Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΜΑΝΙΑΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟ'Ι' ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ / ΜΕΣΑ ΜΑΝΗΣ.

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα

σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται .

Σήμερα βάλασι βουλή οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρεις καταραμένοι,

για να σταυρώσουν το Χριστό το Παντοβασιλέα

και πάσι στον παράνομο που φκιάνει τα καρφιά .

Εσύ που μας τα έφτιαξες εσύ αρμούνεψώ μας .

Δύο στα πόιδα βάλτε του κ' άλλα δυο στα χείρα

και τ' άλλο το φαρμακερό βάλτε το στην γκαρδιά του

να στάζει αίμα και νερό από τα σωθικά του .

Η Παναγιά σα τ' άκουσε έπεσε και λιγώθει,

ζητά μαχαίρι να σφαεί γκρεμό να πάει να πέσει .

Εκεί εμαζευτήκασι η Μάρθα και η Μαγδαληνή

και του Λαζάρου η μάνα και του Ιακώβου η αδερφή

κι οι τέσσερες αντάμα .

Σταμνί νερό της ρίξασι και τρία κανάτια μόσκο

και τρία μυροδόσταμα να 'ρθει ο λοϊσμό της .

Και σα της ήρθε ο λοϊσμός κ' σα της ήρθε ο νους της

φωνή απήρθε απ' ουρανού κι απ' Αρχαγγέλου στόμα:

Λάβε κυρά μου υπομονή, λάβε κυρά μου γνώση .

Το γιόκα ζου το πήρασι και στο χαλκιά το πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τυραννάνε .

Και πως να λάβου υπομονή και πως να λάβου γνώση

που ένα γιο μονογενή κι αυτόνε τόνε πήραν .

Πήρασι το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί της έβγαλε μες του χαλκιά τη (μ)πόρτα .

Βρέσκουν τη (μ)πόρτα σφαλιχτή και τα κλειδιά παρμένα

και τα πορτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα .

Η Παναγιά η Δέσποινα κάνει την προσευχή της,

κι η (μ) πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της .

Τηράει ζερβά, τηράει δεξά, κανένα δε γνωρίζει

τηράει και δεξιότερα λέπει τον Αη-Γιάννη .

Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Βαφτιστή του γιου μου,

πε μου που είναι ο γιόκας μου κ' που 'ναι το παιδί μου .

Δεν έχου γλώσσα να ζε που, χείλη να ζε μιλήσου .

Δεν έχου χεροπάλαμα για να ζε τόνε δείξου .

Το λέπεις 'κείνο το παιδί το παραπονεμένο

όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;

Εκείνος έν' ο γιόκα ζου κ' εμέ ο Βαφτιστής μου .

Η Παναγιά η Δέσποινα, εζύγωσε κοντά του

λέπει που τρέχει το νερό από τα σωθικά του .

Δε με μιλάς παιδάκι μου, δε μ' αγροικάς παιδί μου;

Τι να ζε που μανούλα μου που διάφορα δεν έχου

μόνε το Μέγα Σάββατο κοντά στο μεσονύχτι,

ότε λαλήσει ο πετεινός θα κρόουσι καμπάνες .

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης σημαίνουσι τ' ουράνια

σημαίνει κι η Αγιά Σοφία το μέγα μοναστήρι .

Τότε μανούλα μου κι εσύ λάβε χαρές μεγάλες .

Πηγή: naoistimani

Ναοί στη Μάνη

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΑ ΜΠΑΡΔΟΥΝΟΧΩΡΙΑ.

Τη Μεγάλη Παρασκευή στα Κόκκινα Λουριά τελείται ένα  σπάνιο  έθιμο. Οι νέοι του χωριού σε κάθε σπίτι απαγγέλουν-αφηγουνται  το θείο δράμα. Το μοιρολόι λέγεται "Σταυρός" κ οι Κοκκινολουριωτες ακολουθούν νοερά τα βήματα του Χριστού στο Γολγοθά, συμπάσχουν κ μεταφέρουν το έθιμο από γενιά σε γενιά.

«Αδέλφια Χριστιανοί σημέρον να γροικήστε

τα πάθη του Κυρίου μας όλοι να λυπηθείτε. 

Ακούτε δια τον Χριστόν αυτόν τον σταυρωμένο, 

στο ξύλο όπου κρέμεται στο καταματωμένο. 

Το νου δεν έχω σήμερον τα χείλη να μιλήσω

τα πάθη του κυρίου μας να σας ομολογήσω. 

Σημερ’ σκοτίστη ο ουρανός

κι ο ήλιος εχάθη. 

Κι η γη από τον φόβο της και εκείνη εταράχθη. 

Εβραίοι εβουλήθηκαν δια να τον σταυρώσουν

ανθρώπους και δεν έβρισκαν, να τους τον παραδώσουν. 

Μον' τον Ιούδα βρήκανε του τάξαν τριάντα γρόσια. 

Κι αυτός τονε παρέδωκε στας χείρας των εχθρών Του. 

Πώς τό κανε ο τρισάθλιος, που ήταν διδάσκαλός του. 

Κι ο Χριστός τον είχενε σ' πολύ μεγάλη αξία

κι αυτός τον επαρέδωσε σ’ αυτήν την προδοσία. 

Κι οι εβραίοι τον στείλανε, 

εις τους αρχιερείς τους, 

να μαρτυρήσουν ψέματα να χάσει τη ζωή του.

Κι οι αρχιερείς τον έστειλαν, 

στον Πόντιο Πιλάτο, 

να κάνει την εξέταση

αν είναι του θανάτου. 

Επιάσαν και τον ξέταζαν τον Ιησού Χριστό μας, 

για πες μας την αλήθεια αν είσαι ο Θεός μας. 

Αν είσαι ο Ιησούς Χριστός

πες μας για να πιστέψω

την εξουσία μ' έδωσαν για να σε σταυρώσω. 

Τότε ο Χριστός εμίλησε δεν έχεις εξουσία

να μη μου κάνεις τίποτε, καμιάν υπηρεσία. 

Τότε ο Πιλάτος φώναξε των φοβερών Εβραίων 

να παρατάτε τον Ιησού αυτόν τον Ναζωραίο. 

Γιατί εγώ τον ξέτασα  αιτία δεν του βρίσκω

να τον σταυρώσουμε άδικα,

το αίμα του να χύσω…

Μα οι Εβραίοι εφώναζαν δια να  τον σταυρώσουν,

αν είσαι φίλος Καίσαρος αυτός να μην γλυτώσει. 

Ας χύσουμε το αίμα του σήμερον στα μπροστά μας

κι ας έχουμε το κρίμα του,

εμείς και τα παιδιά μας. 

Κι έτσι τον εσταύρωσαν οι άνομοι Εβραίοι

οι άνομοι και τα σκυλιά και οι καταραμένοι. 

Του Φαραώ του είπανε τρία καρφιά να φτιάξει

και εκείνος ο παράνομος βαρεί & φτιάχνει πέντε. 

Συ Φαραέ που ταφτιαξες, εσύ να τα διατάξεις. 

Τα δυο βάντα στας χείρας του

και τα άλλα δυο στους πόδες, 

το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του

να τρέξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.

Η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και λιγώθει

τρέχει το γρηγορότερο να πάει για τον υιό της.

Να τον προλάβει ζωντανό, 

να τον παρηγορήσει

και με την μπόλια που φορεί, 

το αίμα να σκουπίσει.

Η Παναγιά εφώναξε,

των αποστόλων λέει

Όσοι αποστόλοι είσαστε, όλοι μαζί να ρθείτε,

μα εκείνοι εφοβήθηκαν να παν όλοι μαζί της, 

να μην τους εσταυρώσουνε, 

ωσάν και το παιδί της. 

Ένας την ακολούθησε από τους Αποστόλους

ο Ιωάννης μοναχά,

αυτός ο θεολόγος. 

Επήγαν και τον βρήκανε κι ήτανε σταυρωμένος

κι όλος από τας πληγάς ήτανε ματωμένος.

Εκάτσανε στα δεξιά 

και στα αριστερά του

και κλαίγανε για το καρφί

που χενε στην καρδιά του.

Η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον ερωτούσε.

Υιέ μου, πού' ν' τα κάλλη σου

και πού ν' η εμορφιά σου

και πού' ν' οι αποστόλοι σου,

που βάσταγες κοντά σου. 

Ολοι κι αν  σε αφήσανε,

ο Πέτρος τι εγίνει;

Δεν τό' λεγα δεν τό'λπιζα ο Πέτρος για να φύγει. 

Αν πού 'ναι ο Πέτρος

π' έλεγε ότι σε αγαπάει

νά 'ναι κι εκείνος επαδά να κλαίει να θρηναάει. 

Δεν μου μιλάς παιδάκι μου, 

προτού να ρθει το βράδυ

γιατί σύ φεύγεις από δω και πάεις εις στον Άδη. 

Δεν μου μιλάς παιδάκι μου

προτού να ξεψυχήσεις. 

Και μένα την μανούλα σου

που θέλεις να μ’αφήσεις.

Τότε ο Χριστός εμίλησε πάνω από τον Σταυρό Του

και λέγει στην μανούλα Του

που ήτανε στο πλευρό του. 

Σύρε μανούλα στο καλό και διάφορο μην έχεις

Μον' το Μεγάλο Σάββατο τότε να με παντέχεις…..

Όταν σημαίνουν οι εκκλησιές

και ψάλλουν οι παπάδες,

τότε κι εσύ μανούλα μου νάχεις χαρές μεγάλες…

Μπαρδουνοχώρια

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Οἱ Λαζαρίνες τῆς Σπάρτης.

Στὸν κάμπο τῆς Λακωνίας, ἐκεῖ ποὺ ὁ Ταΰγετος ρίχνει βαριὰ τὴ σκιά του καὶ ἡ γῆ μυρίζει ἀπὸ θυμάρι καὶ παλαιὸ ἀίμα, τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου δὲν ἔρχεται μὲ φωνὲς δυνατὲς μήτε μὲ πανηγύρια. Ἔρχεται ἤσυχα, σὰν νὰ πατεῖ πάνω στὶς μνήμες τῶν ἀνθρώπων.

