Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Αυγούστου 2025

Κείμενο από το βιβλίο «Λαογραφία της Μέσα Μάνης Β’ Πνευματική Ζωή» του Κυριάκου Δ. Κάσση Σελ. 40-41.

Κείμενο από το βιβλίο «Λαογραφία της Μέσα Μάνης Β’ Πνευματική Ζωή» του Κυριάκου Δ. Κάσση Σελ. 40-41.


Ο Μαυροῦτσος.

Ὁ ἀείμνηστος Σ. Τσουμελέας μέσα στὸ ἀξιόλογο μὲ ἀντικείμενο τις παραδόσεις αὐτὸ ἔργο του αναφέρει (Λαογρ. Ε ́. 637) καὶ μία ποὺ ἀφορᾶ στὸ «Μακροῦτσο», ὅπως τὸν λέει. Πρόκειται γιὰ τὴν κοινὴ στὴν προσηλιακή Μάνη παράδοση του «Μαυροῦτσο» (ὅπως εἶναι τὸ σωστὸ ὄνομα * Ως σήμερα ἡ οἰκογένειά του εἶναι στις Πιόντες, δίπλα στη Λάγια). Ὁ μύθος ὁ σωστός, ὅπως λέγεται στὸν τόπο, ἔχει ἔτσι (προφορική διήγηση σὲ μένα ἀπὸ τὴν  ̓Αριστείδαινα Σφαλαγγάκου, τό γ. Αλευρομάγερη, 1862-1955) :

«Ὁ πρῶτος ποὺ ἐκατοίκησε στὶ Πχιόντες ἦτα ὁ Μαυροῦτσος. Είχε γίϊδια κι ἐμείνεσκε μοναχός. Ο Μαυροῦτσος ἦτα ιδιαβαρμένος για ψάρια (=εἶχε πάει γιὰ ψ.). Ἀλλὰ δὲ γκάνει καένας νὰ νυχτώνεται οὔτε στὸ κυνήγι οὔτε στὰ ψάρια οὔτε σὲ ἄλλη δουλειά. Γιατὶ ἔναι πλεονεξία. Ἐνυχτώθη ἐκεῖνος. Δὲν ἔβγαζε ψάρια. Ἐνύχτωσε καλά. Τοῦ παρησιάζεται ἕνας :

Θὰ ζὲ καβαλλήσου καὶ θὰ μὲ πάεις μέχρι τό χωρίο ζου, τοῦ λέει. Νὰ ζὲ πάου, ἀλλὰ πρῶτα θὰ ζὲ καβαλλήσου ἐγὼ κι ὕστερα εσύ. Θα λέου ἕνα τραγούδι. Καὶ μόλις τελειώσει το τραγούδι με καβαλλᾶς κι ἐσύ. Καλά, τοῦ λέει ἐκεῖνος.

Εἴθε ἔναι Οξαποπάς, τόνε κατάλαβε ὁ Μαυροῦτσος, ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτα. Τόνε καβάλησε λοιπό. Στο δρόμο ἐκουρνάρα καὶ τὰ πόδια του κι ἔλεε :

Άλαρος - φάλαρος
τοῦ Μαυροῦτσο ὁ γάϊδαρος.
Αλαρίδα - φαλαρίδα
τοῦ Μαυροῦτσο ἡ ἀρίδα.

Ὁ Ὀξαποπᾶς ὅμως ἄρχισε νὰ θυμώνει : — Αειντε ἀκόμα να ξεκαβαλλήσεις; Γιατί ἤθε νὰ καβαλλήσει ἐκεῖνος τὸ Μαυροῦτσο. Κι ἅμα τόνε καβάλλα θὰ ντὸν ἔπνιγε : — Κουράγιο ζου κι ἐφτάσαμε, τούλεε ὁ Μαυροῦτσος.

Ἤθε νά ντόνε πάει στὸ ἁλώνι του. Γιατὶ στὸ ἁλώνι μέσα οὔτε ὁ Ὀξαποπᾶς, οὔτε ξωτικό πατᾶ. Μόλις τὸν ἔφτασε κοντὰ στὸ ἁλώνι, κατεβαίνει ὁ Μαυρούτσος καὶ πηδά μέσα. Φωνάζει στὶ σκύλες του : Σπίκα, Λίζα καὶ Σαββαϊτιανή! Ἤρθασι οἱ σκύλες. Φουμποῦσι (=χυμοῦν) τὸν Ὀξαποπᾶ.

