσιάζουν όσες κόκκινες αλεπούδες είναι υπό αιχμαλωσία από μικρή ηλικία ή έχουν γεννηθεί υπό το καθεστώς αυτό. Στην πράξη, τέτοιες αλεπούδες μπορούν να αποκτηθούν ως κατοικίδιες και υπάρχει σε αρκετές χώρες μία σχετική και διαρκώς αυξανόμενη απήχηση. Αν και εξακολουθούν να διατηρούν ορισμένα από τα άγρια ένστικτα του είδους, μπορούν να αναπτύξουν έντονους συναισθηματικούς δεσμούς με τον άνθρωπο, καθώς επίσης και με γάτες και τις περισσότερες ράτσες σκύλων.

Ειδικότερα επίσης, η κόκκινη αλεπού (καθώς και η ποικιλία ασημένια ή ασημότριχη αλεπού) έχει υποβληθεί σε επίσημο πρόγραμμα εξημέρωσης, που ξεκίνησε το 1959 στην πρώην Σοβιετική Ένωση, και μετέπειτα Ρωσία, και συνεχίζεται μέχρι σήμερα (δείτε σχετικά Εξημερωμένη κόκκινη αλεπού). Όσες έχουν υποβληθεί σε αυτό, έχουν εμφανίσει αλλαγές στην συμπεριφορά, η οποία έγινε σχεδόν πανομοιότυπη με αυτή των σκύλων. Παρατηρήθηκαν επίσης αλλαγές και στο χρώμα της γούνας, καθώς σε μερικές αλεπούδες ξαναέγινε κόκκινο (κατά το συνηθέστερο πρότυπο του είδους) ή έγινε έντονα ασημί ή πλατινένιο ή εντελώς μαύρο ή και ανάμικτο, ενώ σε λίγες ακόμα και λευκό. Μάλιστα σε κάποιες αλεπούδες εμφανίστηκαν κρανιολογικές μεταβολές - σε μερικές το σχήμα και το μέγεθος του κρανίου απέκλινε έντονα από το κανονικό και έγινε αφύσικα κοντό και φαρδύ και σε άλλες δημιουργήθηκε προγναθισμός (κοντή άνω γνάθος). Τις τελευταίες δεκαετίες έχει γνωρίσει απήχηση ως κατοικίδιο και σε άλλα κράτη διεθνώς, αν και η τιμή απόκτησης τους είναι πάντα αρκετά υψηλότερη από αυτή των κουταβιών, γύρω στα 7.000 ευρώ.


Κουλτούρα σχετικά με την κόκκινη αλεπού


Εξαιτίας της συνήθειας της κόκκινης αλεπούς να ζει κοντά στα χωριά, της παροιμιώδους προσαρμοστικότητάς της και του προφίλ της, που της δίνει ένα πονηρό ύφος, έχει συνδεθεί με πολλές ιστορίες και παραμύθια πολλών πολιτισμών. Στους λαϊκούς αυτούς μύθους, παρουσιάζεται συνήθως ως ζώο με πονηριά, υψηλή νοημοσύνη και ικανότητα προσαρμογής σε όλα τα ενδεχόμενα, που με τα προσόντα αυτά αντεπεξέρχεται επιτυχώς στις δύσκολες καταστάσεις, συχνά προκαλώντας προβλήματα στα άλλα ζώα και στον άνθρωπο. Κυρίως είναι γνωστή και δημοφιλής για την μεγάλη της πονηριά, σε τέτοιο βαθμό ώστε να υπάρχει σε παγκόσμια κλίμακα η χαρακτηριστική φράση «Είναι πονηρός σαν αλεπού», καθώς και η «Όσα δεν φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια». Εκτός από τις φράσεις αυτές, επιπλέον σχετικά προσωνύμια στην Ελλάδα για την κόκκινη αλεπού, είναι «η πονηρή», «η πονήρω» και «η Μαριώ». Επίσης, όταν κάποιος νεότερος προσπαθεί να φανεί ότι γνωρίζει κάτι καλύτερα από έναν μεγαλύτερο, λένε: «Εκατό χρονών η αλεπού, εκατόν δέκα τα αλεπόπουλα».


Τετάρτη 22 Μαρτίου 2023

Κουνάβια (Martes foina) & Ασβοί (Meles Meles) στην Μάνη.

 

Ασβός (Meles meles)


To ζώο αυτό έχει συνδυαστεί με τη δυσοσμία κυρίως, όμως, για είδη εκτός Ευρώπης. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι σε ορισμένα είδη ασβών υπάρχουν αδένες στην περιοχή των γεννητικών οργάνων με δύσοσμο έκκριμα το οποίο και εκτοξεύουν ως μέσο απώθησης και προστασίας όταν απειληθούν. Στην Ευρώπη το μοναδικό είδος ασβού που εξαπλώνεται δεν έχει την δυσάρεστη αυτή συνήθεια, προς μεγάλη ευχαρίστηση των εχθρών του και των ανθρώπων που μπορεί να συναντήσουν το ζώο αυτό και να το τρομάξουν άθελά τους.