Ἀπὸ τὴν ἀχλύ τῆς αὐγῆς, πρὶν ἀκόμα ζεστάνει ὁ ἥλιος τὰ λιθόστρωτα, ἀρχίζουν νὰ φαίνονται στὰ σοκάκια οἱ Λαζαρίνες. Κορίτσια νεαρὰ, μὲ βήμα συγκρατημένο, ποὺ μοιάζει νὰ μετράει τὴ γῆ.

Φοροῦν τὰ καλά τους, ὅχι γιὰ στολισμὸ μοναχά, μὰ σὰν νὰ ἀναλαμβάνουν ἕνα βάρος παλαιό. Τὰ φορέματα εἶναι σκούρα, βαθιὰ, μὲ ποδιὲς κεντημένες μὲ νήματα κόκκινα καὶ χρυσά. Στὸ στήθος φοροῦν τὰ σεγκούνια, βαριὰ, ποὺ κρατοῦν τὴ ζεστασιὰ καὶ τὴ μνήμη τοῦ χειμῶνα. Τὰ μαντίλια δένονται σφιχτὰ στὸ κεφάλι, καὶ τὰ μαλλιὰ κρύβονται σχεδὸν ὁλόκληρα, σὰν νὰ μὴν πρέπει νὰ φανερωθεῖ τίποτα ἀπὸ τὴ ζωντάνια τους.

Στὰ χέρια κρατοῦν καλαθάκια μικρά, στολισμένα μὲ λουλούδια τῆς ἐποχῆς· βιολέτες, μαργαρίτες, καὶ ἄγριες παπαροῦνες ποὺ ἀκόμα δὲν ἔχουν ἀνοίξει τελείως. Μέσα, ἄδεια στὴν ἀρχή, περιμένουν νὰ γεμίσουν μὲ τὰ δώρα τοῦ χωριοῦ· αὐγά, ψωμὶ καὶ λίγες φορές μέλι.

Δὲν βαδίζουν ὅπως τὰ παιδιά ποὺ παίζουν. Ἡ πορεία τους ἔχει τάξη. Ἀκολουθοῦν δρόμο παλιό, χαραγμένο ἀπὸ τοὺς προγόνους, ποὺ περνᾷ ἀπὸ τὰ σπίτια μὲ τὴν ἴδια σειρά κάθε χρόνο. Πρῶτα τὰ παλαιότερα, ἐκεῖ ποὺ ἡ πέτρα ἔχει ποτίσει μὲ χρόνια καὶ σιωπὴ. Ἔπειτα τὰ νεώτερα, ποὺ στέκουν ἀκόμα ἀνάλαφρα στὸν χρόνο.
Λένε πὼς ὁ δρόμος αὐτὸς δὲν ἀλλάζει, γιατί ἂν σπάσει ἡ σειρά, σπάζει καὶ τὸ νήμα ποὺ δένει τοὺς ζωντανοὺς μὲ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν.

Καθὼς προχωροῦν, ἀρχίζει τὸ τραγούδι. Δὲν εἶναι φωνὴ ἐλεύθερη, μὰ ρυθμὸς παλιός, σχεδὸν μονότονος, ποὺ ἀνεβοκατεβαίνει σὰν ἀναπνοή. Τὰ λόγια μιλούν γιὰ τὸν Λάζαρο, μὰ μέσα τους κουβαλοῦν καὶ κάτι βαθύτερο· τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή, ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς.

Οἱ φωνὲς δὲν ἀνεβαίνουν ψηλά. Κρατιοῦνται χαμηλά, σὰν νὰ μὴν θέλουν νὰ ταράξουν τὸν ἀέρα. Καὶ ὅμως, ἀπλώνονται στὰ σοκάκια καὶ κολλοῦν στὶς πέτρες, σὰν νὰ τὶς ρουφᾷ ὁ τόπος καὶ νὰ τὶς κρατάει.

Οἱ νοικοκυρὲς περιμένουν στὰ κατώφλια. Δὲν μιλούν πολύ. Δίνουν τὰ δώρα καὶ σταυρώνουν τὰ κορίτσια, σὰν νὰ περνᾶ ἀπὸ μπροστά τους κάτι ἱερὸ. Γιατί ἐκεῖνη τὴν ἡμέρα, οἱ Λαζαρίνες δὲν εἶναι μοναχὰ παιδιά· εἶναι φορεῖς ἐνὸς ἐθίμου ποὺ κρατᾷ τὴν ἰσορροπία τοῦ κόσμου.

Λένε πὼς παλιότερα, ἄν κάποια ἀπὸ αὐτὲς γελοῦσε δυνατά ἢ ἔσπαγε τὴ σιωπὴ μὲ λόγια ἄσκοπα, τὸ τραγούδι βάραινε καὶ ἡ πορεία γινόταν δύσκολη, σὰν νὰ ἀντιστέκεται ἡ γῆ.

Ὅταν τελειώνει ὁ κύκλος καὶ ὁ δρόμος φέρνει πάλι στὴν ἀρχή, τὰ καλαθάκια ἔχουν γεμίσει καὶ τὰ βήματα γίνονται πιὸ ἀργά. Ὁ ἥλιος ἔχει πια ψηλώσει, μὰ κάτι ἀπὸ τὴν πρωινὴ σκιά μένει ἀκόμα πάνω τους.

Καὶ τότε, γιὰ μία στιγμή, λένε πὼς ὁ ἀέρας παγώνει.
Σὰν νὰ περνᾷ ἀνάμεσά τους κάτι ποὺ δὲν φαίνεται.
Σὰν νὰ ἀκούγονται βήματα ἄλλα, παλιότερα, ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν ἴδια πορεία, τὸν ἴδιο δρόμο, τὸν ἴδιο ρυθμό.

Γιατί στὴ Σπάρτη, τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου δὲν εἶναι μονάχα μνήμη.
Εἶναι ἕνα πέρασμα.

Καὶ ὅσοι τὸ διαβαίνουν, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, κουβαλοῦν μέσα τους τὴ σιωπὴ ἐκείνων ποὺ τραγούδησαν πρὶν ἀπὸ αὐτούς.
Καὶ τὸ τραγούδι, ὅσο χαμηλὸ κι ἂν εἶναι, δὲν σβήνει.
Μένει στὸν τόπο.
Καὶ περιμένει.

​Τὸ παραπάνω κείμενο ἀποτελεῖ προϊόν μυθοπλασίας τοῦ διαχειριστῆ τῆς σελίδας.
Σκιὲς καὶ Θρύλοι τοῦ Μοριᾶ

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Οἱ Βρυκόλακες τῆς Μάνης.

Στὴ Μάνη, ἐκεῖ ποὺ ἡ πέτρα στέκεται γυμνὴ καὶ ὁ ἀέρας κατεβαίνει ἀπὸ τὰ βουνὰ μὲ βοὴ βαριά, οἱ παλιοὶ δὲν μιλούσαν εὔκολα γιὰ τοὺς νεκρούς. Ὄχι γιατί τοὺς λησμονοῦσαν, μὰ γιατί ἤξεραν πὼς κάποιοι δὲν ἔφευγαν ποτὲ ἀληθινά.

Λένε πὼς στὰ χρόνια τὰ παλιά, τότε ποὺ τὰ πυργόσπιτα ἔστεκαν κλειστὰ καὶ τὰ σόγια κρατοῦσαν βεντέτες ποὺ δὲν σβήνανε, ὑπῆρχαν νεκροὶ ποὺ δὲν ἡσύχαζαν. Δὲν ἔλιωναν μέσα στὴ γῆ, δὲν γίνονταν χώμα ὅπως οἱ ἄλλοι. Τὸ κορμί τους βάραινε καὶ κράταγε, σὰν νὰ μὴν τοὺς δέχτηκε ἡ γῆ.

Δὲν τοὺς ἔλεγαν μὲ τ’ ὄνομά τους. Μονάχα ψιθύριζαν, βρυκόλακες.

Ἦταν, λέγανε, ψυχὲς ποὺ δὲν βρήκαν δρόμο. Ἄνθρωποι ποὺ πέθαναν μὲ ἁμαρτία βαριά, μὲ ὅρκο ἀσπασμένο, μὲ αἷμα ποὺ δὲν ξεπλύθηκε. Ἄλλοι ποὺ τοὺς βρῆκε θάνατος ἄδικος, χωρὶς κηδεία σωστὴ, χωρὶς λόγο παπᾶ. Καὶ ἄλλοι, χειρότερα, ποὺ τοὺς καταράστηκαν ζωντανοί.

Τὶς πρῶτες νύχτες δὲν φαίνονταν. Μονάχα σημάδια ἔδιναν.

Σκύλοι ποὺ οὔρλιαζαν πρὸς τὸ κενό.

Πόρτες ποὺ βάραιναν, σὰν νὰ τὶς ἔσπρωχνε χέρι ἀόρατο.

Καὶ ὁ ἀέρας, ποὺ μύριζε χώμα νωπὸ καὶ κάτι ἄλλο, σὰν σάρκα ποὺ δὲν ἔλιωσε.

Οἱ παλιοὶ καταλάβαιναν.

Τότε δὲν ἔμεναν ἄπραγοι.

Μαζεύονταν οἱ ἄντρες τοῦ σογιοῦ, νύχτα, χωρὶς φωνὲς. Ἔπαιρναν φτυάρια καὶ σιδερένια καρφιά, καὶ ἕνα παλούκι κομμένο ἀπὸ ἀγριελιά ἢ πουρνάρι. Ὁ παπᾶς προχωροῦσε μπροστά, κρατώντας θυμιατὸ καὶ σταυρό, μὰ τὰ λόγια του ἦταν χαμηλά, σχεδὸν πνιγμένα ἀπὸ τὸν ἀέρα.

Ἔφταναν στὸν τάφο καὶ ἔσκαβαν.