Ὁ Ὀξαποπᾶς ἐκατάλαβε τὴ γελατζία (=ἀπάτη). Ἐδάγκασε το χέρι του μὲ μανία :

Ἔχ, ρὲ Μαυροῦτσο, ἀφοῦ ἐστάθης ἐξυπνότερος ἀπό μένα, χαλάλι ζου. Κι ἐξεσπίκισε (=ἐξεσπίθισε) χίλιες σπίκες. Κι ἐχάθη.

Μόλις ἔκραξε ὁ κοῦρος τὸ πρωΐ ἐβγῆκε κι ὁ Μαυροῦτσος κι ἐιδιάη σπίτι του. Γιατὶ ἅμα κράξει ὁ κοῦρος (=κόκκορας) χάνονται ὅλα τὰ δαιμόνια κι οἱ βρεκολάκοι καὶ τὰ ξωτικά».

Αὐτὸς εἶναι ὁ πάγκοινος στη Μ. Μάνη θρύλος τοῦ Μαυρούτσου καὶ τοῦ Σατανᾶ. Κι ὄχι ὅπως τὸν ἀναφέρει ὁ ἀείμνηστος Τσουμελέας, ἀπὸ λάθος πληροφορίες. Τὸ ἐπώνυμο Μαυροῦτσος ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα στις Πιόντες δὲν νομίζω ὅτι ἔχει σχέση μὲ τὸν Μαυροδῆ καὶ τὴν πάλη του μὲ τὸ Χάρο. Αὐτὸ εἶναι τελείως ἄλλος θρύλος. Ο Μαυροῦτσος τῆς παράδοσης που προανάφερα εἶναι ἱστορικό πρόσωπο, παρ' ὅλη τὴ θρυλικότητα τοῦ ἐπεισόδιου. Εἶναι ὁ γενάρχης τῶν Μαυρούτσων στις Πιόντες καὶ ἐκεῖ φέρεται ὅτι συνέβη τὸ ἐπεισόδιο. Δεν παραδίδεται ὅτι ἦταν δυνατός κ.λ.π. ὁ Μαυροῦτσος ἐκεῖνος. Αντίθετα, ἂν καὶ ἀσθενικὸς καὶ σχεδόν γέρος, μὲ τὴν ἐξυπνάδα του κατόρθωσε να γελάσει τὸ Σατανᾶ. Αὐτὴ εἶναι ἡ σωστή παράδοση.


* Πιθανὸ ὁ Τσουμελέας νὰ εἶχε στείλει τὸ σωστὸ ὄνομα στους συντάχτες του περιοδικοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ ἀβλεψία ἢ κακὴ ἀνάγνωση του χειρογράφου του, ὁ διορθωτής τὸ υ ἔκαμε κ, ἀφοῦ στὴν καλλιγραφική γραφὴ εἶναι πολὺ ὅμοια γράμματα. Ὅπως καὶ νἄχει ὁ Τσουμελέας ἦταν ἀπὸ τὴν Ἔξω Μάνη, καὶ ἂν ἀκόμα ἀγνοοῦσε τὸ ἀκριβὲς ὄνομα τοῦ ἥρωα του μύθου, εἶναι δικιολογημένος.


Στο παρακάτω link θα βρείτε το κείμενο του Τσουμελέα:

https://piontesmani.blogspot.com/2017/07/blog-post.html

http://repository.kentrolaografias.gr/xmlui/handle/20.500.11853/296546



Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Κείμενο από το βιβλίο «Η Λεβεντογέννα Ένδοξη Μάνη» του Ηλία Ιωαν. Βουγιουκλάκη Σελ. 45-53.

 

Κείμενο από το βιβλίο «Η Λεβεντογέννα Ένδοξη Μάνη» του Ηλία Ιωαν. Βουγιουκλάκη Σελ. 45-53.

 

Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

Τοῦ Ἠλία Ἰωάν. Βουγιουκλάκη

Πολλοί θρύλοι και πολλές εξωτικές ἱστορίες ἔχουν γραφτεῖ γιά τά άοικα και σκιαχτερά μέρη τῆς Μάνης. Θρύλοι γεμάτοι μυστήριο και λεβεντιά, ἱστορίες γεμᾶτες μεγαλοπρέπεια και τραγική συγκίνηση.  ́Ένα κομμάτι ἀπ' αὐτά εἶναι καί ἡ ἱστορία τούτη πού θά σᾶς διηγηθῶ ὅπως ἔχει μείνει από πατέρα σε παιδί κι' ἀπό παιδί σέ 'γγόνι. Συνέβηκε σ' ένα μικρό κι' απόμερο λιμάνι της Μάνης τόν Ἀντρόγιαλο. Τό μέρος τοῦτο εἶναι ἀπό τά πιό άγρια. Μοιάζει με χαράδρα χαμένη στα έγκατα τῆς γῆς καί τριγυρισμένη από παντοῦ μέ ἄγρια βουνά βραχώδικα, σάν δράκοι πού φρουροῦνε τό ἔμπα της.

