Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Αυγούστου 2025

Κείμενο από το βιβλίο «Λαογραφία της Μέσα Μάνης Β’ Πνευματική Ζωή» του Κυριάκου Δ. Κάσση Σελ. 40-41.

Κείμενο από το βιβλίο «Λαογραφία της Μέσα Μάνης Β’ Πνευματική Ζωή» του Κυριάκου Δ. Κάσση Σελ. 40-41.


Ο Μαυροῦτσος.

Ὁ ἀείμνηστος Σ. Τσουμελέας μέσα στὸ ἀξιόλογο μὲ ἀντικείμενο τις παραδόσεις αὐτὸ ἔργο του αναφέρει (Λαογρ. Ε ́. 637) καὶ μία ποὺ ἀφορᾶ στὸ «Μακροῦτσο», ὅπως τὸν λέει. Πρόκειται γιὰ τὴν κοινὴ στὴν προσηλιακή Μάνη παράδοση του «Μαυροῦτσο» (ὅπως εἶναι τὸ σωστὸ ὄνομα * Ως σήμερα ἡ οἰκογένειά του εἶναι στις Πιόντες, δίπλα στη Λάγια). Ὁ μύθος ὁ σωστός, ὅπως λέγεται στὸν τόπο, ἔχει ἔτσι (προφορική διήγηση σὲ μένα ἀπὸ τὴν  ̓Αριστείδαινα Σφαλαγγάκου, τό γ. Αλευρομάγερη, 1862-1955) :

«Ὁ πρῶτος ποὺ ἐκατοίκησε στὶ Πχιόντες ἦτα ὁ Μαυροῦτσος. Είχε γίϊδια κι ἐμείνεσκε μοναχός. Ο Μαυροῦτσος ἦτα ιδιαβαρμένος για ψάρια (=εἶχε πάει γιὰ ψ.). Ἀλλὰ δὲ γκάνει καένας νὰ νυχτώνεται οὔτε στὸ κυνήγι οὔτε στὰ ψάρια οὔτε σὲ ἄλλη δουλειά. Γιατὶ ἔναι πλεονεξία. Ἐνυχτώθη ἐκεῖνος. Δὲν ἔβγαζε ψάρια. Ἐνύχτωσε καλά. Τοῦ παρησιάζεται ἕνας :

Θὰ ζὲ καβαλλήσου καὶ θὰ μὲ πάεις μέχρι τό χωρίο ζου, τοῦ λέει. Νὰ ζὲ πάου, ἀλλὰ πρῶτα θὰ ζὲ καβαλλήσου ἐγὼ κι ὕστερα εσύ. Θα λέου ἕνα τραγούδι. Καὶ μόλις τελειώσει το τραγούδι με καβαλλᾶς κι ἐσύ. Καλά, τοῦ λέει ἐκεῖνος.

Εἴθε ἔναι Οξαποπάς, τόνε κατάλαβε ὁ Μαυροῦτσος, ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτα. Τόνε καβάλησε λοιπό. Στο δρόμο ἐκουρνάρα καὶ τὰ πόδια του κι ἔλεε :

Άλαρος - φάλαρος
τοῦ Μαυροῦτσο ὁ γάϊδαρος.
Αλαρίδα - φαλαρίδα
τοῦ Μαυροῦτσο ἡ ἀρίδα.

Ὁ Ὀξαποπᾶς ὅμως ἄρχισε νὰ θυμώνει : — Αειντε ἀκόμα να ξεκαβαλλήσεις; Γιατί ἤθε νὰ καβαλλήσει ἐκεῖνος τὸ Μαυροῦτσο. Κι ἅμα τόνε καβάλλα θὰ ντὸν ἔπνιγε : — Κουράγιο ζου κι ἐφτάσαμε, τούλεε ὁ Μαυροῦτσος.

Ἤθε νά ντόνε πάει στὸ ἁλώνι του. Γιατὶ στὸ ἁλώνι μέσα οὔτε ὁ Ὀξαποπᾶς, οὔτε ξωτικό πατᾶ. Μόλις τὸν ἔφτασε κοντὰ στὸ ἁλώνι, κατεβαίνει ὁ Μαυρούτσος καὶ πηδά μέσα. Φωνάζει στὶ σκύλες του : Σπίκα, Λίζα καὶ Σαββαϊτιανή! Ἤρθασι οἱ σκύλες. Φουμποῦσι (=χυμοῦν) τὸν Ὀξαποπᾶ.

Ὁ Ὀξαποπᾶς ἐκατάλαβε τὴ γελατζία (=ἀπάτη). Ἐδάγκασε το χέρι του μὲ μανία :

Ἔχ, ρὲ Μαυροῦτσο, ἀφοῦ ἐστάθης ἐξυπνότερος ἀπό μένα, χαλάλι ζου. Κι ἐξεσπίκισε (=ἐξεσπίθισε) χίλιες σπίκες. Κι ἐχάθη.

Μόλις ἔκραξε ὁ κοῦρος τὸ πρωΐ ἐβγῆκε κι ὁ Μαυροῦτσος κι ἐιδιάη σπίτι του. Γιατὶ ἅμα κράξει ὁ κοῦρος (=κόκκορας) χάνονται ὅλα τὰ δαιμόνια κι οἱ βρεκολάκοι καὶ τὰ ξωτικά».

Αὐτὸς εἶναι ὁ πάγκοινος στη Μ. Μάνη θρύλος τοῦ Μαυρούτσου καὶ τοῦ Σατανᾶ. Κι ὄχι ὅπως τὸν ἀναφέρει ὁ ἀείμνηστος Τσουμελέας, ἀπὸ λάθος πληροφορίες. Τὸ ἐπώνυμο Μαυροῦτσος ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα στις Πιόντες δὲν νομίζω ὅτι ἔχει σχέση μὲ τὸν Μαυροδῆ καὶ τὴν πάλη του μὲ τὸ Χάρο. Αὐτὸ εἶναι τελείως ἄλλος θρύλος. Ο Μαυροῦτσος τῆς παράδοσης που προανάφερα εἶναι ἱστορικό πρόσωπο, παρ' ὅλη τὴ θρυλικότητα τοῦ ἐπεισόδιου. Εἶναι ὁ γενάρχης τῶν Μαυρούτσων στις Πιόντες καὶ ἐκεῖ φέρεται ὅτι συνέβη τὸ ἐπεισόδιο. Δεν παραδίδεται ὅτι ἦταν δυνατός κ.λ.π. ὁ Μαυροῦτσος ἐκεῖνος. Αντίθετα, ἂν καὶ ἀσθενικὸς καὶ σχεδόν γέρος, μὲ τὴν ἐξυπνάδα του κατόρθωσε να γελάσει τὸ Σατανᾶ. Αὐτὴ εἶναι ἡ σωστή παράδοση.


* Πιθανὸ ὁ Τσουμελέας νὰ εἶχε στείλει τὸ σωστὸ ὄνομα στους συντάχτες του περιοδικοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ ἀβλεψία ἢ κακὴ ἀνάγνωση του χειρογράφου του, ὁ διορθωτής τὸ υ ἔκαμε κ, ἀφοῦ στὴν καλλιγραφική γραφὴ εἶναι πολὺ ὅμοια γράμματα. Ὅπως καὶ νἄχει ὁ Τσουμελέας ἦταν ἀπὸ τὴν Ἔξω Μάνη, καὶ ἂν ἀκόμα ἀγνοοῦσε τὸ ἀκριβὲς ὄνομα τοῦ ἥρωα του μύθου, εἶναι δικιολογημένος.


Στο παρακάτω link θα βρείτε το κείμενο του Τσουμελέα:

https://piontesmani.blogspot.com/2017/07/blog-post.html

http://repository.kentrolaografias.gr/xmlui/handle/20.500.11853/296546



Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Κείμενο από το βιβλίο «Η Λεβεντογέννα Ένδοξη Μάνη» του Ηλία Ιωαν. Βουγιουκλάκη Σελ. 45-53.

 

Κείμενο από το βιβλίο «Η Λεβεντογέννα Ένδοξη Μάνη» του Ηλία Ιωαν. Βουγιουκλάκη Σελ. 45-53.