Ἡ γῆ δὲν ἦταν ποτὲ ἥσυχη ἐκεῖ. Βάραινε, σὰν νὰ κρατοῦσε μέσα της κάτι ποὺ δὲν ἤθελε νὰ φανερωθεῖ.

Καὶ ὅταν ἄνοιγε ὁ τάφος, δὲν ἔσκυβαν ὅλοι νὰ δουν.

Γιατί ὅσοι εἶδαν, δὲν ξέχασαν.

Τὸ σώμα δὲν εἶχε λιώσει. Τὰ μέλη κρατοῦσαν, καὶ τὸ δέρμα εἶχε χρώμα σκοτεινὸ, σὰν νὰ ἦταν ποτισμένο μὲ νύχτα. Τὰ μάτια, ἄλλοτε μισάνοιχτα, ἔμοιαζαν νὰ κοιτοῦν χωρὶς νὰ βλέπουν.

Καὶ λένε πὼς ὅταν τὸ φεγγάρι ἔπεφτε ἐπάνω τους, φαινόταν σὰν νὰ σαλεύει κάτι κάτω ἀπὸ τὸ δέρμα.

Τότε ἔκαναν ὅ,τι ἔπρεπε.

Κάρφωναν τὸ παλούκι στὸ στῆθος, βαθιὰ, μὲ χτύπημα βαρύ. Ὄχι μία φορά· ὅσες χρειαζόταν, ὥσπου νὰ σπάσει ὁ ἀέρας γύρω τους. Ἔπειτα ἔριχναν λάδι καὶ θειάφι, καὶ ἄναβαν φωτιά.

Δὲν ἔμεναν νὰ κοιτάξουν.

Μονάχα ὁ καπνὸς ἀνέβαινε, παχύς καὶ πικρός, καὶ ἡ μυρωδιὰ ἔμενε στὸν τόπο μέρες.

Μὰ ἀκόμα καὶ τότε, δὲν ἦταν βέβαιο.

Στὴ Μάνη λένε πὼς ἡ γῆ δὲν δέχεται εὔκολα οὔτε τοὺς ζωντανοὺς οὔτε τοὺς νεκρούς. Καὶ πὼς ὅ,τι ἔχει δεθεῖ μὲ ὅρκο ἢ μὲ αἷμα, δὲν λύνεται μὲ φωτιά μονάχα.

Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ κάποια χωριὰ, ὅταν πέφτει βαριὰ νύχτα καὶ ὁ ἀέρας σταματᾷ ξαφνικά, κλείνουν τὰ παράθυρα νωρίς καὶ δὲν ἀφήνουν τὴ φωτιὰ νὰ σβήσει.

Γιατί λένε πὼς ὑπάρχουν νύχτες ποὺ κάτι περπατᾷ ἀνάμεσα στὰ πυργόσπιτα.

Δὲν κάνει θόρυβο.

Δὲν ἀφήνει ἴχνη.

Μονάχα στέκεται.

Καὶ ὅποιος τὸ καταλάβει, δὲν βγαίνει νὰ δει.

Γιατί στὴ Μάνη ξέρουν.

Πὼς μερικοὶ νεκροὶ δὲν ζητοῦν μνήμη.

Ζητοῦν γυρισμό.

Τὸ παραπάνω κείμενο ἀποτελεῖ προϊόν μυθοπλασίας τοῦ διαχειριστῆ τῆς σελίδας.

Σκιὲς καὶ Θρύλοι τοῦ Μοριᾶ


Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Αποκαλυπτική Μελέτη : Η Μέσα Μάνη είναι η γενετική «χρονοκάψουλα» της Ευρώπης.

Νέα μελέτη έδειξε ότι οι κάτοικοι της Μέσα Μάνης διατηρούν μοναδικά γενεαλογικά χαρακτηριστικά από την Εποχή του Χαλκού λόγω απομόνωσης.


Μια νέα διεθνής μελέτη αποκάλυψε ότι οι κάτοικοι της Μέσα Μάνης αποτελούν μια μοναδική γενετική «νησίδα» στην Ευρώπη, διατηρώντας γενεαλογικές γραμμές που φτάνουν έως την Εποχή του Χαλκού. Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Communications Biology» του ομίλου Nature.

Η μακραίωνη γεωγραφική απομόνωση της Μέσα Μάνης φαίνεται πως διατήρησε γενετικές γραμμές που ανιχνεύονται έως την Εποχή του Χαλκού, του Σιδήρου και τη Ρωμαϊκή περίοδο. Η περιοχή, με τα άγρια βουνά, τις εντυπωσιακές ακτογραμμές και τους πέτρινους πύργους της, έχει εμπνεύσει προσωπικότητες όπως ο Ιούλιος Βερν και ο Πάτρικ Λι Φέρμορ.

Ο σκληροτράχηλος χαρακτήρας των Μανιατών και το αγωνιστικό τους πνεύμα διαμόρφωσαν μια κοινωνία που διατήρησε την αυτονομία της απέναντι σε κάθε κατακτητή, ενώ η συμβολή τους στην Επανάσταση του 1821 υπήρξε καθοριστική.


Η έρευνα και τα ευρήματα

Στην ερευνητική ομάδα συμμετείχαν επιστήμονες από τα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης, του Τελ Αβίβ, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, το Κέντρο Υγείας Αρεόπολης και τα εργαστήρια FamilyTreeDNA. Στόχος ήταν η διερεύνηση της καταγωγής του μανιάτικου πληθυσμού και η ανάδειξη παραδόσεων που κινδυνεύουν να χαθούν.

«Είναι μια περιοχή της στεριανής Ελλάδας που όμοιά της δεν υπάρχει. Θέλαμε να απαντήσουμε σε ιστορικά ερωτήματα και να δώσουμε φωνή σε παραδόσεις που χάνονται», δηλώνει ο επικεφαλής της έρευνας, Δρ Λεωνίδας-Ρωμανός Νταβράνογλου, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και ερευνητής στα Πανεπιστήμια Οξφόρδης και Αθηνών.

Οι ερευνητές συνέλεξαν γενετικό υλικό από περισσότερους από 100 άνδρες κατοίκους της Μέσα Μάνης, το οποίο αναλύθηκε με σύγχρονες μοριακές τεχνικές και συγκρίθηκε με χιλιάδες αρχαία DNA και δεδομένα από 1,3 εκατομμύρια σύγχρονους ανθρώπους παγκοσμίως.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι Μέσα Μανιάτες συνιστούν μια γενετική «χρονοκάψουλα» της στεριανής Ελλάδας. Οι περισσότερες πατρικές γραμμές ανάγονται στην Εποχή του Χαλκού, του Σιδήρου και τη Ρωμαϊκή περίοδο, ενώ η γενετική τους ταυτότητα παρέμεινε ανεπηρέαστη από τις μετακινήσεις πληθυσμών μετά την πτώση της Ρώμης.

«Για τουλάχιστον 1.400 χρόνια οι Μέσα Μανιάτες ήταν εξαιρετικά απομονωμένοι· ίσως γι’ αυτό διατήρησαν έθιμα και αρχιτεκτονική που δεν υπάρχουν αλλού στην Ελλάδα», εξηγεί ο κ. Νταβράνογλου.


«Η γενετική δεν μας διαχωρίζει»

Ο ίδιος τονίζει ότι το DNA δεν καθορίζει την εθνική ταυτότητα. «Η ελληνικότητα είναι πολιτισμικό χαρακτηριστικό και όχι γενετικό», επισημαίνει, προσθέτοντας πως «η γενετική μάς φέρνει κοντά, δεν μας διαχωρίζει», καθώς όλοι οι άνθρωποι αποτελούν μείγμα διαφορετικών πληθυσμών.


Ένας κοινός πρόγονος

Η ανάλυση έδειξε ότι πάνω από το 50% των σημερινών ανδρών της Μέσα Μάνης κατάγεται από έναν κοινό πρόγονο του 7ου αιώνα μ.Χ. Το εύρημα υποδηλώνει ότι κάποια περίοδο ο πληθυσμός μειώθηκε δραματικά, πιθανόν λόγω πολέμων ή επιδημιών, και οι επιζώντες έμειναν απομονωμένοι για αιώνες.

Η μητρογραμμική καταγωγή παρουσιάζει διαφοροποιήσεις, δείχνοντας περιορισμένες επαφές με πληθυσμούς της ανατολικής Μεσογείου, του Καυκάσου, της δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αφρικής. Τα στοιχεία αυτά συνάδουν με μια έντονα πατριαρχική κοινωνία, όπου οι άνδρες έμεναν στον τόπο τους, ενώ λίγες ξένες γυναίκες ενσωματώνονταν στην κοινότητα.


«Το γόνιμο χώμα δεν βγάζει εύκολα ήρωες»

Η έρευνα συνδυάστηκε με ιστορικά αρχεία και συνεντεύξεις ηλικιωμένων κατοίκων. Ο ζωγράφος και λογοτέχνης Μιχάλης Κάσσης σημειώνει: «Ο τόπος ήταν αμείλικτα δύσκολος ακόμη και για τους κατοίκους του… Το αφράτο και γόνιμο χώμα δεν βγάζει εύκολα ήρωες».

Η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τον Δρ Ανάργυρο Μαριόλη, διευθυντή του Κέντρου Υγείας Αρεόπολης, ώστε να εκπροσωπηθούν όλα τα γένη και οι οικισμοί της περιοχής. «Πολλές προφορικές παραδόσεις κοινής καταγωγής επιβεβαιώνονται πλέον γενετικά», αναφέρει ο ερευνητής Αθανάσιος Κοφινάκος.

Ο Δρ Μαριόλης προσθέτει: «Η μελέτη αυτή δίνει φωνή στις ιστορίες των προγόνων μας. Ως Μέσα Μανιάτης, εύχομαι οι πρόγονοί μου να γνώριζαν πως οι παραδόσεις τους επιβεβαιώνονται από τη γενετική επιστήμη».