Ο ασβός είναι το μεγαλύτερο είδος της οικογένειας των μουστελιδών (νυφίτσες, κουνάβια, βίδρες) στην Ελλάδα (μήκος σώματος με ουρά μέχρι 110 εκατοστά και βάρος μέχρι και 20 κιλά). Έχει σώμα ογκώδες και συμπαγές με πόδια κοντά και ουρά κοντή και φουντωτή. Το ρύγχος του είναι οξύληκτο ενώ τα μάτια του όπως και τα αυτιά του είναι μικρά. Πολύ χαρακτηριστικό ζώο εξαιτίας του χρώματός του: άσπρο κεφάλι με δύο πλατιές επιμήκεις λωρίδες χρώματος σκούρου καφέ, οι οποίες ξεκινούν από το άκρο του ρύγχους, περιβάλλουν τα μάτια και καταλήγουν πίσω από τα αυτιά. Διαβιεί σε οικοτόπους που περιλαμβάνουν δάση, μακία, στέπες και αγροτικές περιοχές. Ο ασβός είναι κυρίως νυχτόβιο ζώο. Περνάει τη μέρα κρυμμένος στη φωλιά του, που είναι στρωμένη με άχυρο και μοιάζει με πολύπλοκο τούνελ για να μπορεί να διαφεύγει σε περίπτωση κινδύνου. Ζευγαρώνει με τον ίδιο σύντροφο για όλη του τη ζωή και μοιράζεται τη φωλιά του με την υπόλοιπη οικογένεια του. Η διατροφή του εμφανίζει μεγάλη ποικιλία περιλαμβάνοντας έντομα, σκουλήκια ή άλλα ασπόνδυλα, μικρά θηλαστικά, ερπετά, αλλά και καρπούς και γενικά πολύ φυτική ύλη.
Η προστασία του ασβού σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό και ευρωπαϊκό επίπεδο είναι «χαλαρή» καθώς περιλαμβάνεται στους καταλόγους ορισμένων συμβάσεων και νόμων. Οι άμεσες πιέσεις πάνω στους πληθυσμούς του σχετίζονται με τη θανάτωσή του καθώς θεωρείται επιζήμιος για τις καλλιέργειες κυρίως εξαιτίας του εκτεταμένου υπογείου δικτύου που κατασκευάζει για τη διαμονή του, ενώ δε είναι και μικρή η απειλή από ατυχήματα στο οδικό δίκτυο. Θηρεύεται και για το τρίχωμα της ουράς του, το οποίο χρησιμεύει στην κατασκευή μαλακών πινέλων ζωγραφικής!!! Οι έμμεσες πιέσεις σχετίζονται με τη συρρίκνωση, υποβάθμιση και κατακερματισμό των οικοτόπων που διαβιεί και γενικά τη συνεχή απώλεια της φυσικότητας του περιβάλλοντος.

Πετροκούναβο (Martes foina)