 

Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

Τοῦ Ἠλία Ἰωάν. Βουγιουκλάκη

Πολλοί θρύλοι και πολλές εξωτικές ἱστορίες ἔχουν γραφτεῖ γιά τά άοικα και σκιαχτερά μέρη τῆς Μάνης. Θρύλοι γεμάτοι μυστήριο και λεβεντιά, ἱστορίες γεμᾶτες μεγαλοπρέπεια και τραγική συγκίνηση.  ́Ένα κομμάτι ἀπ' αὐτά εἶναι καί ἡ ἱστορία τούτη πού θά σᾶς διηγηθῶ ὅπως ἔχει μείνει από πατέρα σε παιδί κι' ἀπό παιδί σέ 'γγόνι. Συνέβηκε σ' ένα μικρό κι' απόμερο λιμάνι της Μάνης τόν Ἀντρόγιαλο. Τό μέρος τοῦτο εἶναι ἀπό τά πιό άγρια. Μοιάζει με χαράδρα χαμένη στα έγκατα τῆς γῆς καί τριγυρισμένη από παντοῦ μέ ἄγρια βουνά βραχώδικα, σάν δράκοι πού φρουροῦνε τό ἔμπα της.

Σε τούτο λοιπόν τό ἄοικο κι' ἀπόμερο λιμάνι ψάρευε κάποτε ένας ψαράς. Γερακάρη τόν λέγανε. Ψαράς ἀπό τούς καλλίτερους καί πρῶτος στην παλικαριά. Ποτέ δεν γύριζε στο χωριό μέ ἀδειανά τά χέρια. Πάντα έπιανε τά πιό πολλά καί τά πιό διαλεχτά. Μιά μέρα όμως, κακιά τύχη τόν περίμενε. Ψάρευε ἀπό τό πρωί μέχρι το βράδυ κι' όμως δέν εἶχε πιάσει ούτε ένα ψάρι. Τ' αγκίστριά του ολημερίς σκίζανε τό υγρό στοιχειό κουβαλώντας μόνο φαΐ στά ψάρια και γυρίζανε πάντα αδειανά.

Διαβολική ἀτυχία σήμερα, μουρμουρίζει. Ὁ ήλιος ἀρχινά και γέρνει στη δύση του. Οἱ τελευταίες αχτίδες του χρυσίζουνε τη θάλασσα τοῦ Λακωνικού πού φαίνεται σάν ν' άναψε ὁλόκληρη μιά μεγάλη πυρκαγιά και τέλος βυθίζεται στα υγρά παλάτια του. Ἡ φύση άλλαξε όψη καί ὁ Ἀντρόγιαλος ἔγινε πιό άγριος καί πιό φοβερός μές τό αχνό σουρούπωμα. Τούτη τήν ὥρα καί ἡ πιό γερή καρδιά δέν θάντεχε στη μοναξιά του τόπου τούτου. Ὁ Γερακάρης όμως δέν εἶναι ἀπό τούς ἀνθρώπους πού τά βάζουνε εύκολα κάτω τ' ἄρματα.

- Όχι, λέει, δέν θά φύγω μ' ἀδειανά τα χέρια. H θά πιάσω ψάρια ἤ θα κάτσω νά μέ φάει το σκοτάδι τῆς νύχτας. Ὅσο κι' ἂν εἶναι φοβερό τό μέρος δέν τόν τρομάζει. Όσο κι' αν ξέρει πώς στα μέρη τοῦτα τριγυρνούνε Νεράϊδες κι' ένα σωρό δαιμονικά, τό πείσμα τό Μανιάτικο καί ὁ ἐγωϊσμός του τόν δένουνε ἐκεῖ.

Νά όμως, πού ξαφνικά η τύχη τοῦ χαμογελά. Τραβά τ' αγκίστριά του καί μέ ξεστριλωμένα ἀπό τήν έκπληξη μάτια βλέπει πώς εἶναι γεμᾶτα ψάρια. Αναστενάζει μέ ἱκανοποίηση. Τά τριχωτά καί ἡλιοκαμμένα στήθια του φουσκώνουνε ἀπό τό ἀναγάλιασμα. Ξαναρίχνει πολλές φορές τ' αγκίστριά του καί πάντα τά τραβᾶ γεμᾶτα. Δέν χορταίνει να βγάζει. Θέλει νά ἐκδικηθεῖ γιά τήν κοροϊδία πού τοῦ κάνανε όλη μέρα. Καί τό ψάρεμα συνεχίζεται...

Σε μια στιγμή, όμως, κακιά ἰδέα περνᾶ ἀπό το μυαλό του.

- Λές κανένας Διάβολος να παίζει μαζί μου; Ψιθυρίζουνε τ' αλμυρισμένα χείλια του.

Ένα κρύο ρίγος νοιώθει να τρυπά τό κορμί του μέσα στήν ἐρημιά. Αλλά πάλι ὄχι. Δέν θέλει να παραδεχθεί ότι αυτός σκέφτηκε κάτι τέτοιο. Αὐτά τά σκέπτονται μόνο οἱ δειλοί. Ἐνῶ αὐτός...

Ἡ νύχτα έχει προχωρήσει πλέον πολύ. Εἶναι μεσάνυχτα όταν παίρνει τήν ἀπόφαση να φύγει. *Εχει πιάσει τόσα πολλά ψάρια που κι αυτά μέ δυσκολία θά τά κουβαλήσει.

Ανασηκώνεται στο βράχο, τεντώνει το κορμί του και μοιάζει σάν τό Διάβολο μέσα στη μαύρη νύχτα. Μαζεύει τά σύνεργά του, φορτώνεται τά ψάρια του -ψάρια τοῦ Διαβόλου- και φεύγει γιά τό χωριό. Αὔριο πάλι, λέει, καί κάνει ἕνα ἀπειλητικό μορφασμό γυρίζοντας πρός τή μεριά τῆς θάλασσας. Αὔριο θα λογαριαστούμε... Τα βήματά του ἀκούγονται βαρειά και δυνατά μέσα στη νύχτα.

Τά παίρνει ἡ λαγκαδιά κι' ἀντιλαλοῦνε ἀκόμα πιο δυνατά μέσα στις χαράδρες. Καί ὁ Γερακάρης ο ψαράς όλο καί προχωρεῖ γιά τό χωριό. Δέν έχει όμως, απομακρυνθεῖ οὔτε διακόσια βήματα. Ξαφνικά, μέσα στήν ἐρημιά τῆς νύχτας, ἀκούγεται νά τόν καλεί μιά γνώριμη φωνή.

- Κουμπάρε, ἔ, κουμπάρε. Περίμενε νά πᾶμε μαζί στο χωριό.

Ὁ Γερακάρης ἀργοστέκει, τοῦ φαίνεται πώς τόν γελοῦνε τ' αυτιά του. Κουμπάρε; Μά ὁ ἕνας και μοναδικός κουμπάρος του εἶναι πιά πεθαμένος. Βαρέθηκε τόν κόσμο τοῦτο καί πῆγε ἀλλοῦ νά βρεῖ καλλίτερη ζωή, χωρίς δουλειές και βάσανα, χωρίς καϋμούς και ντέρτια... Κρύος ιδρώτας λούζει τό κορμί του. Το μεδούλι πάγωσε καί πάει να σπάσει τα κόκκαλα. Χίλιες σκέψεις περνοῦνε ἀπό τό μυαλό του... Δέν εἶναι δυνατόν... Μπορεῖ καί νά μήν ἄκουσε καλά. Μπορεῖ νά 'ναι καί γέννημα τῆς μοναξιᾶς. Κάνει να ξεκινήσει, ἀλλά ἡ φωνή πάλι τόν ξανακαρφώνει στόν τόπο του.

- Κουμπάρε μή βιάζεσαι, περίμενε, ἔρχομαι... ἔφτασα...

Ὁ Γερακάρης νοιώθει βαρειά τά πόδια του, σά νά τοῦ κρεμάσανε χίλια καντάρια σίδερο. Ἡ καρδιά του κλωτσᾶ δυνατά τό στῆθος. Δίνει κουράγιο όσο μπορεῖ στόν ἑαυτό του και προσπαθεῖ νά τόν κάνει νά βρεῖ τήν δύναμή του.

- Κουράγιο, ψιθυρίζει, δεν ντρέπεσαι Γερακάρη; ἐσύ ὁ ψαράς, ὁ γενναῖος... ὁ παλληκαράς..., ὁ Μανιάτης, ὁ ... να σκιάζεσαι;

Ναί, λέει και χτυπᾶ τό πόδι του δυνατά στό χῶμα πού πατᾶ, δέν σκιάζομαι. Ὅποιος νά'ναι, ζωντανός ἤ πεθαμένος, θα μετρηθώ μαζί του παλληκαρήσια, θα νικήσω, θα...