Αναζήτηση γενετικών ασθενειών

Η επιστημονική ομάδα σχεδιάζει να συνεχίσει την έρευνα, εφόσον εξασφαλιστεί χρηματοδότηση, με στόχο τη μελέτη πιθανών γενετικών αιτίων ασθενειών του τοπικού πληθυσμού. Ο καθηγητής Ιατρικής Θεόδωρος Μαριόλης-Σαψάκος επισημαίνει ότι η περαιτέρω ανάλυση γενετικών δεικτών θα μπορούσε να συμβάλει στη βελτίωση της υγείας των κατοίκων.

Η Δρ Παναγιώτα Σουλιώτη προσθέτει πως «το παράδειγμα της Μέσα Μάνης μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για ανάλογες μελέτες σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, συμβάλλοντας τόσο στην κατανόηση του παρελθόντος όσο και στην προαγωγή της δημόσιας υγείας».

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Τὸ Τριώδιο στὴ Μάνη.

Ἀνοίγει τὸ Τριώδιο, ὅπως λέμε, καὶ στὴ Μάνη δὲν ἀνοίγει μὲ φωνὲς καὶ γέλια, ἀνοίγει χαμηλόφωνα, σὰν παλιὸ θυρόφυλλο ποὺ τρίζει στὸν βοριά. Εἶναι ὁ καιρὸς ποὺ ὁ κόσμος στέκεται ἀνάμεσα, οὔτε χειμώνας, οὔτε ἄνοιξη, οὔτε ζωή μονάχα, οὔτε θάνατος. Ἕνας καιρὸς ποὺ τὰ σύνορα λεπταίνουν.
Στὴ Μάνη δὲν ἦταν ποτέ καιρὸς γιὰ μασκαρέματα. Οὔτε προσωπεῖα, οὔτε φανταχτερὰ ρούχα. Ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ δὲν κρύβεται, κουβαλᾷ τὸ πρόσωπό του ὅπως κουβαλᾷ τὸ ὄνομά του καὶ τοὺς νεκρούς του. Λέγαν οἱ παλιοὶ πὼς τὸ Τριώδιο ἀνοίγει, μὰ τὸ στόμα πρέπει νὰ κλείνει, νὰ μὴν ξεστομίζεις λόγια ἀσκόπως, νὰ μὴν προκαλεῖς τὰ ἀόρατα.
Γιατὶ αὐτὲς τὶς μέρες, ἔλεγαν, οἱ ψυχὲς ἀνεβαίνουν. Βγαίνουν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς γῆς, ἀπὸ τὰ ξεροχώραφα καὶ τὰ μνήματα, καὶ περπατοῦν ἀνάμεσα στὰ σπίτια. Γι’ αὐτὸ τὰ Ψυχοσάββατα εἶναι ἱερά. Βράζουν κόλλυβα μὲ σιτάρι καὶ ῥόδι, μὲ ὅ,τι δίνει ἡ γῆ, καὶ τὰ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησιὰ ἢ στὸ κοιμητήρι. Διαβάζουν τὰ ὀνόματα ἕνα-ἕνα, μὴν ξεχαστεῖ κανείς. Γιατὶ ὁ ξεχασμένος νεκρὸς γυρίζει βαριὰ στὸν κόσμο.
Κι ὅταν πέσει ἡ νύχτα, δὲν κάνει θόρυβο τὸ σπίτι. Δὲν γελᾶς δυνατά, δὲν τραγουδᾶς ἄσκοπα. Ἄκου. Μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ ἀέρας στὰ λιόδεντρα· μπορεῖ καὶ τὰ βήματα ἐκείνων ποὺ ἦρθαν νὰ δοῦν ἂν τοὺς θυμᾶσαι.
Τότε εἶναι ποὺ ἀκούγονται τὰ μοιρολόγια. Ὄχι μονάχα στὴν κηδεία, τὰ μοιρολόγια στὴ Μάνη εἶναι λόγος ζωντανός, παλιὸς ὅσο καὶ ἡ πέτρα. Δὲν γράφονται, δὲν μαθαίνονται, γεννιοῦνται τὴν ὥρα ποὺ τὰ χρειάζεται ἡ ψυχή. Περνοῦν ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, ἀπὸ μάνα σὲ κόρη, καὶ κρατοῦν μέσα τους τὴ μνήμη τοῦ γένους.
Οἱ γυναῖκες τὰ λένε χαμηλά, σχεδὸν ψιθυριστά, μὲ φωνὴ ποὺ τρέμει καὶ ἀνεβοκατεβαίνει σὰν κύμα. Δὲν μοιρολογοῦν μονάχα τὸν θάνατο, μοιρολογοῦν τὴ ζωή ποὺ κόπηκε, τὴν ἀδικία, τὸν πόλεμο, τὴν ξενιτειά. Κάθε στίχος εἶναι καὶ μία πληγή, κάθε λέξη καὶ μία ὁμολογία.
Στὶς μέρες τοῦ Τριωδίου, τὰ μοιρολόγια ἀλλάζουν βάρος. Δὲν ἀπευθύνονται σ’ ἕναν μονάχα νεκρό, ἀλλὰ σὲ ὅλους. Εἶναι σὰν κάλεσμα, ἕνα χαμηλὸ τραπέζι στὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ, ὅπου μπορεῖ νὰ καθίσουν γιὰ λίγο οἱ ἀπόντες. Μὲ τὸ μοιρολόγι, τοὺς θυμᾶσαι ἕναν-ἕναν, τοὺς δίνεις φωνὴ γιὰ νὰ μὴν χαθοῦν στὴ σιωπή.
Γι’ αὐτὸ καὶ λέγαν οἱ παλιοὶ πὼς ὅποιος ξέρει νὰ μοιρολογᾷ, κρατᾷ δεσμοὺς μὲ τὸν κάτω κόσμο. Τὸ μοιρολόγι εἶναι γέφυρα, ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς πρὸς τοὺς νεκρούς καὶ πίσω. Εἶναι σὰν νὰ καλᾶς τὸν νεκρὸ νὰ καθίσει γιὰ λίγο στὸ κατώφλι.
Οὔτε στὸ φαΐ ὑπῆρχε ὑπερβολή. Ἡ Ἀποκριὰ περνοῦσε λιτή. Λίγο τυρί, λίγες πίτες τὴν Τυρινή, καὶ ὕστερα σιγὰ-σιγὰ ἡ ἀποχή. Τὸ σῶμα ἔπρεπε νὰ καθαρίσει, γιὰ νὰ ἀντέξει τὸ βάρος τοῦ καιροῦ.
Κάτω ἀπὸ τὸν σταυρὸ ὅμως, παλιοὶ λέγαν πὼς ζοῦν πράγματα ἀρχαιότερα. Πρὶν τὴν ἐκκλησιά, πρὶν τὸ ψαλτήρι. Ἡ γῆ ποὺ ἀνοίγει, ὁ σπόρος ποὺ πεθαίνει γιὰ νὰ ξαναγεννηθεῖ, οἱ ψυχὲς ποὺ ζητοῦν μνήμη. Τὸ Τριώδιο στὴ Μάνη εἶναι ἕνα πέρασμα. Ἄμα τὸ διαβῇς ἀπρόσεκτα, σὲ τραβᾷ πίσω.
Γι’ αὐτὸ οἱ παλιοὶ στέκονταν μὲ σεβασμό. Γιατὶ ἤξεραν, αὐτὲς τὶς μέρες δὲν ἀποκριόμαστε, θυμόμαστε.
Σκιὲς καὶ Θρύλοι τοῦ Μοριᾶ

Σάββατο 23 Αυγούστου 2025

Θεία Λειτουργία στον Ι.Ν. του Αγίου Χαραλάμπους στις Πιόντες (23/08/2025).

 Σήμερα τελέσαμε Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό του Αγίου Χαραλάμπους του ακριτικού χωριού μας Πιόντες (Ακρογιάλι Λακωνίας) καθώς και 40ημερο μνημόσυνο του εκλιπόντα συγχωριανού μας Κωνσταντίνου Ι. Μαρκομιχάλη (Γιαννακάκου). Ευχαριστούμε θερμά τον Πατέρα Σάββα Βασιλαράκο, τους συγχωριανούς μας και τους κατοίκους των πέριξ χωριών που μας τίμησαν με την παρουσία τους.

Υλικό από τον Βασιλαράκο Αναστάσιο.


























Σάββατο 9 Αυγούστου 2025

Κείμενο από το βιβλίο «Λαογραφία της Μέσα Μάνης Β’ Πνευματική Ζωή» του Κυριάκου Δ. Κάσση Σελ. 40-41.

Κείμενο από το βιβλίο «Λαογραφία της Μέσα Μάνης Β’ Πνευματική Ζωή» του Κυριάκου Δ. Κάσση Σελ. 40-41.


Ο Μαυροῦτσος.

Ὁ ἀείμνηστος Σ. Τσουμελέας μέσα στὸ ἀξιόλογο μὲ ἀντικείμενο τις παραδόσεις αὐτὸ ἔργο του αναφέρει (Λαογρ. Ε ́. 637) καὶ μία ποὺ ἀφορᾶ στὸ «Μακροῦτσο», ὅπως τὸν λέει. Πρόκειται γιὰ τὴν κοινὴ στὴν προσηλιακή Μάνη παράδοση του «Μαυροῦτσο» (ὅπως εἶναι τὸ σωστὸ ὄνομα * Ως σήμερα ἡ οἰκογένειά του εἶναι στις Πιόντες, δίπλα στη Λάγια). Ὁ μύθος ὁ σωστός, ὅπως λέγεται στὸν τόπο, ἔχει ἔτσι (προφορική διήγηση σὲ μένα ἀπὸ τὴν  ̓Αριστείδαινα Σφαλαγγάκου, τό γ. Αλευρομάγερη, 1862-1955) :

«Ὁ πρῶτος ποὺ ἐκατοίκησε στὶ Πχιόντες ἦτα ὁ Μαυροῦτσος. Είχε γίϊδια κι ἐμείνεσκε μοναχός. Ο Μαυροῦτσος ἦτα ιδιαβαρμένος για ψάρια (=εἶχε πάει γιὰ ψ.). Ἀλλὰ δὲ γκάνει καένας νὰ νυχτώνεται οὔτε στὸ κυνήγι οὔτε στὰ ψάρια οὔτε σὲ ἄλλη δουλειά. Γιατὶ ἔναι πλεονεξία. Ἐνυχτώθη ἐκεῖνος. Δὲν ἔβγαζε ψάρια. Ἐνύχτωσε καλά. Τοῦ παρησιάζεται ἕνας :

Θὰ ζὲ καβαλλήσου καὶ θὰ μὲ πάεις μέχρι τό χωρίο ζου, τοῦ λέει. Νὰ ζὲ πάου, ἀλλὰ πρῶτα θὰ ζὲ καβαλλήσου ἐγὼ κι ὕστερα εσύ. Θα λέου ἕνα τραγούδι. Καὶ μόλις τελειώσει το τραγούδι με καβαλλᾶς κι ἐσύ. Καλά, τοῦ λέει ἐκεῖνος.