Tο πετροκούναβο (Martes foina) είναι σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Μουστελιδών που ζει μοναχικά (με μοναδική εξαίρεση την εποχή του ζευγαρώματος) σε ποικιλία οικοτοπών. Είναι είδος κυρίως δασόβιο χωρίς όμως αυτό να να το αποθαρρύνει να ζει και σε βραχώδεις τοποθεσίες κοντά σε κατοικημένες περιοχές ή ακόμα και σε στέγες σπιτιών.
Καταγράφεται ως το λιγότερο απειλούμενο είδος (Least concern, LC) από τη Διεθνή Ένωση Προστασίας της Φύσης, λόγω της ευρείας κατανομής του, του μεγάλου πληθυσμού του και της παρουσίας του σε μια σειρά από προστατευόμενες περιοχές. Εξωτερικά είναι παρόμοιο με το δενδροκούναβο, αλλά διαφέρει από αυτό από το μικρότερο μέγεθος και τις προτιμήσεις του οικοτόπου του. Ενώ το δενδροκούναβο περιορίζεται στα δάση, το πετροκούναβο είναι ένα πιο γενικευμένο και προσαρμόσιμο είδος, που εμφανίζεται σε έναν αριθμό ανοιχτών και δασικών οικοτόπων.
Γεωγραφική εξάπλωση
Απαντάται στην Δυτική, Κεντρική και Νότια Ευρώπη, στη Μ. Ασία και Κεντρική Ασία. Στη χώρα μας βρίσκεται σε ολόκληρη την Ηπειρωτική και Νησιωτική Ελλάδα ελεύθερα αν και υπάρχουν περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται σε εμπορία κατοικίδιων ζώων.
Πληθυσμιακή κατανομή
Στην περίοδο της κατοχής το κυνήγι του κουναβιού απέφερε ένα σημαντικό εισόδημα εξαιτίας της γούνας του και γι’ αυτό το λόγο υπήρχαν οργανωμένες ομάδες που τα κυνηγούσαν συστηματικά με αποτέλεσμα να μειωθεί αρκετά ο αριθμός τους. Πλέον αυτή η δραστηριότητα έχει σταματήσει να εξασκείται έντονα ενώ επιτρέπεται μόνο από 15/9 έως 28/2 και έτσι έχει εξασφαλιστεί η προστασία και αφετέρου ο πολλαπλασιασμός-αναπαραγωγή του είδους.
Περιγραφή του ζώου
Πρόκειται για ένα ζώο μεσαίου μεγέθους (μήκος σώματος έως 50 εκατοστά, μήκος ουράς μέχρι 26 εκατοστά και βάρος κοντά στα 2,5 κιλά). Διαθέτει μια πυκνή γούνα χρώματος κάστανο καθώς και μια χοντρή φουντωτή ουρά. Το χρώμα και το μήκος του τριχώματος του μεταβάλλεται ανάλογα την εποχή. Το κυριότερο διαγνωστικό του στοιχείο όμως είναι ο χρωματισμός του λαιμού, που διαφέρει από το υπόλοιπο σώμα, καθώς είναι λευκός.
Συνήθειες
Είναι ζώο που ζει μονήρες. Είναι είδος νυκτόβιο αν και μπορεί να κινείται και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Μπορεί να αναρριχηθεί στα δέντρα σε τοίχους και φράχτες εύκολα, χάρη γαμψά νύχια του ενώ ταυτόχρονα η μεγάλη του ουρά το βοηθάει στο να διατηρεί την ισορροπία του κατά την διάρκεια των αναρριχήσεων. Τρέφεται κυρίως με τρωκτικά αν και συχνά συναντάται να καταναλώνει και πουλιά αλλά και σπανιότερα φυτικές ίνες.
Αναπαραγωγική περίοδος
Είναι μονογαμικό είδος και ζευγαρώνει κατά τον Ιούλιο-Αύγουστο. Τα δύο φύλα ζουν χωριστά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, εκτός από την περίοδο του ζευγαρώματος. Το θηλυκό μετά από περίοδο εγκυμοσύνης 9 περίπου μηνών γεννά τον Μάρτιο-Απρίλιο, 3-5 μικρά. Το πετροκούναβο δεν διασταυρώνεται με το κουνάβι (Martes martes).

Σάββατο 18 Μαρτίου 2023

Λύγκας

 


Ο λύγκας (στα αρχαία: λυγξ), ή τσαγκανόλυκος, είναι γένος της οικογένειας των Αιλουριδών. Διακρίνονται τέσσερα είδη λυγκών, τα οποία διαβιούν όλα στο βόρειο ημισφαίριο. Ο ευρασιατικός λύγκας, ο οποίος έχει μάλλον εξαφανισθεί από την ελληνική επικράτεια όπου ζούσε ακόμη μέχρι πριν από μία πεντηκονταετία, είναι το τρίτο μεγαλύτερο σαρκοβόρο της Ευρώπης μετά την αρκούδα και τον λύκο. Στην Ελλάδα απαντάται στην περιοχή Φλώρινας, ο Βαλκανικός λύγκας (Lynx lynx martinoi), υποείδος του Ευρασιατικού λύγκα.
Χαρακτηριστικά
Είναι μεσαίου μεγέθους αιλουροειδές με ψηλά πόδια. Ανάλογα με το είδος το μήκος τους φτάνει από 70 εκατοστά μέχρι στα 1,20 μέτρα, και το ύψος τα 35 μέχρι τα 70 εκατοστά και το βάρος να κυμαίνεται από 7 έως 35 κιλά. Τα μπροστινά πόδια είναι κοντύτερα από τα πίσω. Έχουν πολύ κοντή ουρά συγκριτικά με τις άλλες γάτες, που καταλήγει σε μαύρη κορυφή. Το κεφάλι είναι στρόγγυλο με παχιά γενειάδα στα μάγουλα και μαύρες τούφες που ξεπροβάλλουν από τα αφτιά μέχρι πέντε εκατοστά. Η γούνα του λύγκα είναι πολύ πυκνή, έχει συνήθως στίγματα και το χρώμα της διαφέρει ανά εποχή και είδος, από μπεζ και γκρι μέχρι κοκκινωπή και καφέ, ενώ στο πηγούνι, το στήθος και την κοιλιά είναι σχεδόν λευκή.