Γιά μιά στιγμή πάλι τριγυρνά στο μυαλό του το ψάρεμα. Όλη μέρα τίποτα, τό βράδυ... Η σκέψη ἡ κακιά του φέρνει πάλι ανατριχίλα. Τώρα ἀκούγονται πιά καθαρά τά βήματα ἐκείνου πού τοῦ φώναζε. Όπου ναναι κοντοζυγώνει, πλησιάζει, να … έφτασε. Ἡ ἀναπνοή του έχει κοπεῖ, τά μάτια του έχουν ξεπεταχτεί και ξεστριλώνουν προσπαθώντας να σκίσουνε τό πηχτό σκοτάδι, τ' αυτιά του εἶναι τεντωμένα. Όλες του οἱ αἰσθήσεις βρίσκονται σε ὑπερένταση και ψάχνουνε γιά τόν ... κουμπάρο που όπου νάναι θά φανεῖ. Ἀξαφνα τά βήματα σταματοῦνε καί ένα χέρι νοιώθει νά τόν χτυπᾶ στήν πλάτη.

Γυρίζει ξαφνιασμένος καί τί νά δεῖ; Ενας άγνωστος καμπούρης με δύο κέρατα στο κεφάλι. Νοιώθει τό αἷμα του να παγώνει και τις τρίχες του να σηκώνονται μιά σπιθαμή. Βρίσκει, όμως, γρήγορα τό θάρρος του και σχεδόν θυμωμένα ρωτᾶ:

- Ποιός εἶσαι; τί θές;

- Ποιός εἶμαι μέ ρωτᾶς; Ἄν θές, ὅμως, να μάθεις, νά στό πῶ. Εἶμαι ἐκεῖνος πού διατάζει ὅλα τά σατανικά. Ἐκεῖνος πού ἔχει χίλιες μορφές και χίλιες φωνές. Τι θέλω; Ὄχι δά και σπουδαῖο πράμα: νά μέ φορτωθείς στην πλάτη σου, μέχρι τό χωριό σου. Αν θα ρωτήσεις το γιατί; σοῦ λέω: ἔτσι μ' ἀρέσει... ἐξ ἄλλου σε πλήρωσα, γι' αὐτό, καλά, σοῦ ἔδωκα τόσα... ψάρια...

Ὁ καμπούρης ξεσπᾶ σε δυνατά χαχανητά, ἐνῶ ὁ Γερακάρης στέκεται σα μαρμαρωμένος. Τώρα πιά του λύνεται τό μυστήριο... Αλλά δέν τά βάζει κάτω. Τό Μανιάτικο κεφάλι δεν προσκυνᾶ εύκολα.

- Ὄχι ἀπαντᾶ, αὐτό δέν γίνεται. Πάρτα πάλι τά ψάρια σου, ἀλλά νά γίνω ἐγώ γάϊδαρος κι' ἐσύ καβαλάρης μή τό περιμένεις. Αὐτό γιά τούς Μανιάτες εἶναι ἡ πιό μεγάλη προσβολή. Τη ζωή μου πάρ τη, τήν τιμή μου ὄχι...

- Ἄκουσε δῶ, λέει ὁ Διάβολος, αὐτό θά γίνει ὁπωσδήποτε, ἐχτός καί ...

- Εκτός καί; ξαναλέει ὁ Γερακάρης, ἐνῶ μιά ἐλπίδα ξεπηδά μέσα ἀπό τά στήθια του.

- Εχτός καί ἀπαντήσεις στο δωδεκάλογο μου. Τότε θά πεῖ ὅτι μέ νίκησες καί εἶσαι ἐξυπνότερος από μένα. Σ' αὐτή τήν περίπτωση θά μέ και βαλικέψεις εσύ. Ἄν, ὅμως δέν ἀπαντήσεις, νικήθηκες καί θά κάνεις αὐτό πού διατάζω. Από μπροστά, ὅμως, σοῦ λέω, ὅτι ὅλο τόν κόσμο γύρισα και ἄνθρωπος δεν βρέθηκε για ν' απαντήσει στο δωδεκάλογο του Διαβόλου.

Ὁ Γερακάρης δεν σκέφτηκε πολύ. Άλλη λύση δέν ὑπάρχει, πρέπει νά δεχθεῖ.

Ὀρθώνεται σαν κυπαρίσσι καί μέ ἀγέρωχο ύφος ἀπαντᾶ:

- Δέχομαι. Εμπρός, ἀρχίνα. Ἴσως ἄλλη φορά νά μή συνάντησες Μανιάτη. Τώρα όμως, θά δεῖς πόσο διαφέρομε ἀπό τούς ἄλλους και πόσο ἔκαμες σφάλμα, πού θές νά μᾶς ντροπιάσεις.

Καί ὁ καμπούρης ἀρχινᾶ, ἐνῶ στά χείλη του διαγράφεται ένα πονηρό χαμόγελο.

Διάβ.: 'Ενας λόγος, τί λόγος εἶναι;

Γερ.: Ενας εἶναι ὁ Θεός.

Διάβ.: Δύο λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Τρεις λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Τέσσερις λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Τεσσεραβύζικο δαμάλι, τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Πέντε λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Πέντε δάχτυλα ἡ χείρα, τέσσερα βυζιά ἡ ἀγελάδα, τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Εξι λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εξι άστρα έχει ἡ πούλια...

Διάβ.: Εφτά λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εφταβάλτινος χορός...

Διάβ.: Οχτώ λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Ὀχταπόδι στο γυαλό...

Διάβ.: 'Εννιά λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εννιαμηνήτικο παιδί...

Διάβ.: Δέκα λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Δεκαβύζικο σκορφάρι...

Διάβ.: 'Εντεκα λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εντεκαμήνικο πουλάρι...

Διάβ.: Δώδεκα λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Δώδεκα μήνες ἔχει ὁ χρόνος, έντεκα μηνῶν πουλάρι, δεκαβύζικο σκορφάρι, εννιαμήνικο παιδί, ὀχταπόδι στο γυαλό, έφταβάλτινος χορός, έξι άστρα ἔχει ἡ πούλια, πέντε δάχτυλα ή χείρα, τέσσερα βυζιά ή γελάδα, τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Ὁ δωδεκάλογος τελείωσε. Ὁ Γερακάρης στυλώνει ὀρθωτά τ' ανάστημά του και καμαρώνει, γιά τήν επιτυχία του καί τήν ἐξυπνάδα του. Ὁ Διάβολος βγάζει φωτιές ἀπό τά μάτια του, το πρόσωπό του κάνει χίλιους σπασμούς κι' ἀλλάζει χίλια χρώματα, απ' τ' ἀναπάντεχο κακό. Η συμφωνία όμως, εἶναι συμφωνία. Στη Μάνη ὁ λόγος εἶναι ἀπαραβίαστος, κι' ὁ Διάβολος τή στιγμή τούτη που πατεῖ στά χώματά της δέν μπορεῖ νά τόν παραβιάσει, όσο κι ἂν εἶναι... Διάβολος. Νικημένος ὑποτάσσεται στο νικητή καί τόν φορτώνεται στην πλάτη. Επῆγε γιά μαλλί κι' ἐβγῆκε κουρεμένος...

Ὁ Γερακάρης όμως, εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος πώς το παιχνίδι του Διαβόλου δέν τελείωσε ἀκόμα. Ξέρει πώς εἶναι πανοῦργος κι' ἀνυπότακτος καί πώς κακά ξεμπλέγματα θά'χει μέ τόν παμπόνηρο... «κουμπάρο του». Γι' αὐτό βάζει σ' ἐνέργεια καί τή δική του πονηριά. Κάνει πώς εἶναι ἀδιάφορος καί τραγουδᾶ ξένοιαστα ένα τραγούδι, χωρίς τέλος... ως τή στιγμή πού φτάνουνε ἀπ ̓ ἔξω ἀπό τό ἁλώνι του. Άξαφνα φωνάζει στο Διάβολο:

- «Κουμπάρε ἄφησέ με στό τειχειό να κατεβῶ ἀπό τήν πλάτη σου, ἀρκετά σέ κούρασα, σειρά μου νά σέ πάρω καί ἐγώ σέ ὅσο δρόμο μᾶς ἀπομένει ἀκόμα.»