Εἴθε ἔναι Οξαποπάς, τόνε κατάλαβε ὁ Μαυροῦτσος, ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτα. Τόνε καβάλησε λοιπό. Στο δρόμο ἐκουρνάρα καὶ τὰ πόδια του κι ἔλεε :

Άλαρος - φάλαρος
τοῦ Μαυροῦτσο ὁ γάϊδαρος.
Αλαρίδα - φαλαρίδα
τοῦ Μαυροῦτσο ἡ ἀρίδα.

Ὁ Ὀξαποπᾶς ὅμως ἄρχισε νὰ θυμώνει : — Αειντε ἀκόμα να ξεκαβαλλήσεις; Γιατί ἤθε νὰ καβαλλήσει ἐκεῖνος τὸ Μαυροῦτσο. Κι ἅμα τόνε καβάλλα θὰ ντὸν ἔπνιγε : — Κουράγιο ζου κι ἐφτάσαμε, τούλεε ὁ Μαυροῦτσος.

Ἤθε νά ντόνε πάει στὸ ἁλώνι του. Γιατὶ στὸ ἁλώνι μέσα οὔτε ὁ Ὀξαποπᾶς, οὔτε ξωτικό πατᾶ. Μόλις τὸν ἔφτασε κοντὰ στὸ ἁλώνι, κατεβαίνει ὁ Μαυρούτσος καὶ πηδά μέσα. Φωνάζει στὶ σκύλες του : Σπίκα, Λίζα καὶ Σαββαϊτιανή! Ἤρθασι οἱ σκύλες. Φουμποῦσι (=χυμοῦν) τὸν Ὀξαποπᾶ.

Ὁ Ὀξαποπᾶς ἐκατάλαβε τὴ γελατζία (=ἀπάτη). Ἐδάγκασε το χέρι του μὲ μανία :

Ἔχ, ρὲ Μαυροῦτσο, ἀφοῦ ἐστάθης ἐξυπνότερος ἀπό μένα, χαλάλι ζου. Κι ἐξεσπίκισε (=ἐξεσπίθισε) χίλιες σπίκες. Κι ἐχάθη.

Μόλις ἔκραξε ὁ κοῦρος τὸ πρωΐ ἐβγῆκε κι ὁ Μαυροῦτσος κι ἐιδιάη σπίτι του. Γιατὶ ἅμα κράξει ὁ κοῦρος (=κόκκορας) χάνονται ὅλα τὰ δαιμόνια κι οἱ βρεκολάκοι καὶ τὰ ξωτικά».

Αὐτὸς εἶναι ὁ πάγκοινος στη Μ. Μάνη θρύλος τοῦ Μαυρούτσου καὶ τοῦ Σατανᾶ. Κι ὄχι ὅπως τὸν ἀναφέρει ὁ ἀείμνηστος Τσουμελέας, ἀπὸ λάθος πληροφορίες. Τὸ ἐπώνυμο Μαυροῦτσος ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα στις Πιόντες δὲν νομίζω ὅτι ἔχει σχέση μὲ τὸν Μαυροδῆ καὶ τὴν πάλη του μὲ τὸ Χάρο. Αὐτὸ εἶναι τελείως ἄλλος θρύλος. Ο Μαυροῦτσος τῆς παράδοσης που προανάφερα εἶναι ἱστορικό πρόσωπο, παρ' ὅλη τὴ θρυλικότητα τοῦ ἐπεισόδιου. Εἶναι ὁ γενάρχης τῶν Μαυρούτσων στις Πιόντες καὶ ἐκεῖ φέρεται ὅτι συνέβη τὸ ἐπεισόδιο. Δεν παραδίδεται ὅτι ἦταν δυνατός κ.λ.π. ὁ Μαυροῦτσος ἐκεῖνος. Αντίθετα, ἂν καὶ ἀσθενικὸς καὶ σχεδόν γέρος, μὲ τὴν ἐξυπνάδα του κατόρθωσε να γελάσει τὸ Σατανᾶ. Αὐτὴ εἶναι ἡ σωστή παράδοση.


* Πιθανὸ ὁ Τσουμελέας νὰ εἶχε στείλει τὸ σωστὸ ὄνομα στους συντάχτες του περιοδικοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ ἀβλεψία ἢ κακὴ ἀνάγνωση του χειρογράφου του, ὁ διορθωτής τὸ υ ἔκαμε κ, ἀφοῦ στὴν καλλιγραφική γραφὴ εἶναι πολὺ ὅμοια γράμματα. Ὅπως καὶ νἄχει ὁ Τσουμελέας ἦταν ἀπὸ τὴν Ἔξω Μάνη, καὶ ἂν ἀκόμα ἀγνοοῦσε τὸ ἀκριβὲς ὄνομα τοῦ ἥρωα του μύθου, εἶναι δικιολογημένος.


Στο παρακάτω link θα βρείτε το κείμενο του Τσουμελέα:

https://piontesmani.blogspot.com/2017/07/blog-post.html

http://repository.kentrolaografias.gr/xmlui/handle/20.500.11853/296546



Πέμπτη 24 Ιουλίου 2025

Τζιτζίκια στη Μάνη.


Το τζιτζίκι ή ο τζίτζικας ή (κυπρ.) ζίζιρος είναι τα λαϊκά ονόματα διάφορων ειδών εντόμων από την οικογένεια των Τεττιγιδών (Cicadidae), ονομασία η οποία προέρχεται από τη λόγια λέξη τέττιξ (Cicada), που σημαίνει τζίτζικας στα αρχαία ελληνικά (και λατινικά). Το τζιτζίκι είναι ένα έντομο που ζει συνήθως στα δέντρα και παράγει ένα χαρακτηριστικό ήχο που προδίδει την παρουσία του. Στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα γνωστό από την ιστορία του Αισώπου, «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας» (Τέττιξ και μύρμηκες).

Στην Ευρώπη η οικογένεια των Τεττιγιδών αποτελείται από δυο υποοικογένειες με μόνο τρία γένη.

Αν και έχουν αρκετά μεγάλο μέγεθος για έντομα (2-5 εκατοστά) είναι δύσκολο να τα εντοπίσει κανείς, γιατί το χρώμα τους είναι παρόμοιο με το χρώμα των κορμών των δέντρων. Το σώμα του είναι πεπλατυσμένο, το κεφάλι του κοντό και πλατύ, έχει πέντε μάτια, δύο μεγάλα, κανονικά και τρία μικρότερα, βοηθητικά. Τα φτερά του είναι φτιαγμένα από λεπτή διαφανή μεμβράνη και τα πόδια του λεπτά και μακριά. Το χρώμα του σε γενικές γραμμές είναι μαύρο. Όμως διακρίνουμε σ' αυτόν και διάφορες αποχρώσεις κίτρινου και καφέ.



Τρέφεται με τη λύμφη των βλαστών, τους οποίους τρυπά με μια ειδική προβοσκίδα, που μοιάζει με έμβολο. Το θηλυκό γεννά τα αυγά του μέσα σε τρύπες που κάνει πάνω στους μαλακούς βλαστούς. Αυτό γίνεται κατά τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο. Από τα αυγά βγαίνουν οι προνύμφες, περίπου κατά το τέλος του καλοκαιριού, οι οποίες κατεβαίνουν από τα δέντρα, κάνουν τρύπες μέσα στη γη, κοντά στις ρίζες κι εκεί μπορούν να ζήσουν και τέσσερα χρόνια μέχρι που να μετατραπούν σε κανονικές νύμφες. Δύο βορειο-αμερικανικά είδη παραμένουν στο έδαφος 13 και 17 χρόνια αντίστοιχα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το τζιτζίκι, για την ειδική ηχητική συσκευή που υπάρχει ανάμεσα στον θώρακα και την κοιλιά του τζιτζικιού μέσω της οποίας δημιουργείται αυτό το ιδιόμορφο τερέτισμα, που ακούγεται τις ζεστές καλοκαιρινές μέρες. Η συσκευή αποτελείται από δύο κοιλότητες που χωρίζονται από μια λεπτή μεμβράνη τεντωμένη. Κάθε φορά που δονείται η μεμβράνη αυτή, παράγεται ο ήχος.

Με το τζιτζίκι είναι συνδεδεμένος και ο μύθος του Τιθωνού. Ο Τιθωνός ήταν θνητός που είχε γίνει αθάνατος από τους θεούς μετά από παράκληση της Ηούς, η οποία όμως ξέχασε να ζητήσει να παραμείνει και νέος. Όταν λοιπόν ο Τιθωνός έφθασε σε έσχατο γήρας, η Ηώς, που ως θεά ήταν αθάνατη και πάντα νέα, δεν μπορούσε πια να τον βλέπει. Τότε οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε ένα ζαρωμένο έντομο που μιλά ακατάπαυστα, το τζιτζίκι.