Συμπεριφορά

Όπως οι περισσότερες γάτες έτσι και οι λύγκες είναι μοναχικά ζώα με μεγάλη περιοχή επίβλεψης. Ζευγαρώνουν τέλη του χειμώνα και γεννούν 2-4 μικρά μία φορά το χρόνο. Ο χρόνος κύησης είναι περίπου 70-80 ημέρες. Τα μικρά μένουν με τη μητέρα τους για έναν ακόμη χειμώνα μέχρι να ωριμάσουν και να ανεξαρτητοποιηθούν. Σκαρφαλώνουν με ευκολία στα δέντρα, έχουν καλές αλτικές ικανότητες και αντέχουν στις μεγάλες πορείες. Κυνηγούν τα θηράματά τους μετά το σούρουπο ή τη νύχτα. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται μικρά οπληφόρα όπως ελάφια, ζαρκάδια, αγριοκάτσικα και πρόβατα, αλλά κυρίως μικρότερα ζώα όπως λαγοί, ψάρια, σκίουροι, ποντίκια, γαλοπούλες, πέρδικες και άλλα πτηνά.

Είδη

Υπάρχουν τέσσερα είδη λύγκα:
  • ευρασιατικός ή κοινός λύγκας (Λυγξ ο λυγξ - Lynx lynx), το μεγαλύτερο απ' όλα τα είδη
  • ιβηρικός ή παρδαλωτός λύγκας (Λυγξ ο παρδαλωτός - Lynx pardinus), το πιο απειλούμενο αιλουροειδές στον κόσμο
  • Καναδικός λύγκας (Λυγξ ο καναδικός - Lynx canadensis)
  • Ερυθρός λύγκας (Λυγξ ο ερυθρός - Lynx rufus) το μικρότερο είδος

Το ζώο-φάντασμα

Ζώο νυκτόβιο και μοναχικό, ο λύγκας ήταν σχεδόν πάντα αόρατος για τον πολύ κόσμο. Οι αρχαίοι, πάντως, τον γνώριζαν καλά κι εκείνοι του πρωτοέδωσαν το όνομα λυγξ (ο λυγξ, του λυγκός). Στα νεότερα χρόνια ο λαός μας τον ονόμαζε ρίσσο ή ρίτσο. Από κει βγαίνει και το επώνυμο του μεγάλου μας ποιητή. Πρόκειται για ένα υπέροχο αιλουροειδές, περίπου διπλάσιο σε μέγεθος από ένα γάτο. Ξεχωρίζει από την πολύ κοντή ουρά του και τις «φούντες» στις άκρες των αυτιών. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι αν υπάρχει ακόμη ο λύγκας στην Ελλάδα. Κάποιοι λένε ότι είδαν τέτοια ζώα στην Πίνδο, στη Ροδόπη, στη Δυτική Ελλάδα. Κανείς, όμως, δεν μπόρεσε τα τελευταία τριάντα χρόνια να προσκομίσει κάποια απόδειξη, έστω φωτογραφίες πατημασιάς από λύγκα ή κάποιο δέρμα από σκοτωμένο ζώο. Υπάρχει, λοιπόν, ακόμη ο λύγκας στην Ελλάδα ή μήπως έχει απομείνει μόνο το φάντασμα του; Ο εύρων αμειφθήσεται.

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2022

ΟΡΤΥΚΙ -COTURNIX-COTURNIX

 



Ανήκει στα ορνιθόμορφα πουλιά, στην οικογένεια των φασιανίδων, όπου ανήκει και ο φασιανός, και στην υποοικογένεια των περδικίνων, στην οποία εντάσσονται και οι πέρδικες. Λέμε ορτύκι το κοινό, διότι υπάρχουν και άλλα δύο είδη, που δεν συναντάμε στην χώρα μας, το τριδάκτυλο ορτύκι (Τurnix Sylvatica) που σήμερα ζει στην Ισπανία, Πορτογαλία και το ορτύκι της Βιρτζίνια (Ortyx Virginiana) που ζει στην Αμερική.

Οι αρχαίοι Έλληνες αιχμαλώτιζαν τα ορτύκια με διαφόρους τρόπους , χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Μύθοι και θρύλοι υπάρχουν πλάστηκαν γι' αυτό το μικρό αλλά ξεχωριστό πουλί. Ακόμη και ο πατέρας των Θεών Δίας , συνδέεται με το ορτύκι ...ερωτικά, όταν αυτό δεν ήταν πουλί , αλλά μία πανέμορφη νύμφη, η Ορτυγία. Η Ορτυγία δυστρόπησε στις ερωτικές ορέξεις του Δία και για να του ξεφύγει , μεταμορφώθηκε σε πουλί (ορτύκι) και πέταξε πάνω από το Αιγαίο. Ο Δίας την κυνήγησε, κι όταν αυτή κουράστηκε έπεσε και πνίγηκε. Στην ίδια θέση υψώθηκε μετά από λίγο ένα νησί, η Ορτυγία η σημερινή Δήλος(1).