Ο Διάβολος δεν καταλαβαίνει τήν πονηριά τοῦ Γερακάρη καί πέφτει στην παγίδα του. Μ' ένα σάλτο βρίσκεται μέσα στη μέση τ' ἁλωνιοῦ. Ἐδῶ πιά εἶναι ἀσφαλισμένος, γιατί τ' ἁλώνι εἶναι ἱερό, εἶναι λειβάδι τοῦ Θεοῦ, κι ὁ Διάβολος νά τό πατήσει δέν μπορεῖ. Φωνάζει το Σαββατιανό, τό σκύλο του καί κεῖνος ὁρμᾶ, γιά νά καταξεσχίσει τόν καμπούρη. Ὁ Διάβολος βρυχομανᾶ, χτυπιέται κατά γῆς κι' ουρλιάζει σαν βρυκόλακας. Ἡ κοροϊδία πού τούγινε εἶναι μεγάλη καί δέν μπορεῖ νά τήν ἀνεχθεῖ αὐτός ὁ παντοδύναμος και πανέξυπνος ἀρχηγός ὅλων τῶν κακῶν καί πονηρῶν πνευμάτων. Ὁ τετραπέρατος ἀρχιδιάβολος να νικηθεῖ καί νά περιμπαιχθεῖ ἀπ' αὐτό τό σκουλήκι τῆς Μάνης; Αυτό πάει πολύ. Θα γίνει περίγελος καί παίγνιο στα μάτια τῶν συντρόφων του. Τώρα τοῦ ξέφυγε, ἀλλά δέν θά τόν συγχωρέσει.

Ουρλιάζει: «θά σέ ἐκδικηθῶ. Ἡ ζωή σου τελείωσε. Μαζί μου δέν μπορεῖς νά παραβγεῖς στή δύναμη καί στήν ἐξυπνάδα».

Στα τελευταία λόγια ὁ Διάβολος δέν ὑπάρχει πιά. Δυνατή βροντή ακούγεται καί μεγάλη ἀστραπή φωτίζει όλα τά γύρω, σά ν' άναψε ὅλος ὁ κόσμος μιά μεγάλη πυρκαγιά. Ὁ Γερακάρης νοιώθει τή γῆ να τρέμει και να φεύγει κάτω ἀπό τά πόδια του. Οἱ πέτρες χτυπιούνται μεταξύ τους και μιά τρομακτική βουή βγαίνει ἀπό τά ἔγκατα τῆς γῆς. Κατόπι όλα χάνονται. Σβήνει τό φῶς ἀπό τά μάτια του και πέφτει λιπόθυμος. Τό άμοιρο τό σῶμα του δέν μπόρεσε ν' αντέξει ἄλλο...

Τα ουρλιαχτά του σκύλου του, ξυπνοῦνε τό χωριό. Τρέχουνε καί τόν κουβαλάνε στα χέρια σαν άψυχο και άζωο κορμί. Τόν ξαπλώνουνε στό χῶμα γιά νά μείνει πιά ἐκεῖ σ' όση ζωή τ' ἀπόμενε ἀκόμα. Ὁ Διάβολος τόν ἐκδικήθηκε. Νίκησε στην εξυπνάδα καί στήν πονηριά, νικήθηκε όμως, στη δύναμη. Ὁ λεβέντης Γερακάρης, τό πρῶτο παλληκάρι του χωριοῦ, ἔγινε ἕνα ἀνθρώπινο ράκος, χωρίς Ζωή και Δύναμη. Παραμιλοῦσε κι' έβλεπε όλο Σατανικά. Τά κακά πνεύματα τοῦ εἶχαν πάρει τό μυαλό. Ἦταν ἀξιολύπητος, ἐλεεινός καί μ' ἀγριεμένη τή θωριά. Δέν έζησε πολύ καιρό. Ὁ «πανθεράπων» θάνατος ήρθε σύντομα νά τοῦ σφαλίσει τά μάτια καί νά τόν ἀπαλλάξει ἀπό τήν εφιαλτική ζωή του. Όλα τα γύρω χωριά παρακολούθησαν τήν κηδεία του μέ συγκίνηση καί δέος καί οἱ μοιρολογίστρες τόν ἀποχαιρέτησαν στο μακρινό ταξίδι του μέ τρανταχτά μοιρολόγια, οἱ δέ άντρες μ' αυτά τα σημαδιακά λόγια: «Στο καλό νά πᾶς καί ἀλαφρά τα χώματά σου, ἄξιο παιδί τῆς εὐάνδρου Μάνης.»

Ἡ περιπέτειά του έμεινε πιά σάν θρῦλος στις ἐπερχόμενες γενεές.

Δεκέμβριος 1962

Λάγια Μάνης

Ἠλίας Ἰωάν. Βουγιουκλάκης

(Φοιτητής)

 

 

Σ.σ. Η ιστορία αυτή αναφέρεται στον Πιοντάτικο Θρύλο του Μαυρούτσου και είναι γνωστή σε όλα τα χωριά της Μέσα Μάνης.

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

Τα έθιμα των Χριστουγέννων στην Σπάρτη και την Μάνη.

 Τα έθιμα των Χριστουγέννων στην Σπάρτη και την Μάνη

…στη Μάνη

Κάθε οικογένεια στο φούρνο του σπιτιού «ρίχνει» τα χριστόψωμα, για να τα κόψει στο τραπέζι των Χριστουγέννων ο οικοδεσπότης σταυρώνοντάς τα, και ευχόμενος «Χρόνια πολλά και του χρόνου». Τα χριστόψωμα κατασκευάζονται όπως το ψωμί, μόνο που στολίζονται με σταυρούς και ποικίλα στολίδια ανάλογα με την καλαισθησία της νοικοκυράς.

(Από το περιοδικό «Αδούλωτη Μάνη»)

…στη Σπάρτη

Στη Σπάρτη, σε κάθε σπίτι, δυο τρεις μέρες πριν, ζυμώνουν 1 – 15 καρβέλια ψωμί. Το ένα, που το τρώνε ανήμερα των Χριστουγέννων, είναι το ψωμί του Χριστού και το πλάθουν σε σχήμα σταυρού από ζύμη. Τα’ άλλα χριστόψωμα τα κάνουν με μύγδαλα και καρύδια.

(Από το περιοδικό «Ουράνιο Τόξο»)

Οι τηγανίδες (Χωριά της Έξω Μάνης)

Σε όλα τα σπίτια, παραμονές Χριστουγέννων θα έπλαθαν και θα έψηναν τις τηγανίδες, τα μανιάτικα λαλάγγια. Στο σοφρά ή σε κάποιο τραπέζι κοντά στην φωτογονία, η μητέρα και τα κορίτσια έπλαθαν το έτοιμο ζυμάρι σε χοντρό μακαρόνι, τις τηγανίδες, και το δίπλωναν τεχνικά στα τέσσερα. Μετά το έριχναν στη μεγάλη τηγάνα που ήταν γεμάτη καυτό λάδι πάνω στη φωτιά, για να ψηθεί. Η πρώτη τηγανίδα, μεγάλη και στρογγυλή με σταυρό στη μέση ήταν του Χριστού, η δεύτερη παρόμοια του σπιτιού κ.λ.π. Τις ψημένες τηγανίδες τις έβαζαν μέσα σε μπουρέκια (στρογγυλά μπακιρένια ταψιά) και σε λεκάνες. Όταν στράγγιζαν καλά τις έβαζαν σε κοφίνια και τις κρεμούσαν ψηλά. Η ποσότητα του ζυμαριού που θα γινόταν τηγανίδες ήταν αρκετή και πάντοτε ανάλογη με τον πληθυσμό της φαμελιάς. Η φωτιά για τις τηγανίδες έπρεπε να είναι δυνατή και να έχει διάρκεια. Γι αυτό ο πατέρας είχε σκίσει σκίζες τα χοντρά κούτσουρα. Ήταν η καλλύτερη καύσιμη ύλη για την περίπτωση. Τα παιδιά παρακολουθούσαν και όλοι, αν δεν ήταν Τετάρτη ή Παρασκευή, δοκίμαζαν και έκαναν τις κρίσεις τους. Και κάθε χρόνο σχεδόν εύρισκαν τα ίδια ελαττώματα στο πλάσιμο και το ψήσιμο, όταν μάλιστα κάποιος ήθελε να πιει νερό του έλεγαν να γυρίσει την πλάτη προς το τηγάνι για να μην …τον βλέπουν οι τηγανίδες και ρουφάνε το λάδι. Οι “λυπημένοι”, που είχαν πρόσφατο θάνατο, δεν έψηναν τηγανίδες, τους πήγαιναν όμως συγγενείς και φίλοι. Άλλα γλυκά που έφτιαχναν στο σπίτι την περίοδο αυτή ήταν οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα.