Σε τούτο λοιπόν τό ἄοικο κι' ἀπόμερο λιμάνι ψάρευε κάποτε ένας ψαράς. Γερακάρη τόν λέγανε. Ψαράς ἀπό τούς καλλίτερους καί πρῶτος στην παλικαριά. Ποτέ δεν γύριζε στο χωριό μέ ἀδειανά τά χέρια. Πάντα έπιανε τά πιό πολλά καί τά πιό διαλεχτά. Μιά μέρα όμως, κακιά τύχη τόν περίμενε. Ψάρευε ἀπό τό πρωί μέχρι το βράδυ κι' όμως δέν εἶχε πιάσει ούτε ένα ψάρι. Τ' αγκίστριά του ολημερίς σκίζανε τό υγρό στοιχειό κουβαλώντας μόνο φαΐ στά ψάρια και γυρίζανε πάντα αδειανά.

Διαβολική ἀτυχία σήμερα, μουρμουρίζει. Ὁ ήλιος ἀρχινά και γέρνει στη δύση του. Οἱ τελευταίες αχτίδες του χρυσίζουνε τη θάλασσα τοῦ Λακωνικού πού φαίνεται σάν ν' άναψε ὁλόκληρη μιά μεγάλη πυρκαγιά και τέλος βυθίζεται στα υγρά παλάτια του. Ἡ φύση άλλαξε όψη καί ὁ Ἀντρόγιαλος ἔγινε πιό άγριος καί πιό φοβερός μές τό αχνό σουρούπωμα. Τούτη τήν ὥρα καί ἡ πιό γερή καρδιά δέν θάντεχε στη μοναξιά του τόπου τούτου. Ὁ Γερακάρης όμως δέν εἶναι ἀπό τούς ἀνθρώπους πού τά βάζουνε εύκολα κάτω τ' ἄρματα.

- Όχι, λέει, δέν θά φύγω μ' ἀδειανά τα χέρια. H θά πιάσω ψάρια ἤ θα κάτσω νά μέ φάει το σκοτάδι τῆς νύχτας. Ὅσο κι' ἂν εἶναι φοβερό τό μέρος δέν τόν τρομάζει. Όσο κι' αν ξέρει πώς στα μέρη τοῦτα τριγυρνούνε Νεράϊδες κι' ένα σωρό δαιμονικά, τό πείσμα τό Μανιάτικο καί ὁ ἐγωϊσμός του τόν δένουνε ἐκεῖ.

Νά όμως, πού ξαφνικά η τύχη τοῦ χαμογελά. Τραβά τ' αγκίστριά του καί μέ ξεστριλωμένα ἀπό τήν έκπληξη μάτια βλέπει πώς εἶναι γεμᾶτα ψάρια. Αναστενάζει μέ ἱκανοποίηση. Τά τριχωτά καί ἡλιοκαμμένα στήθια του φουσκώνουνε ἀπό τό ἀναγάλιασμα. Ξαναρίχνει πολλές φορές τ' αγκίστριά του καί πάντα τά τραβᾶ γεμᾶτα. Δέν χορταίνει να βγάζει. Θέλει νά ἐκδικηθεῖ γιά τήν κοροϊδία πού τοῦ κάνανε όλη μέρα. Καί τό ψάρεμα συνεχίζεται...

Σε μια στιγμή, όμως, κακιά ἰδέα περνᾶ ἀπό το μυαλό του.

- Λές κανένας Διάβολος να παίζει μαζί μου; Ψιθυρίζουνε τ' αλμυρισμένα χείλια του.

Ένα κρύο ρίγος νοιώθει να τρυπά τό κορμί του μέσα στήν ἐρημιά. Αλλά πάλι ὄχι. Δέν θέλει να παραδεχθεί ότι αυτός σκέφτηκε κάτι τέτοιο. Αὐτά τά σκέπτονται μόνο οἱ δειλοί. Ἐνῶ αὐτός...