Στην χώρα μας έρχεται από την Αφρική τον Απρίλιο , το ορτύκι έχει την τάση να κινείται βόρεια , από μια ανάγκη δεμένη με το ένστικτο, αλλά και τη βιολογία του. Όλες οι βαλκανικές χώρες φιλοξενούν ορτύκια από τη άνοιξη μέχρι και τις αρχές του φθινοπώρου, όπως και πολλές περιοχές της Πατρίδα μας. Επειδή όμως κάθε χρονιά έχει τις ιδιαιτερότητες της και ο παράγων τύχη είναι σημαντικότατος, το θέμα της επιλογής του κυνηγότοπου είναι εντελώς προσωπική ευθύνη.



Περιγραφή-Ενδιαιτήματα-Βιολογία

Μέγεθος. 17-20 εκ ,Βάρος. 200-250 γρ. Άνοιγμα φτερούγων 32-35 εκ Τα πόδια του είναι κοντά και οι γάμπες του έχουν χρώμα καφέ κίτρινο σκούρο, ενώ το στήθος του είναι χρωματισμένο με τα ίδια χρώματα , σε έντονες και απαλότερες αποχρώσεις. Το φτέρωμα του σώματος του είναι διακοσμημένο με πινελιές άσπρες, που σπάζουν την μονοτονία των αποχρώσεων του καφέ και του κίτρινου. Η ουρά είναι μικρή, ενώ το κεφάλι του μοιάζει με εκείνο του νεοσσού κοτόπουλου.

Το ορτύκι συχνάζει κυρίως σε περιοχές με χαμηλή βλάστηση, σε χώρους ανοικτούς με μικρό χορτάρι , ιδιαίτερη προτίμηση στις καλλιεργημένες εκτάσεις με βρώμη, σίκαλη, σιτάρι, σουσάμι, τριφύλλι και στα μποστάνια. Σε αυτούς του χώρους από την άνοιξη μέχρι τα μέσα του καλοκαιριού, το ορτύκι ζευγαρώνει, στο έδαφος όπου κάνει και την φωλιά του. Εκεί το θηλυκό γεννά 7-12 αυγά σκουροπράσινου χρώματος με καφές πιτσιλιές. Οι γέννες του ορτυκιού αριθμούνται σε 2. Τις πολύ ζεστές μέρες του καλοκαιριού, το ορτύκι προτιμά τα δροσερά εδάφη, αλλά όχι και τα πολύ υγρά. Βρίσκει καταφύγιο στις αθέριστες ακόμη καλαμποκιές και βγαίνει στους αγρούς όταν δροσίσει για να φάει. Προτιμά σαλιγκάρια κυρίως , αλλά και σπόρους , έντομα , χορτάρι κ.λ.π. Πατρίδα του μπορεί να θεωρηθεί η Β. Αφρική. Εντύπωση προκαλεί το έντονο αίσθημα αναπαραγωγής τους , αφού επιμένουν να Ωοτοκούν 2-3 φορές ,σε περίπτωση που οι φωλιές καταστραφούν για διαφόρους λόγους. Οι εχθροί του πολλοί ,όλα τα αρπακτικά, τα κορακοειδή, τα φίδια, σκαντζόχοιροι κ.λ.π.

Το κυνήγι του ορτυκιού
Θεωρείται από πολλούς εύκολη υπόθεση, μα σύντομα αντιμετωπίζουν δυσκολίες και αποτυχίες. Το κάθε θήραμα, ανεξάρτητα από το μέγεθος του, έχει τους δικούς του τρόπους άμυνας, δεν υπάρχει εύκολο θήραμα.

Κάννη με άνοιγμα η κύλινδρο και σκάγια 9-10-11 νούμερο είναι το ιδανικός συνδυασμός για επιτυχία . Είναι χρήσιμο να φοράμε ανοικτόχρωμα η εντόνου χρώματος κυνηγετικά γιλέκα. Λόγω του χαμηλού πετάγματος του ορτυκιού έχουν καταγραφεί αρκετά ατυχήματα μεταξύ των κυνηγών. Το σκυλί μας πρέπει να είναι σταθερό στην φέρμα και πολύ μεθοδικό στην έρευνα του και να αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες.


ΠΩΣ ΚΥΝΗΓΟΥΣΑΝ ΣΤΗ ΜΑΝΗ ΤΑ ΟΡΤΥΚΙΑ


Παραπομπή
1. 
Ο Δίας κάποτε πεθύμησε την Αστερία, την αδελφή της Λητώς με την οποία είχε αποκτήσει την Άρτεμη και τον Απόλλωνα. Αυτή όμως αντιστάθηκε και γι’ αυτό τη μεταμόρφωσε στην αρχή σε ορτύκι και αργότερα σε ένα μικρό νησί, την Ορτυγία, που ήταν καταδικασμένη να πλέει διαρκώς στη θάλασσα. Έγινε σταθερό νησί και ονομάστηκε Δήλος, μόνο όταν η Ορτυγία δέχτηκε την αδερφή της Λητώ, για να γεννήσει την Άρτεμη και τον Απόλλωνα. Άλλοι μυθογράφοι διηγούνται ότι τελικά ο θεός κατέκτησε την Αστερία, η οποία γέννησε την Εκάτη.