(Από το περιοδικό «Μάνη, χθες, σήμερα, αύριο»)

Το κυνήγι τα Χριστούγεννα (Χωριά Έξω Μάνης)

Κατά τη διάρκεια της σαρακοστής τα περισσότερα παιδιά βγαίνανε κυνήγι. Τα βράδια, όταν το σούρουπο έπεφτε για καλά και το κρύο άρχιζε να τσούζει, παίρνανε το “φακό” με καινούργια “πλάκα” και γυρίζανε στα χαλάσματα και στα σπήλια κοντά στο χωριό. Στόχος τους οι γουργουγιάννηδες, τα μικρά πουλάκια που κούρνιαζαν εκεί. Τα θαμπώνανε με το φακό και τα πιάνανε. Αν ήταν πολύ ψηλά, τα χτυπούσανε με τις λαστιχιέρες (σφεντόνες). Η μάνα ή κάποια μεγάλη αδερφή, μετά από πολλή γκρίνια τους, τα καθάριζαν και τα πάστωναν. Τα βάζανε σε πήλινα ή γυάλινα βάζα, για να τα φάνε τα Χριστούγεννα. Πολλά παιδιά μάζευαν είκοσι και περισσότερα πουλάκια και καμάρωναν για τις … κυνηγετικές ικανότητες τους και για την σοδειά τους. Και όταν ζύγωναν οι γιορτές, άρχιζαν οι παραδοσιακές ετοιμασίες. Το σπίτι έπρεπε να βάλει τα γιορτινά του και όλο το χωριό να καθαριστεί και να ετοιμαστεί, για να υποδεχτεί τους ξενιτεμένους του που θα έρχονταν να κάνουν γιορτές με τους δικούς τους.

(Από το περιοδικό «Μάνη, χθες, σήμερα, αύριο»)

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2024

Χριστουγεννιάτικα έθιμα της Μάνης.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ


Αυτά που δεν πρέπει να ξεχνάμε

Της Γεωργίας Δημακόγιαννη, από το περιοδικό «Αδούλωτη Μάνη»

Η γέννηση του Χριστού κανονίστηκε το 354 μ.Χ. να εορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου, την ίδια μέρα που γιορτάζονταν η γέννησις του παλαιού Θεού Μίθρα, του «αήττητου Θεού Ήλιου» που ήταν θεός όλων των ηλιακών θεοτήτων της ειδωλολατρίας. Με την αλλαγή και την στροφή των ανθρώπων προς άλλους θεούς, ο «Αήττητος Θεός Ήλιος», έπεσε και τη θέση του την πήρε ο «Ήλιος της Δικαιοσύνης» ο Χριστός.

Εξετάζοντας κανείς τα εορταστικά έθιμα των διαφόρων λαών σκόπιμο είναι να εξετάσει και τον τρόπο που τρέφονται κατά τις μέρες αυτές. Στη Μάνη ακούγεται συχνά το τετράστιχο:

«Του Χριστού χριστόψωμα,

τα Φώτα τηγανίδες

και τη Λαμπρή τυρόπιτες

τ' Άγιου Πετριού κουλούρες».

Ειδικά, στο Μανιάτικο χώρο, η αναφορά μας είναι απαραίτητο να προσαρμοστεί στους όρους της ζωής των Μανιατών και εκεί να τοποθετήσει τις συνήθειες και τα έθιμά τους. Στις συνήθειες λοιπόν, των γιορτινών αυτών ημερών, συνηθίζονται οι τηγανίδες και τα χριστόψωμα, τροφές προσαρμοσμένες στο λιτό και σκληρό βίο των Μανιατών, εφόσον την εποχή αυτή καταγίνονται με το ελαιομάζωμα. Στη Μάνη, δεν υπάρχει η πολυτέλεια εθίμων με αντίστοιχες εορταστικές εκδηλώσεις και η παρασκευή εδεσμάτων που παρατηρείται αλλού, προέχει ο αγώνας για την επιβίωση...

Οι τηγανίδες, φτιάχνονται τις ημέρες των Χριστουγέννων και των Φώτων. «Πρόκειται για ζύμη, που την πλάθουν σαν χοντρό μακαρόνι πάχους περίπου του μικρού δακτύλου και μήκους μισού μέτρου, τις τυλίγουν με κέντρο τη μια άκρη και κατόπιν τις τηγανίζουν» Η πρώτη έχει το σχήμα σταυρού. Η νοικοκυρά ρίχνοντάς την μέσα στο αναβραστό το λάδι, που τσιτσιρίζει στο βαθουλό τηγάνι πάνω στη σιδεροστιά, σταυροκοπιέται και εύχεται: «να σταυρωθούν τα κακά και του χρόνου». Οι άλλες τηγανίδες έχουν ποικίλα σχήματα.

Κάθε οικογένεια, στο φούρνο του σπιτιού «ρίχνει» τα χριστόψωμα, για να τα κόψει στο τραπέζι των Χριστουγέννων ο οικοδεσπότης σταυρώνοντάς τα, και ευχόμενος «Χρόνια πολλά και του χρόνου». Τα χριστόψωμα κατασκευάζονται όπως το ψωμί, μόνο που στολίζονται με σταυρούς και ποικίλα στολίδια ανάλογα με την καλαισθησία της νοικοκυράς.

Και στη Μάνη ακούγονται δοξασίες για τα δαιμονικά και άλλα υπερφυσικά όντα, που βγαίνουν τα δωδεκαήμερα από του Χριστού ως τα Φώτα. Πρόκειται για τους Καλλικαντζάρους. Πολλοί λαογράφοι, υποστηρίζουν πως είναι οι Καλλικάντζαροι απόγονοι του τραγοπόδη θεού Πάνα ή των Σατύρων, που πηδήσανε από την μυθολογία στη χριστιανική ζωή. Ο πατέρας της Ελληνικής Λαογραφίας Νικ. Γ. Πολίτης στις «Παραδόσεις» του αναφέρεται σε Λυκοκατζαραίους, Σκαλικαντζέρια, Καρκαντζέλια, Κωλοβελώνηδες, Πλανηταρούδια, Κάηδες, Παγανά. Στην περιοχή της Αντρούβιτσας (Δ. Μάνη) ονομάζουν τους Καλλικαντζάρους Τσιλικρωτά. Ο Πασαγιάννης στο ομώνυμο χριστουγεννιάτικο διήγημά του αναφέρεται με ένα χαριτωμένο τρόπο σε θρύλους για τα ξωτικά αυτά.

Τους Καλλικαντζάρους που μπαίνουν στα σπίτια από τις καπνοδόχους, γιατί τους προσελκύει η μυρωδιά του λαδιού από τις τηγανίδες, ο λαός τους έχει πλάσει ψηλούς, μαυριδερούς, ισχνούς, άσχημους με κόκκινα άγρια μάτια και τριχωτό όλο το σώμα.

Θεωρούνται «μαγαρισμένοι» και σιχαμεροί, κάνουν ζημιές όπως: σβήνουν τη φωτιά, μαγαρίζουν τα εδέσματα παρενοχλούν τους ανθρώπους κυρίως τα παιδιά και τις γριές και χοροπηδάνε στους δρόμους. Τρώνε βατράχους, χελώνες, φίδια, σκουλήκια κ.ά. Οι άνθρωποι προσπαθούν να εξολοθρεύσουν τις βλαπτικές τους ενέργειες με εξορκισμούς ή προσφορά γλυκισμάτων, τηγανίδων κ.τ.λ. Ο μεγάλος τους φόβος είναι ο αγιασμός.

Στη Μάνη, ακούγονται και στην εποχή μας, κάποια λαϊκά στιχουργήματα για τους Καλλικαντζάρους:

Αρορίτες είμαστε,

αραρά γυρεύουμε

τηγανίδες θέλομε

τα παιδιά τα παίρνουμε

ή το (γ)κούρο ή τη (γ)κότα

ή θα σπάσαμε τη (μ)πόρτα.