Ἡ νύχτα έχει προχωρήσει πλέον πολύ. Εἶναι μεσάνυχτα όταν παίρνει τήν ἀπόφαση να φύγει. *Εχει πιάσει τόσα πολλά ψάρια που κι αυτά μέ δυσκολία θά τά κουβαλήσει.

Ανασηκώνεται στο βράχο, τεντώνει το κορμί του και μοιάζει σάν τό Διάβολο μέσα στη μαύρη νύχτα. Μαζεύει τά σύνεργά του, φορτώνεται τά ψάρια του -ψάρια τοῦ Διαβόλου- και φεύγει γιά τό χωριό. Αὔριο πάλι, λέει, καί κάνει ἕνα ἀπειλητικό μορφασμό γυρίζοντας πρός τή μεριά τῆς θάλασσας. Αὔριο θα λογαριαστούμε... Τα βήματά του ἀκούγονται βαρειά και δυνατά μέσα στη νύχτα.

Τά παίρνει ἡ λαγκαδιά κι' ἀντιλαλοῦνε ἀκόμα πιο δυνατά μέσα στις χαράδρες. Καί ὁ Γερακάρης ο ψαράς όλο καί προχωρεῖ γιά τό χωριό. Δέν έχει όμως, απομακρυνθεῖ οὔτε διακόσια βήματα. Ξαφνικά, μέσα στήν ἐρημιά τῆς νύχτας, ἀκούγεται νά τόν καλεί μιά γνώριμη φωνή.

- Κουμπάρε, ἔ, κουμπάρε. Περίμενε νά πᾶμε μαζί στο χωριό.

Ὁ Γερακάρης ἀργοστέκει, τοῦ φαίνεται πώς τόν γελοῦνε τ' αυτιά του. Κουμπάρε; Μά ὁ ἕνας και μοναδικός κουμπάρος του εἶναι πιά πεθαμένος. Βαρέθηκε τόν κόσμο τοῦτο καί πῆγε ἀλλοῦ νά βρεῖ καλλίτερη ζωή, χωρίς δουλειές και βάσανα, χωρίς καϋμούς και ντέρτια... Κρύος ιδρώτας λούζει τό κορμί του. Το μεδούλι πάγωσε καί πάει να σπάσει τα κόκκαλα. Χίλιες σκέψεις περνοῦνε ἀπό τό μυαλό του... Δέν εἶναι δυνατόν... Μπορεῖ καί νά μήν ἄκουσε καλά. Μπορεῖ νά 'ναι καί γέννημα τῆς μοναξιᾶς. Κάνει να ξεκινήσει, ἀλλά ἡ φωνή πάλι τόν ξανακαρφώνει στόν τόπο του.

- Κουμπάρε μή βιάζεσαι, περίμενε, ἔρχομαι... ἔφτασα...

Ὁ Γερακάρης νοιώθει βαρειά τά πόδια του, σά νά τοῦ κρεμάσανε χίλια καντάρια σίδερο. Ἡ καρδιά του κλωτσᾶ δυνατά τό στῆθος. Δίνει κουράγιο όσο μπορεῖ στόν ἑαυτό του και προσπαθεῖ νά τόν κάνει νά βρεῖ τήν δύναμή του.

- Κουράγιο, ψιθυρίζει, δεν ντρέπεσαι Γερακάρη; ἐσύ ὁ ψαράς, ὁ γενναῖος... ὁ παλληκαράς..., ὁ Μανιάτης, ὁ ... να σκιάζεσαι;

Ναί, λέει και χτυπᾶ τό πόδι του δυνατά στό χῶμα πού πατᾶ, δέν σκιάζομαι. Ὅποιος νά'ναι, ζωντανός ἤ πεθαμένος, θα μετρηθώ μαζί του παλληκαρήσια, θα νικήσω, θα...

Γιά μιά στιγμή πάλι τριγυρνά στο μυαλό του το ψάρεμα. Όλη μέρα τίποτα, τό βράδυ... Η σκέψη ἡ κακιά του φέρνει πάλι ανατριχίλα. Τώρα ἀκούγονται πιά καθαρά τά βήματα ἐκείνου πού τοῦ φώναζε. Όπου ναναι κοντοζυγώνει, πλησιάζει, να έφτασε. Ἡ ἀναπνοή του έχει κοπεῖ, τά μάτια του έχουν ξεπεταχτεί και ξεστριλώνουν προσπαθώντας να σκίσουνε τό πηχτό σκοτάδι, τ' αυτιά του εἶναι τεντωμένα. Όλες του οἱ αἰσθήσεις βρίσκονται σε ὑπερένταση και ψάχνουνε γιά τόν ... κουμπάρο που όπου νάναι θά φανεῖ. Ἀξαφνα τά βήματα σταματοῦνε καί ένα χέρι νοιώθει νά τόν χτυπᾶ στήν πλάτη.