Tσακάλι (Canis aureus)

 

Tσακάλι (Canis aureus): Κοινή ονομασία του ζώου Canis aureus, που ανήκει στην οικογένεια των Κυνιδών. Είναι σαρκοφάγο ζώο και τρέφεται με άλλα μικρότερα ζώα ή πτώματα άλλων ζώων. Υπάρχουν πολλά είδη τσακαλιών, όπως το <<χρυσό τσακάλι>> που ζει κυρίως στην νοτιοανατολική Ευρώπη, στην Ασία και την Αφρική, το <<ραβδωτό τσακάλι>> και το <<γκρι τσακάλι>> που ζουν αποκλειστικά στην αφρικανική ήπειρο. Στην Ελλάδα βρίσκεται στην Πίνδο, στη Πελοπόννησο και τα Ιόνια νησιά.

Τρίτη 5 Απριλίου 2022

Το Τρυγόνι (Streptopelia turtur).




Ανήκει στην τάξη Περιστερόμορφα (COLUMBIFORMES). Είναι το μικρότερο θηρεύσιμο περιστερόμορφο με βάρος που κυμαίνεται από 180 έως 250 γρ. Eίδος καθαρά αποδημητικό με πολύ λίγες εξαιρέσεις. Διαχειμάζει στην Αφρική κυρίως κάτω απ' την Σαχάρα. Στην χώρα μας παραμένουν ,σύμφωνα με μετρήσεις τις τελευταίας δεκαετίας, περίπου 20-30.000 χιλ. ζευγάρια. Αναπαράγεται περισσότερο σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας και λιγότερο στην κεντρική. Επίσης μικροί πληθυσμοί, αναπαράγονται στα μεγάλα νησιά, Λέσβο, Χίο, Ρόδο και Κρήτη και ακόμη πιο λίγα στα νησιά του Ιονίου. Kατά την ανοιξιάτικη μετανάστευσή του από την Αφρική προς την Ευρώπη, η οποία γίνεται από τον Απρίλιο έως τα μέσα Μαΐου, σταθμεύει σε μεγάλους πληθυσμούς στην χώρα μας. Έχει παρατηρηθεί ,στην Ζάκυνθο σε μία μόνο ημέρα , περίπου 5.000 άτομα στάθμευσαν και άλλα τόσα πέρασαν χωρίς να σταματήσουν! Κατά την Φθινοπωρινή τους κάθοδο προς την Αφρική, αφήνουν τους τόπους αναπαραγωγής τους στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη, από τα τέλη Ιουλίου έως και τον Σεπτέμβριο, και ορισμένα περάσματα κυρίως των τελευταίων φωλεοποιήσεων, ακόμη και τον Οκτώβριο.

Αναπαραγωγή και συνήθειες

Aναπαράγεται εκτός από την χώρα μας στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη , σε υψόμετρα μέχρι τα 350 μ. και σπάνια έως τα 500 μ. Αν και ανέχεται την παρουσία των ανθρώπων στις καθημερινές του συνήθειες, προτιμά να αναπαράγεται σε απομακρυσμένες περιοχές. Είναι είδος μονογαμικό, όπως τα περισσότερα περιστεροειδή και φωλιάζει στα δέντρα και θάμνους ,σε ύψος από 3 έως 6 μ. Η φωλιά του είναι άτεχνη, στρωμένη με λίγα κλαδιά. Πολλές φορές τα κλαδιά είναι τόσο αραιά στρωμένα που φαίνονται τα αυγά από κάτω! Η επώαση διαρκεί 13-15 ημέρες και γίνεται κα από τα δύο φύλα. Τα μικρά εκκολάπτονται γυμνά, και είναι έτοιμα να πετάξουν ύστερα από 19-21 ημέρες. Τρέφεται στο έδαφος και η τροφή του είναι φυτικής κυρίως προέλευσης. Ανάλογα δε με την εποχή του έτους, αποτελείται από σπόρους δημητριακών, καρπούς δέντρων ή φύλλα μικρών ποωδών φυτών. Η ζωϊκής προέλευσης τροφή ,είναι μικρά σκουλήκια και σαλιγκάρια.