Φοβούνται τον αγιασμό γιατί όποιος βραχεί με αγιασμένο νερό αφανίζεται. Όταν βλέπουν τον παπά που αγιάζει τρέχουν φωνάζοντας:

Φεύγετε να φεύγουμε

τι έφτασε ο σκυλόπαπας

με την αγιαστούρα του

Τέλος να αναφέρουμε δυο παροιμιώδεις φράσεις που σχετίζονται με τα Χριστούγεννα, φράσεις που ακούγονται στη Μάνη και μνημονεύονται στις εργασίες του γνωστού συγγραφέα Αν. Κουτσιλιέρη.

Η φράση: «Να γεμίσει η μυλόστασή σου τη Λαμπρή τυρόπιτες και τα Χριστούγεννα τηγανίδες» σημαίνει κατάρα. Συνηθίζεται στους πενθούντες να προσφέρουν οι συγγενείς ή οι φίλοι, τα Χριστούγεννα τηγανίδες ή γλυκίσματα, για να μην τους λείψουν αυτές τις γιορτινές μέρες. Οι τηγανίδες θεωρούνται εορταστικό φαγητό, είναι συνδεδεμένες με σχετικές προλήψεις. Σημειωτέον ότι, όταν κάποια οικογένεια πενθεί, δεν επιτρέπεται να παρασκευάζει εδέσματα εορτών. Άρα το να γεμίσει η μυλόστασή σου  τετράγωνη επιφάνεια που τοποθετούν το χερόμυλο) με τηγανίδες τα Χριστούγεννα σημαίνει να σου έχει τύχει κάποιος θάνατος προσφιλούς - συγγενικού σου προσώπου, ομοίως για το Πάσχα «να σου φέρουν τυρόπιτες».

Η παροιμιώδης έκφραση: «Εγώ είμαι Χριστού και συ Λαμπρή» ερμηνεύεται ως εξής: τα Χριστούγεννα είναι η μεγαλύτερη ακίνητη εορτή, επομένως «είμαι Χριστού» σημαίνει είμαι άνθρωπος συνεπής, έμπιστος «έχω λόγο» και όχι ευμετάβλητος και διπλωμάτης όπως η σπουδαία μεν, αλλά κινητή εορτή του Πάσχα.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2024

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΜΑΝΗ – Έθιμα.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΜΑΝΗ – Έθιμα

Προπαραμονή Χριστουγέννων και στο χωριό ζυμώνανε ψωμί. Οι φιλενάδες μαζεύονταν σε ένα σπίτι και ζυμώνανε παρέα.. Αυτό γινότανε στις 5 το πρωί, νύχτα ακόμη, με πολύ χιόνι και το τζάκι να καίει με πολλά ξύλα μέσα..

Η γιαγιά από το προηγούμενο βράδυ, ετοίμαζε μια μεγάλη κατσαρόλα με τραχανά και χυλοπίτες, για να φάνε το πρωί οι φιλενάδες, όταν θα θέλανε να ξαποστάσουν, τρώγοντας, φυσικά, ένα ζεστό πιατάκι..

Παραμονή Χριστουγέννων.. Σπίτια ασπρισμένα, καθαρά.. Όλο το χωριό λάμπει.. Το βράδυ αργά, όλα τα σπίτια ζυμώνουν τηγανίδες… Οι νοικοκυρές είχαν το σοφρά, το στρογγυλό τραπέζι, καθόντουσαν στα σκαμνάκια τα

μικρά και φτιάχνανε τις τηγανίδες…

Για να ζυμώσουν, χρησιμοποιούσαν τις σκαφίδες τους, γιατί κάθε οικογένεια έκανε πάρα πολλά κιλά…

Η γιαγιά πλάθει με τα χέρια της χοντρά μακαρονάκια, τα οποία μετά βάζει σε μεγάλο τηγάνι, επάνω στην καυτή φωτιά..

Η πρώτη τηγανίδα είχε ένα σταυρό επάνω και η δεύτερη πήγαινε για το σπίτι.. Οι τηγανίδες ήταν πάρα πολλές και για το λόγο αυτό, η γιαγιά γέμιζε πολλά και μεγάλα στρογγυλά ταψιά, αλλά και λεκάνες, προκειμένου να φάει η οικογένεια εκείνες τις ημέρες, αλλά και να φιλέψει τους επισκέπτες!

Τις (πεντανόστιμες) τηγανίδες, έτρωγαν με τυράκι φέτα, σύγκλινο, αλλά και λουκανικάκια χωριάτικα…

Πρωί Χριστουγέννων.. Νωρίς, νύχτα ακόμη, το χιόνι πέφτει απαλά, ο (αγουροξυπνημένος) παπάς χτυπάει την καμπάνα και οι χωριανοί με τα φαναράκια τους πηγαίνανε στην εκκλησία, για να παρακολουθήσουν την πρωινή λειτουργία..

Το μεσημέρι, σε κάθε σπίτι, οι οικογένειες έτρωγαν χοιρινό με σέλινο, ενώ, μετά, οι χωριανοί, συνήθιζαν να ανταλάσσουν επισκέψεις μεταξύ τους..

Τα χρόνια εκείνα (1940 και μετά), οι οικογένειες, δεν αντάλασσαν δώρα.. Η γιαγιά, όταν ζύμωνε για την Παραμονή, έκανε κάτι μεγάλα κουλούρια και τα κρέμαγε με καρφάκια στο σαλόνι στον τοίχο.. Τοσα παιδιά τόσα και τα κουλούρια, για κάθε οικογένεια. Και αυτά, ήταν τα δώρα των παιδιών, για την Πρωτοχρονιά..

Για την Καλή Χρονιά, η γιαγιά έφτιαχνε και τις Δίπλες..

Παραδοσιακό, πεντανόστιμο, λίγο μπελαλίδικο γλυκό, το σήμα κατατεθέν της Μάνης!

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

Ο Γδικιωμός στην Μάνη.

Η απουσία κρατικής εξουσίας και γραπτών νόμων στην Μάνη, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία άγραφων νόμων, οι οποίοι διαμόρφωναν την κοινωνική συμπεριφορά των Μανιατών και διευθετούσαν τις τυχόν διαφορές τους.

Οι νόμοι αυτοί επικεντρώνονταν κυρίως στη διαφύλαξη της οικογενειακής τιμής και επιβίωσης των μελών της. Γι’ αυτό ήταν αποδεκτοί από όλους και τυχόν παράβαση αυτών ήταν κοινωνικά μη αποδεκτή πράξη και στιγμάτιζε το οικογενειακό κύρος.

Ο γδικιωμός ή δικιωμός (από το εκ-δικιωμός, γδικιώμαι-εκδικιώμαι) ήταν ο τρόπος ανταπόδοσης του άδικου σε κάποιον. Δεν πρέπει να συγχέεται με τη βεντέτα, η οποία ήταν άγνωστη στη Μάνη. Δεν θεωρούνταν αυτοδικία διότι κατά το γδικιωμό το άτομο δεν απένεμε δίκαιο αυτόβουλα, αλλά έπραττε πειθαρχημένα και βάσει των νόμων και των διαταγών της οικογένειας.

Αναλυτικότερα:

Κάποιος Μανιάτης μπορούσε να παρεξηγηθεί με κάποιον άλλο για έναν συγκεκριμένο λόγο. Τότε ή γινόταν μονομαχία ή καλούνταν ‘’οχτροί’’ .

Σ’ αυτή την περίπτωση συγκαλούνταν οικογενειακό συμβούλιο, η Γεροντική ή γινότανε κοινή Γεροντική και από τις δύο οικογένειες. Η επίλυση του θέματος μπορεί να γινότανε ειρηνικά ή να αποφασιζόταν ότι μόνη λύση είναι η σύγκρουση των οικογενειών. Αν η απόφαση ήταν ο πόλεμος, τότε η έχθρα ανάμεσα στις πατριές γινόταν γνωστή σε όλο το χωριό χτυπώντας τις καμπάνες των εκκλησιών και άλλα ηχηρά αντικείμενα, δηλώνοντας ότι οι τάδε ‘’άνοιξασι όχτρητα’’ με τους τάδε. Με αυτό τον τρόπο οι οικογένειες του χωριού διάλεγαν συμμάχους ενώ οι αδιάφοροι παρέμεναν εκτός των εχθροπραξιών και κρύβονταν ή απομακρύνονταν έως ότου τελειώσει ο πόλεμος. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα κάθε άτομο της μιας οικογένειας είχε το δικαίωμα να σκοτώσει οποιονδήποτε της άλλης.

Ο πυροβολισμός ή η δολοφονία κάποιου πριν από την επίσημη έναρξη των εχθροπραξιών, θεωρούνταν ανεπίτρεπτη και ο δολοφόνος μαζί με την οικογένειά του άνανδροι και τιποτένιοι.