Στην Ελλάδα συναντούμε τα εξής είδη:

Cicadinae:

Cicada orni
Cicada mordoganensis
Cicada cretensis
Lyristes plebejus
Lyristes gemellus

Cicadettinae:

Cicadetta montana
Cicadetta macedonica
Cicadetta olympica
Cicadatra alhageos
Cicadatra atra
Cicadatra hyalina
Cicadatra atra hyalinata
Cicadatra persica
Euboeana castaneivaga
Oligoglena carayoni
Oligoglena sakisi
Oligoglena goumenissa
Mezammira filoti ή Oligoglena filoti

Tibicininae:

Tibicina haematodes
Tibicina steveni

Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Κείμενο από το βιβλίο «Η Λεβεντογέννα Ένδοξη Μάνη» του Ηλία Ιωαν. Βουγιουκλάκη Σελ. 45-53.

 

Κείμενο από το βιβλίο «Η Λεβεντογέννα Ένδοξη Μάνη» του Ηλία Ιωαν. Βουγιουκλάκη Σελ. 45-53.

 

Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

Τοῦ Ἠλία Ἰωάν. Βουγιουκλάκη

Πολλοί θρύλοι και πολλές εξωτικές ἱστορίες ἔχουν γραφτεῖ γιά τά άοικα και σκιαχτερά μέρη τῆς Μάνης. Θρύλοι γεμάτοι μυστήριο και λεβεντιά, ἱστορίες γεμᾶτες μεγαλοπρέπεια και τραγική συγκίνηση.  ́Ένα κομμάτι ἀπ' αὐτά εἶναι καί ἡ ἱστορία τούτη πού θά σᾶς διηγηθῶ ὅπως ἔχει μείνει από πατέρα σε παιδί κι' ἀπό παιδί σέ 'γγόνι. Συνέβηκε σ' ένα μικρό κι' απόμερο λιμάνι της Μάνης τόν Ἀντρόγιαλο. Τό μέρος τοῦτο εἶναι ἀπό τά πιό άγρια. Μοιάζει με χαράδρα χαμένη στα έγκατα τῆς γῆς καί τριγυρισμένη από παντοῦ μέ ἄγρια βουνά βραχώδικα, σάν δράκοι πού φρουροῦνε τό ἔμπα της.

Σε τούτο λοιπόν τό ἄοικο κι' ἀπόμερο λιμάνι ψάρευε κάποτε ένας ψαράς. Γερακάρη τόν λέγανε. Ψαράς ἀπό τούς καλλίτερους καί πρῶτος στην παλικαριά. Ποτέ δεν γύριζε στο χωριό μέ ἀδειανά τά χέρια. Πάντα έπιανε τά πιό πολλά καί τά πιό διαλεχτά. Μιά μέρα όμως, κακιά τύχη τόν περίμενε. Ψάρευε ἀπό τό πρωί μέχρι το βράδυ κι' όμως δέν εἶχε πιάσει ούτε ένα ψάρι. Τ' αγκίστριά του ολημερίς σκίζανε τό υγρό στοιχειό κουβαλώντας μόνο φαΐ στά ψάρια και γυρίζανε πάντα αδειανά.

Διαβολική ἀτυχία σήμερα, μουρμουρίζει. Ὁ ήλιος ἀρχινά και γέρνει στη δύση του. Οἱ τελευταίες αχτίδες του χρυσίζουνε τη θάλασσα τοῦ Λακωνικού πού φαίνεται σάν ν' άναψε ὁλόκληρη μιά μεγάλη πυρκαγιά και τέλος βυθίζεται στα υγρά παλάτια του. Ἡ φύση άλλαξε όψη καί ὁ Ἀντρόγιαλος ἔγινε πιό άγριος καί πιό φοβερός μές τό αχνό σουρούπωμα. Τούτη τήν ὥρα καί ἡ πιό γερή καρδιά δέν θάντεχε στη μοναξιά του τόπου τούτου. Ὁ Γερακάρης όμως δέν εἶναι ἀπό τούς ἀνθρώπους πού τά βάζουνε εύκολα κάτω τ' ἄρματα.

- Όχι, λέει, δέν θά φύγω μ' ἀδειανά τα χέρια. H θά πιάσω ψάρια ἤ θα κάτσω νά μέ φάει το σκοτάδι τῆς νύχτας. Ὅσο κι' ἂν εἶναι φοβερό τό μέρος δέν τόν τρομάζει. Όσο κι' αν ξέρει πώς στα μέρη τοῦτα τριγυρνούνε Νεράϊδες κι' ένα σωρό δαιμονικά, τό πείσμα τό Μανιάτικο καί ὁ ἐγωϊσμός του τόν δένουνε ἐκεῖ.

Νά όμως, πού ξαφνικά η τύχη τοῦ χαμογελά. Τραβά τ' αγκίστριά του καί μέ ξεστριλωμένα ἀπό τήν έκπληξη μάτια βλέπει πώς εἶναι γεμᾶτα ψάρια. Αναστενάζει μέ ἱκανοποίηση. Τά τριχωτά καί ἡλιοκαμμένα στήθια του φουσκώνουνε ἀπό τό ἀναγάλιασμα. Ξαναρίχνει πολλές φορές τ' αγκίστριά του καί πάντα τά τραβᾶ γεμᾶτα. Δέν χορταίνει να βγάζει. Θέλει νά ἐκδικηθεῖ γιά τήν κοροϊδία πού τοῦ κάνανε όλη μέρα. Καί τό ψάρεμα συνεχίζεται...

Σε μια στιγμή, όμως, κακιά ἰδέα περνᾶ ἀπό το μυαλό του.

- Λές κανένας Διάβολος να παίζει μαζί μου; Ψιθυρίζουνε τ' αλμυρισμένα χείλια του.

Ένα κρύο ρίγος νοιώθει να τρυπά τό κορμί του μέσα στήν ἐρημιά. Αλλά πάλι ὄχι. Δέν θέλει να παραδεχθεί ότι αυτός σκέφτηκε κάτι τέτοιο. Αὐτά τά σκέπτονται μόνο οἱ δειλοί. Ἐνῶ αὐτός...

Ἡ νύχτα έχει προχωρήσει πλέον πολύ. Εἶναι μεσάνυχτα όταν παίρνει τήν ἀπόφαση να φύγει. *Εχει πιάσει τόσα πολλά ψάρια που κι αυτά μέ δυσκολία θά τά κουβαλήσει.

Ανασηκώνεται στο βράχο, τεντώνει το κορμί του και μοιάζει σάν τό Διάβολο μέσα στη μαύρη νύχτα. Μαζεύει τά σύνεργά του, φορτώνεται τά ψάρια του -ψάρια τοῦ Διαβόλου- και φεύγει γιά τό χωριό. Αὔριο πάλι, λέει, καί κάνει ἕνα ἀπειλητικό μορφασμό γυρίζοντας πρός τή μεριά τῆς θάλασσας. Αὔριο θα λογαριαστούμε... Τα βήματά του ἀκούγονται βαρειά και δυνατά μέσα στη νύχτα.

Τά παίρνει ἡ λαγκαδιά κι' ἀντιλαλοῦνε ἀκόμα πιο δυνατά μέσα στις χαράδρες. Καί ὁ Γερακάρης ο ψαράς όλο καί προχωρεῖ γιά τό χωριό. Δέν έχει όμως, απομακρυνθεῖ οὔτε διακόσια βήματα. Ξαφνικά, μέσα στήν ἐρημιά τῆς νύχτας, ἀκούγεται νά τόν καλεί μιά γνώριμη φωνή.

- Κουμπάρε, ἔ, κουμπάρε. Περίμενε νά πᾶμε μαζί στο χωριό.

Ὁ Γερακάρης ἀργοστέκει, τοῦ φαίνεται πώς τόν γελοῦνε τ' αυτιά του. Κουμπάρε; Μά ὁ ἕνας και μοναδικός κουμπάρος του εἶναι πιά πεθαμένος. Βαρέθηκε τόν κόσμο τοῦτο καί πῆγε ἀλλοῦ νά βρεῖ καλλίτερη ζωή, χωρίς δουλειές και βάσανα, χωρίς καϋμούς και ντέρτια... Κρύος ιδρώτας λούζει τό κορμί του. Το μεδούλι πάγωσε καί πάει να σπάσει τα κόκκαλα. Χίλιες σκέψεις περνοῦνε ἀπό τό μυαλό του... Δέν εἶναι δυνατόν... Μπορεῖ καί νά μήν ἄκουσε καλά. Μπορεῖ νά 'ναι καί γέννημα τῆς μοναξιᾶς. Κάνει να ξεκινήσει, ἀλλά ἡ φωνή πάλι τόν ξανακαρφώνει στόν τόπο του.

- Κουμπάρε μή βιάζεσαι, περίμενε, ἔρχομαι... ἔφτασα...

Ὁ Γερακάρης νοιώθει βαρειά τά πόδια του, σά νά τοῦ κρεμάσανε χίλια καντάρια σίδερο. Ἡ καρδιά του κλωτσᾶ δυνατά τό στῆθος. Δίνει κουράγιο όσο μπορεῖ στόν ἑαυτό του και προσπαθεῖ νά τόν κάνει νά βρεῖ τήν δύναμή του.

- Κουράγιο, ψιθυρίζει, δεν ντρέπεσαι Γερακάρη; ἐσύ ὁ ψαράς, ὁ γενναῖος... ὁ παλληκαράς..., ὁ Μανιάτης, ὁ ... να σκιάζεσαι;

Ναί, λέει και χτυπᾶ τό πόδι του δυνατά στό χῶμα πού πατᾶ, δέν σκιάζομαι. Ὅποιος νά'ναι, ζωντανός ἤ πεθαμένος, θα μετρηθώ μαζί του παλληκαρήσια, θα νικήσω, θα...