Γυρίζει ξαφνιασμένος καί τί νά δεῖ; Ενας άγνωστος καμπούρης με δύο κέρατα στο κεφάλι. Νοιώθει τό αἷμα του να παγώνει και τις τρίχες του να σηκώνονται μιά σπιθαμή. Βρίσκει, όμως, γρήγορα τό θάρρος του και σχεδόν θυμωμένα ρωτᾶ:

- Ποιός εἶσαι; τί θές;

- Ποιός εἶμαι μέ ρωτᾶς; Ἄν θές, ὅμως, να μάθεις, νά στό πῶ. Εἶμαι ἐκεῖνος πού διατάζει ὅλα τά σατανικά. Ἐκεῖνος πού ἔχει χίλιες μορφές και χίλιες φωνές. Τι θέλω; Ὄχι δά και σπουδαῖο πράμα: νά μέ φορτωθείς στην πλάτη σου, μέχρι τό χωριό σου. Αν θα ρωτήσεις το γιατί; σοῦ λέω: ἔτσι μ' ἀρέσει... ἐξ ἄλλου σε πλήρωσα, γι' αὐτό, καλά, σοῦ ἔδωκα τόσα... ψάρια...

Ὁ καμπούρης ξεσπᾶ σε δυνατά χαχανητά, ἐνῶ ὁ Γερακάρης στέκεται σα μαρμαρωμένος. Τώρα πιά του λύνεται τό μυστήριο... Αλλά δέν τά βάζει κάτω. Τό Μανιάτικο κεφάλι δεν προσκυνᾶ εύκολα.

- Ὄχι ἀπαντᾶ, αὐτό δέν γίνεται. Πάρτα πάλι τά ψάρια σου, ἀλλά νά γίνω ἐγώ γάϊδαρος κι' ἐσύ καβαλάρης μή τό περιμένεις. Αὐτό γιά τούς Μανιάτες εἶναι ἡ πιό μεγάλη προσβολή. Τη ζωή μου πάρ τη, τήν τιμή μου ὄχι...

- Ἄκουσε δῶ, λέει ὁ Διάβολος, αὐτό θά γίνει ὁπωσδήποτε, ἐχτός καί ...

- Εκτός καί; ξαναλέει ὁ Γερακάρης, ἐνῶ μιά ἐλπίδα ξεπηδά μέσα ἀπό τά στήθια του.

- Εχτός καί ἀπαντήσεις στο δωδεκάλογο μου. Τότε θά πεῖ ὅτι μέ νίκησες καί εἶσαι ἐξυπνότερος από μένα. Σ' αὐτή τήν περίπτωση θά μέ και βαλικέψεις εσύ. Ἄν, ὅμως δέν ἀπαντήσεις, νικήθηκες καί θά κάνεις αὐτό πού διατάζω. Από μπροστά, ὅμως, σοῦ λέω, ὅτι ὅλο τόν κόσμο γύρισα και ἄνθρωπος δεν βρέθηκε για ν' απαντήσει στο δωδεκάλογο του Διαβόλου.

Ὁ Γερακάρης δεν σκέφτηκε πολύ. Άλλη λύση δέν ὑπάρχει, πρέπει νά δεχθεῖ.

Ὀρθώνεται σαν κυπαρίσσι καί μέ ἀγέρωχο ύφος ἀπαντᾶ:

- Δέχομαι. Εμπρός, ἀρχίνα. Ἴσως ἄλλη φορά νά μή συνάντησες Μανιάτη. Τώρα όμως, θά δεῖς πόσο διαφέρομε ἀπό τούς ἄλλους και πόσο ἔκαμες σφάλμα, πού θές νά μᾶς ντροπιάσεις.

Καί ὁ καμπούρης ἀρχινᾶ, ἐνῶ στά χείλη του διαγράφεται ένα πονηρό χαμόγελο.

Διάβ.: 'Ενας λόγος, τί λόγος εἶναι;

Γερ.: Ενας εἶναι ὁ Θεός.