Κυριότεροι στόχοι ήταν τα αρσενικά παιδιά, τα οποία ήταν σε θέση να διαφυλάξουν την ακεραιότητα της οικογένειας κι ακόμα περισσότερο οι καλύτεροι, οι ‘’κάλλιοι’’ της κάθε πατριάς, δηλαδή οι πιο δυνατοί, οι πιο μορφωμένοι και οι πιο ισχυροί.

Τα θηλυκά έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Υπήρχαν φορές όπου οι κοπέλες αν δεν υπήρχαν αρσενικά στην οικογένεια έπαιρναν το νόμο στα χέρια τους για τη δικαίωση του χαμένου πατέρα, αδερφού, γιού.

Αν κάποιος εδικήωνε, έπρεπε να ξαπροσκελίσει το ντουφέκι του ή να κάνει ‘’σταυροποίο’’ (σχήμα σταυρού) στον τόπο όπου έγινε το φονικό, για να μην τον "κυνηγά το αίμα του σκοτωμένου" και σκοτωθεί γρήγορα από τους αντεκδικητές.

Αυτός που σκότωνε στα πλαίσια του δικιωμού , δεν θεωρούνταν εγκληματίας. Ούτε αυτός που ‘’δικηώνει’’. Οι ίδιοι μπορεί να μην ήθελαν να σκοτώσουν, αλλά να εκτελούν τις εντολές της οικογένειας προσπαθώντας να διαφυλάξουν την τιμή της, ωθούμενοι από τους νόμους και τους κανόνες της κοινωνίας.

Ανά περιόδους οι πατριές πραγματοποιούσαν ανακωχή, την λεγόμενη τρέβα. Συνηθέστεροι λόγοι για ανακωχή ήταν οι αγροτικές δουλειές, οι γιορτές (γάμος, βαφτίσια) ή απειλή από κάποιο εξωτερικό εχθρό.

Σκοπός ήταν η πλήρης εκμηδένιση της αντίπαλης πατριάς, ούτως ώστε τα υπολείμματά της να διασκορπιστούν σε άλλες περιοχές και να αποκατασταθεί η ηρεμία στην οικογένεια. Μια οικογένεια μπορούσε να δώσει τέλος στις συγκρούσεις ζητώντας συγνώμη από την άλλη, με καθορισμένο τελετουργικό τρόπο. Αυτός ο συμβιβασμός ήταν το λεγόμενο ψυχικό. Έτσι δηλωνόταν ανοιχτά η ήττα της οικογένειας, κάτι που όμως δεν το προτιμούσαν οι περήφανοι Μανιάτες, διότι το θεωρούσαν πλήγμα για την τιμή τους.

Εκείνο που ίσχυε παρά μόνο για τη μανιάτικη βεντέτα είναι το λεγόμενο «ψυχικό», η μεγαλειώδης πράξη που έκανε τους άσπονδους εχθρούς, εγκάρδιους φίλους (ψυχαδερφούς) και έτσι έληγε μια βεντέτα.

Στη Μάνη ο κώδικας της χωσιάς επέτρεπε μια προσωρινή διακοπή, τη λεγόμενη «τρέβα» (με διάφορους όρους αντουφέκιστη, ατσαχάλευτη, μερική κ.τ.λ.) η παραβίαση της οποίας ήταν σπάνια και εθεωρείτο μεγάλη μπαμπεσιά.. Αυτή συνέβαινε την εποχή του οργώματος, της σποράς, του θερισμού, του αλωνίσματος ή της συλλογής των ελιών. Τα αντιμαχόμενα μέρη δούλευαν τότε στα χωράφια τους με νεκρική σιγή και εφοδίαζαν του πύργους τους με τρόφιμα και άλλου είδους προμήθειες. Η πιο μακρόχρονη ανακωχή ήταν αυτή που ζήτησε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης. Οι βεντέτες τελείωναν με την παρέμβαση ατόμων αδιαμφισβήτητου κύρους, συνήθως μεγάλων ηλικιών. Πολλές φορές η παρέμβασή τους οδήγουσε σε κάποιους γάμους μελών των αντιμαχόμενων πλευρών. Η διαμεσολάβηση δεν πετύχαινε πάντα. Τότε τα υπολείμματα της ηττημένης οικογένειας σκορπίζονταν σε άλλα χωριά, αφήνοντας τους πύργους και τα χωράφια στον νικητή. Μπορούσε, βέβαια, αν ήθελε, να μείνει στο χωριό με την προϋπόθεση να ζητούσε συγγνώμη από την νικήτρια οικογένεια.

Υπήρχαν περιπτώσεις όπου και οι δύο μεριές προχωρούσαν σε συμβιβασμό επί ίσοις όροις, στην λεγόμενη ψυχαδερφοσύνη. Εκεί εκπρόσωποι και των δύο πατριών έδιναν τα χέρια και τελείωναν τις όποιες διαφορές μεταξύ τους.

Σήμερα στη Μάνη δεν υπάρχουν γδικιωμοί ή σκοτωμοί κτλ. . Υπάρχουν όμως έχθρες μεταξύ οικογενειών που κρατάνε από παλιότερα [( αν και δεν "δείχνονται" δημοσίως [((αλλά μόνο σε "παρεούλες" και "κλίκες"), οι πράξεις τους και το στόμα τους με τη πρώτη ευκαιρία στάζει φαρμάκι και ψέμα, βάζοντας λόγια ακόμα και σε μέλη των ιδίων των οικογενειών που οι πατεράδες και οι παππούδες τους είχαν έντονες διαφορές)] αλλά και μεταξύ κυρίως των ιδίων των μελών με τα χρόνια μιας οικογένειας λόγω διαφωνιών σε κληρονομικά δικαιώματα από γονείς σε παιδιά, ξαδέρφια και εγγόνια στο μοίρασμα περιουσιών και αυτός είναι ο λόγος που πολλές περιουσίες καταπατήθηκαν από δευτέρου και τρίτου βαθμού συγγενείς και όχι μόνο (π.χ. μπαρμπάδες σε ανιψιούς δηλαδή ακόμα και το ίδιο αίμα του) και ερημώθηκαν και εγκαταλήφθηκαν χωριά και πυργόσπιτα κυρίως στη Μέσα Μάνη. "Καλοθελητές" υπήρχαν και υπάρχουν λοιπόν πολλοί και "σήμερα" ακόμα και στις ίδιες μέσα τις τότε μονιασμένες φαμίλιες.

Η τελευταία μεγάλη Βεντέτα ή Γδικιωμός όπως λέγεται σωστότερα, έγινε το 1871 μεταξύ των Καουριάνων και των Κουριάνων (αρχηγός τους ο Καουριάνος Κούρος-Μαυρομιχάλης). Ήταν τόσο μεγάλη η βεντέτα που γενικεύτηκε σε όλη την Δυτική (Αποσκιερή) Μάνη, ώστε για να επέλθει η τάξη, χρειάστηκε η παρέμβαση του στρατού με πυροβολικό επί Πρωθυπουργίας του Μανιάτη Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Ένας στίχος μάλλον μοιρολογιού που συνήθιζε να λέει η Καβουρίτσα στην Κίττα, η Πηνελόπη Καβούρη απόγονος των Καουριάνων ήταν: "Η Κίττα η πολυπυργού κι η Νόμια παρόμοια αυτές οι δύο σέρνουσι όλη την πουτανία".

Πηγές:

Κυριάκος Δ. Κάσσης - Λαογραφία Της Μέσα Μάνης

Ελευθέριος Π. Αλεξάκης - Τα γένη και η οικογένεια στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2020

Όμορφη Μάνη - Ταίναρο: «Το ακρωτήρι της Πύλης του Άδη και των θρύλων»

Το Ακρωτήριο Ταίναρο χωρίζει το Λακωνικό Κόλπο στα ανατολικά του από το Μεσσηνιακό που βρίσκεται στα δυτικά. Κατά την παράδοση, πήρε το όνομά του από το μυθικό γιο του Δία, Ταίναρο, ο οποίος έχτισε και την ομώνυμη πόλη. Σε αυτή την περιοχή ένα δίκτυο σπηλαίων πιστευόταν πως ήταν αποτελούσε είσοδο προς τον Κάτω Κόσμο.