Γιά μιά στιγμή πάλι τριγυρνά στο μυαλό του το ψάρεμα. Όλη μέρα τίποτα, τό βράδυ... Η σκέψη ἡ κακιά του φέρνει πάλι ανατριχίλα. Τώρα ἀκούγονται πιά καθαρά τά βήματα ἐκείνου πού τοῦ φώναζε. Όπου ναναι κοντοζυγώνει, πλησιάζει, να έφτασε. Ἡ ἀναπνοή του έχει κοπεῖ, τά μάτια του έχουν ξεπεταχτεί και ξεστριλώνουν προσπαθώντας να σκίσουνε τό πηχτό σκοτάδι, τ' αυτιά του εἶναι τεντωμένα. Όλες του οἱ αἰσθήσεις βρίσκονται σε ὑπερένταση και ψάχνουνε γιά τόν ... κουμπάρο που όπου νάναι θά φανεῖ. Ἀξαφνα τά βήματα σταματοῦνε καί ένα χέρι νοιώθει νά τόν χτυπᾶ στήν πλάτη.

Γυρίζει ξαφνιασμένος καί τί νά δεῖ; Ενας άγνωστος καμπούρης με δύο κέρατα στο κεφάλι. Νοιώθει τό αἷμα του να παγώνει και τις τρίχες του να σηκώνονται μιά σπιθαμή. Βρίσκει, όμως, γρήγορα τό θάρρος του και σχεδόν θυμωμένα ρωτᾶ:

- Ποιός εἶσαι; τί θές;

- Ποιός εἶμαι μέ ρωτᾶς; Ἄν θές, ὅμως, να μάθεις, νά στό πῶ. Εἶμαι ἐκεῖνος πού διατάζει ὅλα τά σατανικά. Ἐκεῖνος πού ἔχει χίλιες μορφές και χίλιες φωνές. Τι θέλω; Ὄχι δά και σπουδαῖο πράμα: νά μέ φορτωθείς στην πλάτη σου, μέχρι τό χωριό σου. Αν θα ρωτήσεις το γιατί; σοῦ λέω: ἔτσι μ' ἀρέσει... ἐξ ἄλλου σε πλήρωσα, γι' αὐτό, καλά, σοῦ ἔδωκα τόσα... ψάρια...

Ὁ καμπούρης ξεσπᾶ σε δυνατά χαχανητά, ἐνῶ ὁ Γερακάρης στέκεται σα μαρμαρωμένος. Τώρα πιά του λύνεται τό μυστήριο... Αλλά δέν τά βάζει κάτω. Τό Μανιάτικο κεφάλι δεν προσκυνᾶ εύκολα.

- Ὄχι ἀπαντᾶ, αὐτό δέν γίνεται. Πάρτα πάλι τά ψάρια σου, ἀλλά νά γίνω ἐγώ γάϊδαρος κι' ἐσύ καβαλάρης μή τό περιμένεις. Αὐτό γιά τούς Μανιάτες εἶναι ἡ πιό μεγάλη προσβολή. Τη ζωή μου πάρ τη, τήν τιμή μου ὄχι...

- Ἄκουσε δῶ, λέει ὁ Διάβολος, αὐτό θά γίνει ὁπωσδήποτε, ἐχτός καί ...

- Εκτός καί; ξαναλέει ὁ Γερακάρης, ἐνῶ μιά ἐλπίδα ξεπηδά μέσα ἀπό τά στήθια του.

- Εχτός καί ἀπαντήσεις στο δωδεκάλογο μου. Τότε θά πεῖ ὅτι μέ νίκησες καί εἶσαι ἐξυπνότερος από μένα. Σ' αὐτή τήν περίπτωση θά μέ και βαλικέψεις εσύ. Ἄν, ὅμως δέν ἀπαντήσεις, νικήθηκες καί θά κάνεις αὐτό πού διατάζω. Από μπροστά, ὅμως, σοῦ λέω, ὅτι ὅλο τόν κόσμο γύρισα και ἄνθρωπος δεν βρέθηκε για ν' απαντήσει στο δωδεκάλογο του Διαβόλου.

Ὁ Γερακάρης δεν σκέφτηκε πολύ. Άλλη λύση δέν ὑπάρχει, πρέπει νά δεχθεῖ.

Ὀρθώνεται σαν κυπαρίσσι καί μέ ἀγέρωχο ύφος ἀπαντᾶ:

- Δέχομαι. Εμπρός, ἀρχίνα. Ἴσως ἄλλη φορά νά μή συνάντησες Μανιάτη. Τώρα όμως, θά δεῖς πόσο διαφέρομε ἀπό τούς ἄλλους και πόσο ἔκαμες σφάλμα, πού θές νά μᾶς ντροπιάσεις.

Καί ὁ καμπούρης ἀρχινᾶ, ἐνῶ στά χείλη του διαγράφεται ένα πονηρό χαμόγελο.

Διάβ.: 'Ενας λόγος, τί λόγος εἶναι;

Γερ.: Ενας εἶναι ὁ Θεός.

Διάβ.: Δύο λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Τρεις λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Τέσσερις λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Τεσσεραβύζικο δαμάλι, τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Πέντε λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Πέντε δάχτυλα ἡ χείρα, τέσσερα βυζιά ἡ ἀγελάδα, τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Εξι λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εξι άστρα έχει ἡ πούλια...

Διάβ.: Εφτά λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εφταβάλτινος χορός...

Διάβ.: Οχτώ λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Ὀχταπόδι στο γυαλό...

Διάβ.: 'Εννιά λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εννιαμηνήτικο παιδί...

Διάβ.: Δέκα λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Δεκαβύζικο σκορφάρι...

Διάβ.: 'Εντεκα λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εντεκαμήνικο πουλάρι...

Διάβ.: Δώδεκα λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Δώδεκα μήνες ἔχει ὁ χρόνος, έντεκα μηνῶν πουλάρι, δεκαβύζικο σκορφάρι, εννιαμήνικο παιδί, ὀχταπόδι στο γυαλό, έφταβάλτινος χορός, έξι άστρα ἔχει ἡ πούλια, πέντε δάχτυλα ή χείρα, τέσσερα βυζιά ή γελάδα, τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Ὁ δωδεκάλογος τελείωσε. Ὁ Γερακάρης στυλώνει ὀρθωτά τ' ανάστημά του και καμαρώνει, γιά τήν επιτυχία του καί τήν ἐξυπνάδα του. Ὁ Διάβολος βγάζει φωτιές ἀπό τά μάτια του, το πρόσωπό του κάνει χίλιους σπασμούς κι' ἀλλάζει χίλια χρώματα, απ' τ' ἀναπάντεχο κακό. Η συμφωνία όμως, εἶναι συμφωνία. Στη Μάνη ὁ λόγος εἶναι ἀπαραβίαστος, κι' ὁ Διάβολος τή στιγμή τούτη που πατεῖ στά χώματά της δέν μπορεῖ νά τόν παραβιάσει, όσο κι ἂν εἶναι... Διάβολος. Νικημένος ὑποτάσσεται στο νικητή καί τόν φορτώνεται στην πλάτη. Επῆγε γιά μαλλί κι' ἐβγῆκε κουρεμένος...

Ὁ Γερακάρης όμως, εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος πώς το παιχνίδι του Διαβόλου δέν τελείωσε ἀκόμα. Ξέρει πώς εἶναι πανοῦργος κι' ἀνυπότακτος καί πώς κακά ξεμπλέγματα θά'χει μέ τόν παμπόνηρο... «κουμπάρο του». Γι' αὐτό βάζει σ' ἐνέργεια καί τή δική του πονηριά. Κάνει πώς εἶναι ἀδιάφορος καί τραγουδᾶ ξένοιαστα ένα τραγούδι, χωρίς τέλος... ως τή στιγμή πού φτάνουνε ἀπ ̓ ἔξω ἀπό τό ἁλώνι του. Άξαφνα φωνάζει στο Διάβολο:

- «Κουμπάρε ἄφησέ με στό τειχειό να κατεβῶ ἀπό τήν πλάτη σου, ἀρκετά σέ κούρασα, σειρά μου νά σέ πάρω καί ἐγώ σέ ὅσο δρόμο μᾶς ἀπομένει ἀκόμα.»

Ο Διάβολος δεν καταλαβαίνει τήν πονηριά τοῦ Γερακάρη καί πέφτει στην παγίδα του. Μ' ένα σάλτο βρίσκεται μέσα στη μέση τ' ἁλωνιοῦ. Ἐδῶ πιά εἶναι ἀσφαλισμένος, γιατί τ' ἁλώνι εἶναι ἱερό, εἶναι λειβάδι τοῦ Θεοῦ, κι ὁ Διάβολος νά τό πατήσει δέν μπορεῖ. Φωνάζει το Σαββατιανό, τό σκύλο του καί κεῖνος ὁρμᾶ, γιά νά καταξεσχίσει τόν καμπούρη. Ὁ Διάβολος βρυχομανᾶ, χτυπιέται κατά γῆς κι' ουρλιάζει σαν βρυκόλακας. Ἡ κοροϊδία πού τούγινε εἶναι μεγάλη καί δέν μπορεῖ νά τήν ἀνεχθεῖ αὐτός ὁ παντοδύναμος και πανέξυπνος ἀρχηγός ὅλων τῶν κακῶν καί πονηρῶν πνευμάτων. Ὁ τετραπέρατος ἀρχιδιάβολος να νικηθεῖ καί νά περιμπαιχθεῖ ἀπ' αὐτό τό σκουλήκι τῆς Μάνης; Αυτό πάει πολύ. Θα γίνει περίγελος καί παίγνιο στα μάτια τῶν συντρόφων του. Τώρα τοῦ ξέφυγε, ἀλλά δέν θά τόν συγχωρέσει.

Ουρλιάζει: «θά σέ ἐκδικηθῶ. Ἡ ζωή σου τελείωσε. Μαζί μου δέν μπορεῖς νά παραβγεῖς στή δύναμη καί στήν ἐξυπνάδα».