Διάβ.: Δύο λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Τρεις λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Τέσσερις λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Τεσσεραβύζικο δαμάλι, τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Πέντε λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Πέντε δάχτυλα ἡ χείρα, τέσσερα βυζιά ἡ ἀγελάδα, τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Διάβ.: Εξι λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εξι άστρα έχει ἡ πούλια...

Διάβ.: Εφτά λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εφταβάλτινος χορός...

Διάβ.: Οχτώ λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Ὀχταπόδι στο γυαλό...

Διάβ.: 'Εννιά λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εννιαμηνήτικο παιδί...

Διάβ.: Δέκα λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Δεκαβύζικο σκορφάρι...

Διάβ.: 'Εντεκα λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Εντεκαμήνικο πουλάρι...

Διάβ.: Δώδεκα λόγοι, τί λόγοι εἶναι;

Γερ.: Δώδεκα μήνες ἔχει ὁ χρόνος, έντεκα μηνῶν πουλάρι, δεκαβύζικο σκορφάρι, εννιαμήνικο παιδί, ὀχταπόδι στο γυαλό, έφταβάλτινος χορός, έξι άστρα ἔχει ἡ πούλια, πέντε δάχτυλα ή χείρα, τέσσερα βυζιά ή γελάδα, τρίποδη σιδεροστιά, δίκερο τό βόδι, μά ΕΝΑΣ Ο ΘΕΟΣ.

Ὁ δωδεκάλογος τελείωσε. Ὁ Γερακάρης στυλώνει ὀρθωτά τ' ανάστημά του και καμαρώνει, γιά τήν επιτυχία του καί τήν ἐξυπνάδα του. Ὁ Διάβολος βγάζει φωτιές ἀπό τά μάτια του, το πρόσωπό του κάνει χίλιους σπασμούς κι' ἀλλάζει χίλια χρώματα, απ' τ' ἀναπάντεχο κακό. Η συμφωνία όμως, εἶναι συμφωνία. Στη Μάνη ὁ λόγος εἶναι ἀπαραβίαστος, κι' ὁ Διάβολος τή στιγμή τούτη που πατεῖ στά χώματά της δέν μπορεῖ νά τόν παραβιάσει, όσο κι ἂν εἶναι... Διάβολος. Νικημένος ὑποτάσσεται στο νικητή καί τόν φορτώνεται στην πλάτη. Επῆγε γιά μαλλί κι' ἐβγῆκε κουρεμένος...

Ὁ Γερακάρης όμως, εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος πώς το παιχνίδι του Διαβόλου δέν τελείωσε ἀκόμα. Ξέρει πώς εἶναι πανοῦργος κι' ἀνυπότακτος καί πώς κακά ξεμπλέγματα θά'χει μέ τόν παμπόνηρο... «κουμπάρο του». Γι' αὐτό βάζει σ' ἐνέργεια καί τή δική του πονηριά. Κάνει πώς εἶναι ἀδιάφορος καί τραγουδᾶ ξένοιαστα ένα τραγούδι, χωρίς τέλος... ως τή στιγμή πού φτάνουνε ἀπ ̓ ἔξω ἀπό τό ἁλώνι του. Άξαφνα φωνάζει στο Διάβολο:

- «Κουμπάρε ἄφησέ με στό τειχειό να κατεβῶ ἀπό τήν πλάτη σου, ἀρκετά σέ κούρασα, σειρά μου νά σέ πάρω καί ἐγώ σέ ὅσο δρόμο μᾶς ἀπομένει ἀκόμα.»

Ο Διάβολος δεν καταλαβαίνει τήν πονηριά τοῦ Γερακάρη καί πέφτει στην παγίδα του. Μ' ένα σάλτο βρίσκεται μέσα στη μέση τ' ἁλωνιοῦ. Ἐδῶ πιά εἶναι ἀσφαλισμένος, γιατί τ' ἁλώνι εἶναι ἱερό, εἶναι λειβάδι τοῦ Θεοῦ, κι ὁ Διάβολος νά τό πατήσει δέν μπορεῖ. Φωνάζει το Σαββατιανό, τό σκύλο του καί κεῖνος ὁρμᾶ, γιά νά καταξεσχίσει τόν καμπούρη. Ὁ Διάβολος βρυχομανᾶ, χτυπιέται κατά γῆς κι' ουρλιάζει σαν βρυκόλακας. Ἡ κοροϊδία πού τούγινε εἶναι μεγάλη καί δέν μπορεῖ νά τήν ἀνεχθεῖ αὐτός ὁ παντοδύναμος και πανέξυπνος ἀρχηγός ὅλων τῶν κακῶν καί πονηρῶν πνευμάτων. Ὁ τετραπέρατος ἀρχιδιάβολος να νικηθεῖ καί νά περιμπαιχθεῖ ἀπ' αὐτό τό σκουλήκι τῆς Μάνης; Αυτό πάει πολύ. Θα γίνει περίγελος καί παίγνιο στα μάτια τῶν συντρόφων του. Τώρα τοῦ ξέφυγε, ἀλλά δέν θά τόν συγχωρέσει.