Η πύλη φυλασσόταν από τον Κέρβερο, ένα μοχθηρό κτήνος που εμπόδιζε τους νεκρούς να αποδράσουν και τους ζωνταντούς να εισέλθουν στον κόσμο των νεκρών. Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, ο Κέρβερος είχε τρία κεφάλια άγριων σκυλιών, ένα δράκο ή ερπετό για ουρά και τα κεφάλια κάθε λογής φιδιών κατά μήκος της ράχης του.

Για το δωδέκατο Άθλο που του ανέθεσε ο βασιλιάς Ευρυσθέας, ο Ηρακλής έλαβε την εντολή να κατέλθει στον Κάτω Κόσμο, να απαγάγει τον Κέρβερο και να τον φέρει στην επιφάνεια. Για να το πετύχει, ζήτησε αρχικά την άδεια του Πλούτωνα για να αιχμαλωτίσει το κτήνος. Αυτός του επέτρεψε να πάρει τον Κέρβερο, με την προϋπόθεση να μη χρησιμοποιήσει κάποιο όπλο εναντίον του και να μην τον τραυματίσει.



Χρησιμοποιώντας μόνο τα γυμνά του χέρια, ο Ηρακλής κατάφερε να υπερνικήσει το θηρίο. Το έσυρε έξω από τον Κάτω Κόσμο και το έφερε στον Ευρυσθέα.

Ο Ορφέας, επίσης, λέγεται ότι περιηγήθηκε στις συγκεκριμένες σπηλιές του Άδη για να φέρει πίσω στη ζωή την αγαπημένο του σύζυγο, Ευρυδίκη. Ο ίδιος ο Πλούτωνας είπε στον Ορφέα πως θα μπορούσε να την πάρει μαζί του, αλλά υπό έναν όρο: δεν έπρεπε να την κοιτάξει καθόλου προτού βγει από τη σπηλιά. Διαφορετικά, θα την έχανε οριστικά.

Λίγο πριν από την έξοδο, ο Ορφέας γύρισε να δει αν η Αφροδίτη τον ακολουθεί, καθώς δεν άκουγε τα βήματά της. Εκείνη, όμως, τον ακολουθούσε κι έτσι επέστρεψε στον κόσμο των νεκρών για πάντα.

topoGuide.gr - Κάστρα και πύργοι της Μάνης.


Δευτέρα 17 Αυγούστου 2020

Δείτε από ψηλά το ακρωτήριο Ταίναρο.

Βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κόλπους και αποτελεί το νοτιότερο άκρο της βαλκανικής Χερσονήσου. Τα απόκρημνα βράχια και τα μανιώδη κύματα δημιουργούν ένα άγριο και παράλληλα πανέμορφο τοπίο. Οι αρχαίοι το ονόμαζαν «Μεταπέα Άκρα»  και πίστευαν ότι εκεί βρισκόταν η πύλη για τον Άδη. 

Το ακρωτήριο Ταίναρο βρίσκεται στο μεσαίο πόδι της Πελοποννήσου και πήρε το όνομά του από τον μυθικό ήρωα Ταίναρο που ήταν γιος του Δία και ο οικιστής που ίδρυσε την πόλη Ταίναρο στην Ακρωταινάρια χερσόνησο.
Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα φέρει πολλά ονόματα, όπως η Ταίναρος, η Ταινάρια ακτή, το Φανάρι, ο Κάβος Ματαπάς ,ο Βραχίων της Μάνης , ο Λίθος. Χιλιάδες χρόνια πριν, ήταν τόπος λατρείας, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στον Ήλιο. Σύμφωνα με την παράδοση, εκεί σταμάτησαν οι Κρήτες της Κνωσού κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους προς την Πύλο, για να θαυμάσουν τα πρόβατα που βοσκούσαν ελεύθερα κατά μήκος της χερσονήσου. 

Ο Απόλλωνας έδωσε στον Ποσειδώνα το Ταίναρο και πήρε ως αντάλλαγμα τους Δελφούς, όπου έχτισε το μαντείο του και όρισε πρώτους ιερείς τους Κρήτες. 

Ψηφιδωτό οικίας στην αρχαία πόλη του Ταινάρου. Η περιοχή ήταν σημαντικός λατρευτικός τόπος για τους Σπαρτιάτες


 Από τότε στην περιοχή κυριάρχησε η λατρεία του Ποσειδώνα και οι ναυτικοί που ταξίδευαν στη θάλασσα σταματούσαν συχνά στο ακρωτήριο για να προσκυνήσουν το ναό του Ταινάριου  Ποσειδώνα, ο οποίος ήταν χτισμένος στο ακρωτήρι και σήμερα σώζονται μερικά ερείπια. Λέγεται ότι οικοδομικό υλικό χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της εκκλησίας του Ασωμάτου, που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση. 

Οι προσκυνητές του Ποσειδώνα ονομαζόταν «Ταιναρισταί» και η γιορτή που πραγματοποιούσαν οι Σπαρτιάτες προς τιμή του «Ταινάρια». Ο Παυσανίας και ο Πλούταρχος αναφέρουν ότι σε ένα μικρό σπήλαιο στο ακρωτήρι, λειτουργούσε επίσης νεκρομαντείο.

Ο φάρος στο ακρωτήριο Ταίναρο είναι ένα ορθογώνιο λιθόκτιστο κτίριο ύψους 16 μέτρων και έχει χτιστεί 20 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας 

Ο Φάρος 

Σύμφωνα με τον Στράβωνα από το ακρωτήριο Ταίναρο οι ναυτικοί υπολόγιζαν τις ναυτικές αποστάσεις. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας αποτελούσε ορμητήριο των πειρατών της Μάνης και οι ναυτικοί φρόντιζαν να πλέουν σε απόσταση από το ακρωτήρι για να μην πέσουν θύματα πειρατείας. 

Από  εκείνη την εποχή επικράτησε το γνωμικό «Από τον Κάβο Ματαπά σαράντα μίλια αλαργινά!». 

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα οι οι Γάλλοι έχτισαν στην άκρη του ακρωτηρίου έναν πέτρινο φάρο, ύψους 16 μέτρων για να συμβάλει στον ασφαλή διάπλου των πλοίων. Ξεκίνησε να φωτίζει τη Μεσόγειο το 1987 αφού εξοπλίστηκε με φωτιστικό μηχανισμό και περιστροφικό διοπτρικό. Επανδρώθηκε με φαροφύλακες, οι οποίοι φρόντιζαν να ανάβουν τον φάρο και να δίνουν ζωή στο απόμακρο ακρωτήριο της Πελοποννήσου. 

Από το ύψος του φάρου μπορούσαν να αγναντεύουν το απέραντο γαλάζιο και την ανατολή και δύση του ηλίου. Το 1930 ανακαινίστηκε και κατά τη διάρκεια της κατοχής έπαψε να λειτουργεί, όπως συνέβη με τους περισσότερους φάρους της Ελλάδας.

Ο Φάρος στο ακρωτήριο Ταίναρο κάτω από το φως των αστεριών, φωτογραφία: loukas Hapsis 

Η ναυμαχία του Ταινάρου

Τον Μάρτιο του 1941 μπροστά από το ακρωτήριο διεξήχθη ναυμαχία μεταξύ των βρετανικού και του ιταλικού στόλου, που είναι γνωστή ως η «ναυμαχία του Ταινάρου». Οι Βρετανοί είχαν καλέσει τα ελληνικά πολεμικά πλοία να συμμετέχουν αλλά τελικά δεν κατάφεραν να φτάσουν εγκαίρως λόγω κακής συνεννόησης. 

Τη νύχτα της 28ης Μαρτίου ο βρετανικός στόλος συγκρούστηκε με το βασιλικό ιταλικό ναυτικό. Νικητής της ναυμαχίας αναδείχθηκε η Βρετανία, η οποία πήρε υπό τον έλεγχό της τη Μεσόγειο.

Η ναυμαχία του Ταινάρου το 1941, Ρόουλαντ Λαγκμέϊντ (Rowland Langmaid )

 Τη δεκαετία του ‘50 ο φάρος επαναλειτούργησε, αλλά το 1984 στήθηκε αυτόματο φωτιστικό μηχάνημα και εγκαταλείφθηκε. Από τότε στέκεται μόνος του στο νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ελλάδας και ζωντανεύει μόνο όταν επισκέπτες ανεβαίνουν στο ακρωτήριο από το μονοπάτι ή φτάνουν με σκάφη για να φωτογραφίσουν τον έναστρο ουρανό και την απέραντη θάλασσα.