Στα τελευταία λόγια ὁ Διάβολος δέν ὑπάρχει πιά. Δυνατή βροντή ακούγεται καί μεγάλη ἀστραπή φωτίζει όλα τά γύρω, σά ν' άναψε ὅλος ὁ κόσμος μιά μεγάλη πυρκαγιά. Ὁ Γερακάρης νοιώθει τή γῆ να τρέμει και να φεύγει κάτω ἀπό τά πόδια του. Οἱ πέτρες χτυπιούνται μεταξύ τους και μιά τρομακτική βουή βγαίνει ἀπό τά ἔγκατα τῆς γῆς. Κατόπι όλα χάνονται. Σβήνει τό φῶς ἀπό τά μάτια του και πέφτει λιπόθυμος. Τό άμοιρο τό σῶμα του δέν μπόρεσε ν' αντέξει ἄλλο...

Τα ουρλιαχτά του σκύλου του, ξυπνοῦνε τό χωριό. Τρέχουνε καί τόν κουβαλάνε στα χέρια σαν άψυχο και άζωο κορμί. Τόν ξαπλώνουνε στό χῶμα γιά νά μείνει πιά ἐκεῖ σ' όση ζωή τ' ἀπόμενε ἀκόμα. Ὁ Διάβολος τόν ἐκδικήθηκε. Νίκησε στην εξυπνάδα καί στήν πονηριά, νικήθηκε όμως, στη δύναμη. Ὁ λεβέντης Γερακάρης, τό πρῶτο παλληκάρι του χωριοῦ, ἔγινε ἕνα ἀνθρώπινο ράκος, χωρίς Ζωή και Δύναμη. Παραμιλοῦσε κι' έβλεπε όλο Σατανικά. Τά κακά πνεύματα τοῦ εἶχαν πάρει τό μυαλό. Ἦταν ἀξιολύπητος, ἐλεεινός καί μ' ἀγριεμένη τή θωριά. Δέν έζησε πολύ καιρό. Ὁ «πανθεράπων» θάνατος ήρθε σύντομα νά τοῦ σφαλίσει τά μάτια καί νά τόν ἀπαλλάξει ἀπό τήν εφιαλτική ζωή του. Όλα τα γύρω χωριά παρακολούθησαν τήν κηδεία του μέ συγκίνηση καί δέος καί οἱ μοιρολογίστρες τόν ἀποχαιρέτησαν στο μακρινό ταξίδι του μέ τρανταχτά μοιρολόγια, οἱ δέ άντρες μ' αυτά τα σημαδιακά λόγια: «Στο καλό νά πᾶς καί ἀλαφρά τα χώματά σου, ἄξιο παιδί τῆς εὐάνδρου Μάνης.»

Ἡ περιπέτειά του έμεινε πιά σάν θρῦλος στις ἐπερχόμενες γενεές.

Δεκέμβριος 1962

Λάγια Μάνης

Ἠλίας Ἰωάν. Βουγιουκλάκης

(Φοιτητής)

 

 

Σ.σ. Η ιστορία αυτή αναφέρεται στον Πιοντάτικο Θρύλο του Μαυρούτσου και είναι γνωστή σε όλα τα χωριά της Μέσα Μάνης.

Τετάρτη 14 Μαΐου 2025

Σήμερα 14 Μαΐου γιορτάζει ο Άγιος Ισίδωρος και το ομώνυμο εκκλησάκι του στις Πιόντες.

Σήμερα 14 Μαΐου γιορτάζει ο Άγιος Ισίδωρος και το ομώνυμο εκκλησάκι του στις Πιόντες.


Ἔσαινεν Ἰσίδωρον ἐλπὶς τοῦ στέφους,
Καὶ πρὸς τομὴν ἤπειγεν, ἐξ ἧς τὸ στέφος.
Ἐν δ' Ἰσίδωρον ἄορ δεκάτῃ τάμεν ἠδὲ τετάρτῃ.



Ο Άγιος Ισίδωρος ήταν ναύτης του βασιλικού στόλου, στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου, και καταγόταν από την Αλεξάνδρεια.
Κάποια μέρα που η μοίρα του στόλου ήταν αγκυροβολημένη στη Χίο, καταγγέλθηκε από τον κεντυρίων Ιούλιο στο Ναύαρχο Νουμέριο ότι ο Ισίδωρος είναι χριστιανός. Ο Νουμέριος δεν άργησε να ακούσει το ίδιο και από τον ίδιο τον Ισίδωρο, όταν τον προσκάλεσε να ομολογήσει. Τότε τον έδειραν σκληρά και κατόπιν τον έριξαν στη φυλακή.
Ο πατέρας του μόλις έμαθε το γεγονός αυτό, αμέσως κίνησε για τη Χίο, πολύ στενοχωρημένος, διότι ο γιος του εγκατέλειψε την πατροπαράδοτη ειδωλολατρική θρησκεία. Όταν έφθασε στη Χίο, δε δυσκολεύτηκε να δει το γιο του. Ο Ισίδωρος, μόλις αντίκρισε τον πατέρα του, με πολλή ευλάβεια και στοργή τον ασπάσθηκε συγκινημένος. Το ίδιο έκανε και ο πατέρας του, αλλά δεν άργησε να εκφράσει και τη θλίψη του γι' αυτόν. Ο Ισίδωρος του είπε ότι μάλλον έπρεπε να χαίρεται, διότι είδε το φως που προσφέρει ο Ιησούς Χριστός. Ο πατέρας του τον παρακάλεσε θερμά να επιστρέψει στην ειδωλολατρία, αλλά ο Ισίδωρος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του. Τότε, οργισμένος αυτός, τον καταράστηκε και παρότρυνε το Νουμέριο να τον θανατώσει το συντομότερο. Και πράγματι, ο Ισίδωρος μετά από διάφορα βασανιστήρια αποκεφαλίσθηκε. Έτσι, επαληθεύεται ο λόγος του Κυρίου, ότι «παραδώσει εἰς θάνατον πατὴρ τέκνον» (Ματθαίου Ι' 21). Δε θα είναι, δηλαδή, μόνο οι ξένοι εναντίον των αγωνιζομένων χριστιανών, αλλά και οι άνθρωποι του σπιτιού τους. Και θα παραδώσει στο θάνατο ο άπιστος πατέρας το πιστό παιδί του.

Η αγιογραφία του Αγίου Ισίδωρου στον Ιερό Ναό του Αγίου Χαραλάμπους στις Πιόντες.


Το σεπτό λείψανό του το έριξαν σε φαράγγι, για να τον καταφάγουν τα όρνεα, λίγοι δε στρατιώτες φύλαγαν εκεί, μην τυχόν έλθουν οι Χριστιανοί και παραλάβουν το σώμα. Όμως, μία Χριστιανή, ονόματι Μυρόπη (βλέπε 2 Δεκεμβρίου), ήλθε τη νύχτα και με την βοήθεια δύο υπηρετριών, την ώρα που οι στρατιώτες είχαν πέσει και ησύχαζαν, παρέλαβε το ιερό λείψανο, το οποίο ενταφίασε. Την επομένη, ο Νουμέριος πληροφορήθηκε ότι το λείψανο του Μάρτυρος είχε αρπαχθεί. Υπέθεσε ότι οι στρατιώτες δελεάστηκαν με χρήματα και δώρα και επέτρεψαν στους Χριστιανούς να παραλάβουν το σώμα του Αγίου. Γι' αυτό τους φυλάκισε, ενώ παράλληλα κυκλοφόρησε την είδηση ότι θα τους φονεύσει , αν δεν του πουν σε ποιον παρέδωσαν το λείψανο. Η Μυρόπη έκρινε ότι θα ήταν άδικο να εκτελεσθούν οι στρατιώτες. Γι' αυτό παρουσιάσθηκε στον Νουμέριο και του δήλωσε την αλήθεια. Εκείνος έδωσε εντολή να την φυλακίσουν. Μετά το μαρτύριό της, οι Χριστιανοί έθαψαν με ευλάβεια το λείψανο της Παρθενομάρτυρος κοντά στον τάφο, όπου προηγουμένως αυτή είχε αποθέσει αυτό του Αγίου Ισιδώρου.

Η ύπαρξη των Λειψάνων του Αγίου Ισιδώρου στη Χίο, μαρτυρείται ήδη κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ. από τον αγιολόγο Γρηγόριο Τουρώνη. Προηγουμένως, τον 5ο αιώνα μ.Χ., ο Άγιος Μαρκιανός, Οικονόμος της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινούπολης (βλέπε 10 Ιανουαρίου), είχε μεταφέρει στη Βασιλεύουσα την Κάρα και μέρος των Λειψάνων του Μάρτυρος, τα οποία κατέθεσε σε παρεκκλήσιο του Ναού της Παναγίας στο Πέραν. Τα υπόλοιπα Λείψανα του Μάρτυρος αφαιρέθηκαν από την Χίο το 1125 μ.Χ., με την βοήθεια του Βενετικού Στόλου, από τον Ελληνόφωνο Λατίνο Κληρικό Cebrano Cebrani, με την ευκαιρία στρατιωτικής αποστολής στην Ανατολή του Δόγη Δομηνίκου Michiel. Την 1η Μαΐου 1356 μ.Χ. τα Λείψανα του Μάρτυρος κατατέθηκαν σε Παρεκκλήσιο προς τιμήν του, μέσα στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μάρκου.

Την 17η Σεπτεμβρίου 1626 μ.Χ. η Κάρα του Αγίου κλάπηκε από την Τουρκοκρατούμενη Κωνσταντινούπολη με την βοήθεια ντόπιου Χριστιανού, ο οποίος πληρώθηκε αδρότατα από τις Βενετικές Αρχές. Η Κάρα έφθασε στη Βενετία την 1η Μαρτίου 1627 μ.Χ. και κατατέθηκε στο Θησαυρό του Αγίου Μάρκου.


Ο Ναός του Αγίου Ισιδώρου βρίσκεται ανατολικά του χωριού σε βατό μονοπάτι. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την χρονολόγηση του ναού, δεν υπάρχουν τοιχογραφίες. Τμήματα από αράβδωτους κίονες έχουν εντοιχιστεί στις παραστάδες της ωραίας πύλης και στη βάση της Αγίας Τράπεζας. Χτίστηκε από τις οικογένειες Μαυρούτσου και Τσίκλου.