Ουρλιάζει: «θά σέ ἐκδικηθῶ. Ἡ ζωή σου τελείωσε. Μαζί μου δέν μπορεῖς νά παραβγεῖς στή δύναμη καί στήν ἐξυπνάδα».

Στα τελευταία λόγια ὁ Διάβολος δέν ὑπάρχει πιά. Δυνατή βροντή ακούγεται καί μεγάλη ἀστραπή φωτίζει όλα τά γύρω, σά ν' άναψε ὅλος ὁ κόσμος μιά μεγάλη πυρκαγιά. Ὁ Γερακάρης νοιώθει τή γῆ να τρέμει και να φεύγει κάτω ἀπό τά πόδια του. Οἱ πέτρες χτυπιούνται μεταξύ τους και μιά τρομακτική βουή βγαίνει ἀπό τά ἔγκατα τῆς γῆς. Κατόπι όλα χάνονται. Σβήνει τό φῶς ἀπό τά μάτια του και πέφτει λιπόθυμος. Τό άμοιρο τό σῶμα του δέν μπόρεσε ν' αντέξει ἄλλο...

Τα ουρλιαχτά του σκύλου του, ξυπνοῦνε τό χωριό. Τρέχουνε καί τόν κουβαλάνε στα χέρια σαν άψυχο και άζωο κορμί. Τόν ξαπλώνουνε στό χῶμα γιά νά μείνει πιά ἐκεῖ σ' όση ζωή τ' ἀπόμενε ἀκόμα. Ὁ Διάβολος τόν ἐκδικήθηκε. Νίκησε στην εξυπνάδα καί στήν πονηριά, νικήθηκε όμως, στη δύναμη. Ὁ λεβέντης Γερακάρης, τό πρῶτο παλληκάρι του χωριοῦ, ἔγινε ἕνα ἀνθρώπινο ράκος, χωρίς Ζωή και Δύναμη. Παραμιλοῦσε κι' έβλεπε όλο Σατανικά. Τά κακά πνεύματα τοῦ εἶχαν πάρει τό μυαλό. Ἦταν ἀξιολύπητος, ἐλεεινός καί μ' ἀγριεμένη τή θωριά. Δέν έζησε πολύ καιρό. Ὁ «πανθεράπων» θάνατος ήρθε σύντομα νά τοῦ σφαλίσει τά μάτια καί νά τόν ἀπαλλάξει ἀπό τήν εφιαλτική ζωή του. Όλα τα γύρω χωριά παρακολούθησαν τήν κηδεία του μέ συγκίνηση καί δέος καί οἱ μοιρολογίστρες τόν ἀποχαιρέτησαν στο μακρινό ταξίδι του μέ τρανταχτά μοιρολόγια, οἱ δέ άντρες μ' αυτά τα σημαδιακά λόγια: «Στο καλό νά πᾶς καί ἀλαφρά τα χώματά σου, ἄξιο παιδί τῆς εὐάνδρου Μάνης.»

Ἡ περιπέτειά του έμεινε πιά σάν θρῦλος στις ἐπερχόμενες γενεές.

Δεκέμβριος 1962

Λάγια Μάνης

Ἠλίας Ἰωάν. Βουγιουκλάκης

(Φοιτητής)

 

 

Σ.σ. Η ιστορία αυτή αναφέρεται στον Πιοντάτικο Θρύλο του Μαυρούτσου και είναι γνωστή σε όλα τα χωριά της Μέσα Μάνης.