Το πέταγμά του είναι κομψό και γρήγορο. Συναντιέται σε μεγάλες πεδινές εκτάσεις με δέντρα και θάμνους ή σε δάση που βρίσκονται κοντά σε καλλιέργειες και ποτάμια. Όσον αφορά την διαχείριση των πληθυσμών του στην χώρα μας, αυτή δεν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εμάς, γιατί σαν αποδημητικό είδος, περνά από εδώ κυρίως παρά αναπαράγεται. Τα μέτρα όμως που μπορούμε να πάρουμε αφορούν την διατήρηση των παραδοσιακών καλλιεργειών, όπως ο ηλιόσπορος και το καλαμπόκι και των χώρων που φωλεοποιεί, κουρνιάζει και ξεκουράζεται, όπως θαμνώδεις ζώνες μεταξύ των καλλιεργημένων χωραφιών, μεμονωμένα δέντρα στα χωράφια κλπ τα οποία τείνουν να χαθούν τα τελευταία χρόνια με τους αναδασμούς και τις μονοκαλλιέργειες. Επίσης η ύπαρξη νερού με μορφή μικρών ρυακιών και λιμνών βοηθά τα τρυγόνια, αν και αυτά εξαφανίζονται λόγω της υπεράντλησης για το καλοκαιρινό πότισμα.

Tο Κυνήγι του

Το Κυνήγι του τρυγονιού, είναι ταυτισμένο με τις "πρώτες τουφεκιές της χρονιάς", τουλάχιστον για τους περισσότερους κυνηγούς. Είναι το κατ' εξοχήν κυνήγι του "καρτεριού" και η αναζήτηση του "καλού" καρτεριού είναι το κύριο μέλημα του κυνηγού. Είναι μια καθημερινή σχεδόν ασχολία τις ημέρες των περασμάτων με την ελπίδα ότι η εμφάνιση της σπαθάτης φιγούρας του στον ορίζοντα, θα σημάνει και το πολυπόθητο "πέρασμα"!! Αυτό βέβαια συμβαίνει σπάνια, αλλά η ελπίδα παραμένει πάντα δυνατή στον καρτεροκυνηγό!

Οι θαλάσσιες χελώνες του Λακωνικού Κόλπου.




Χιλιάδες χρόνια τώρα οι θαλάσσιες χελώνες ζουν και αναπαράγονται στις όμορφες αμμουδιές του Λακωνικού Κόλπου πιστοποιώντας, έτσι, με τον καλύτερο τρόπο την καθαρότητα των νερών και τη φυσική κατάσταση των παραλίων της περιοχής.

Αν και ζουν μέσα στο νερό, η ύπαρξή τους εξαρτάται απόλυτα από τις ακτές όπου αφήνουν τα αυγά τους. Επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα ζώα αυτά συνδέονται στενά με τις παραλίες όπου γεννήθηκαν και επιστρέφουν πάντα σ’ αυτές για να ωοτοκήσουν.

Έτσι ο πληθυσμός του Λακωνικού, όπως και κάθε άλλος πληθυσμός, έχει τις «δικές του» παραλίες ωοτοκίας και δεν μπορεί να «αναπληρωθεί» από χελώνες άλλων περιοχών.



Στο Λακωνικό, η Careta γεννά κάθε καλοκαίρι στην παραλία του Ευρώτα, από την Κοκκινιά έως τα Τρίνησα, καθώς και στις παραλίες Βαλτάκι, Σελινίτσα, Μαυροβούνι και Βαθύ. Στο Βαθύ, πίσω από τη ζώνη των αμμοθινών, εκτείνονται χαμηλοί λόφοι με φρύγανα που αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους παράκτιους βιότοπους τσακαλιών (Canis aureus) σε όλη την Πελοπόννησο.

Τα τελευταία χρόνια οι πληθυσμοί των θαλάσσιων χελωνών έχουν μειωθεί σημαντικά σε όλο τον κόσμο. Γι’ αυτό ευθύνεται κυρίως η ρύπανση της θάλασσας, η εκμετάλλευση του ζώου για εμπορικούς σκοπούς (σε άλλες χώρες) και οι τυχαίες συλλήψεις σε αλιευτικά εργαλεία. Η εξαφάνισή τους όμως είναι βέβαιη αν χάσουν τις παραλίες όπου αναπαράγονται.

Από το 1985 διεξάγεται πρόγραμμα μελέτης και προστασίας των θαλάσσιων χελωνών και των βιοτόπων τους. Κάθε χρόνο στις επιτηρούμενες παραλίες προστατεύονται γύρω στις 200 φωλιές, από τις οποίες περίπου 12.000 χελωνάκια φτάνουν στη θάλασσα.

Μετά από περίπου 30 χρόνια ελάχιστα από αυτά θα επιστρέψουν και πάλι στο Λακωνικό Κόλπο για να αναπαραχθούν. Σκοπός του προγράμματος, το οποίο συνεχίζεται εδώ και 14 χρόνια, είναι η αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η Θήρευση των φωλιών και των νεοσσών από ζώα, ο αποπροσανατολισμός των νεοσσών από φώτα στις παραλίες, η κίνηση τροχοφόρων στις αμμουδιές, η καταστροφή των αμμόλοφων και η τυχαία σύλληψη χελωνών σε αλιευτικά εργαλεία.

Επιπλέον, η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού, ιδιαίτερα των παιδιών. Η προστασία των θαλάσσιων χελωνών καθώς και η βιώσιμη διαχείριση της περιοχής, αποτελούν τον απώτερο σκοπό του προγράμματος.

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

Ο Πετρίτης (Falco peregrinus) - Το γεράκι της Μάνης!




Είναι από τα ταχύτερα είδη πουλιών στον κόσμο και το πλέον ισχυρό είδος γερακιού της Ελλάδας, με άνοιγμα φτερούγων 90-115 εκ και μήκος σώματος 35-50 εκ. Όταν κουρνιάζει διακρίνεται από τη μαύρη λωρίδα στο πλάι του κεφαλιού (σαν φαβορίτα ή μουστάκι), ενώ κατά την πτήση ξεχωρίζει από τις μυτερές φτερούγες και την κοντή ουρά που στενεύει στην άκρη.

Το ενήλικο έχει μπλε-γκρι χρώμα επάνω και οριζόντιες γραμμώσεις στο στήθος. Όλα τα μέρη του σώματός που δεν είναι καλυμμένα με φτερά είναι κίτρινα (πόδια, κήρωμα, μάτια). Η ουρά έχει ομοιόμορφο χρώμα. Κατά τη νεαρή ηλικία ο Πετρίτης έχει σκοτεινό καφέ χρώμα από πάνω και κάθετες ραβδώσεις στο στήθος. Τα ακάλυπτα από φτερά μέρη του σώματος του είναι γκρι, ενώ η ουρά έχει μια ανοιχτόχρωμη ταινία στην άκρη. Ο Πετρίτης πετάει συχνά σε ευθεία γραμμή με ενεργητική πτήση, αποκτώντας μεγάλη ταχύτητα (μπορεί να φθάσει τα 400 χλμ/ώρα).

Τρέφεται κυρίως σε ανοιχτές εκτάσεις κυνηγώντας μικρού ή μεσαίου μεγέθους πτηνά που πιάνει πάντα στον αέρα με την μέθοδο της ενέδρας.
Οι Πετρίτες θεωρούνται δείκτες της υγείας των οικοσυστημάτων, καθώς είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στα εντομοκτόνα που συσσωρεύουν στο σώμα τους. Η υπερβολική χρήση των εντομοκτόνων (όπως το DDT και το Dieldrin) στο παρελθόν είχε ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση ή ακόμη και την εξαφάνιση τοπικών πληθυσμών. Επιπλέον, οι Πετρίτες απειλούνται από το παράνομο κυνήγι και το παράνομο εμπόριο αυγών και νεοσσών.

Ο Πετρίτης (Falco peregrinus)

Το όνομα του το πήρε από τα μέρη στα οποία φωλιάζει, αλλά και από το χρώμα του το οποίο έρχεται σε πλήρη προσαρμογή με το περιβάλλον που ζει. Τα βράχια είναι από τις καλύτερες κρυψώνες του. Η περιοχή της Μάνης ως σήμερα φιλοξενεί λόγω ορεινού εδάφους αρκετά ζεύγη πετριτών. Παλαιότερα όπου το οικοσύστημα βρισκόταν σε καλύτερη ισορροπία ο πετρίτης ήταν κάτι σύνηθες.

Το γεράκι γενικώς αποτέλεσε γενικώς για την περιοχή της Μάνης σήμα κατατεθέν. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλά επίθετα, τοπωνύμια, ονόματα αλλά και παρατσούκλια προέρχονται από τον τρομερό αυτό θηρευτή. Επώνυμα όπως Γερακάρης, Πετρίτης, Βιτσιλόγιαννης¹ , Κεχρής² , αποτελούν απόδειξη του πόσο έντονη ήταν η παρουσία του στην περιοχή. Μάλιστα το «Γερακάρης» αποτελούσε για πάρα πολλά χρόνια επάγγελμα και σύνηθες βαπτιστικό όνομα.

1. 
Βιτσίλα στα Μανιάτικα σημαίνει γεράκι …..
2. Από την οικογένεια αυτή προέρχεται το τοπωνύμιο Κεχριάνικα. Η λέξη Κεγχρίς αφορά είδος γερακιού.

Πηγή: www.ornithologiki.gr (σελίδα της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρίας)


Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Πανίδα της Μάνης Λίστα

 Κάντε κλικ για μεγέθυνση στην παρακάτω φωτογραφία

👇👇👇👇👇👇👇👇👇