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2023

Το μοιρολόι του Θαλάση Ληγοράκου ή Σπυριδάκου

Του Θαλάση Ληγοράκο ή Σπυριδάκο* (Από το βιβλίο του Κυριάκου  Δ. Κάσση «Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης Α’» σελίδες 297-303)

  Στα Τσικαλιά, Χωριό της Μ. Μάνης κοντά στ’ Άλικα, υπάρχει η οικογένεια των Γρηγοριάνων (Γρηγοράκος, που από πολλούς φαίνεται αδελφή οικογένεια με τους Γρηγοράκηδες των Αλίκων και του Γυθείου). Οι Γρηγοριάνοι των Τσικαλιών είναι γνωστό ότι προέρχονται από την συντροφία (= σύνολο οικογενειών που συνήθως είναι εξ αίματος συγγενείς) των Γιαννακομιχελιάνων. Ο Θαλάσης λεγότανε Σπυριδάκος (ιδιαίτερος κλάδος των Γρηγοριάνων). Το μικρό του όνομα το πήρε επειδή γεννήθηκε κοντά στη θάλασσα (στο Σαρολιμένι Αλίκων) γύρω στα 1816.

  Ο Θαλάσης ήταν πολύ αψύς και πολύ παλληκάρι. Έφηβος σχεδόν συμμετείχε στην επανάσταση κατά των Μπαβαρών (1834). Συνδέθηκε με κουμπαριά με τους Ζερβομπεάνους. (ο Ζερβόμπεης ήταν καπετάνιος στον Καρβελά – Σκαμνάκι κλπ. χωριά της Έξω Μάνης). Μαζί μ’ αυτόν και με τους Ακροταιναρίτες χτύπησαν τους Μπαβαρούς και στη συνέχεια τους Οθωνικούς. Ο Φέδερ επρόσφερε στο Θαλάση αξιώματα και βαθμούς (ταγματάρχη) για να τον προσεταιριστεί, αλλά εκείνος περιφρονητικά δεν δέχτηκε. Όταν νικήθηκαν από τους βασιλικούς (Μανιάτες και Μπαβαρούς), οι αντιβασιλικοί Μανιάτες (όπως και ο Σκυλακάκης) χτυπήθηκαν. Ανάμεσά τους ο Θαλάσης που στο εξής, (μετά το 1840) ήταν ληστοφυγόδικος στην περιοχή του Γυθείου (Βλ. και το τραγούδι του Καμουστιώτη). Σε επανειλημμένες συμπλοκές με την αρχή και τους τοποτηρητές Μανιάτες, ο Θαλάσης είχε δείξει μεγάλη παλληκαριά και παραμένοντας πάντοτε ασύλληπτος είχε γίνει δημοφιλέστατος στη Μ. Μάνη. Με προδοσιά όμως τον ανακάλυψαν στο Γύθειο και στη συμπλοκή τραυματίστηκε βαρειά. Κλέβοντας μια βάρκα πήγε στον Κότρωνα και ειδοποίησε στους συγγενείς του Γεωργόπουλους στις Πιόντες, που πράγματι έστειλαν και τον πήραν. Τον άφησαν στο Αρμυρό, γυρίζοντας όλο τον κάβο του Ματαπά και τον πήγαν σπίτι του. Αλλά φαίνεται ότι μαθεύτηκε και το σπίτι του σύντομα βρέθηκε περικυκλωμένο. Ξέφυγε και πήγε στα Χωραφάκια και από κει τον μετέφεραν μισοπεθαμένο στις Πιόντες, στους Γιωργοπουλιάνους. Ξεψύχησε μέσα στο Λιοπιγεριάνικο λιτριβείο στις Πιόντες και θάφτηκε εκεί στο νεκροταφείο του Σωτήρα. Επειδή όμως οι διώκτες του πήγαν και κατά την νεκροψία και στις Πιόντες (θέλαν να κόψουν το κεφάλι του, για να πάρουν την επικήρυξη) οι συγγενείς του  Γεωργοπουλιάνοι αναγκάστηκαν να ξεσηκωθούν στα όπλα, γιατί θεώρησαν μειωτικό γι’ αυτούς, να παρθεί από τα σπίτια τους μέσα το κεφάλι ενός συγγενούς τους. Οι στρατιώτες και οι ντόπιοι εχθροί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να φύγουν. Οι αναρχικοί είχαν μεγάλη δύναμη.

 

Είμαστε στην περίοδο 1868-1870.

Το μοιρολόϊ είπε η μάννα του Θαλάση :

 

Θαλάση ρήγα και πασά

και δεύτερέ μου βασιληά.

Θαλάση μπέη, μπουλουξή1

Που ήσου στη Μάνη νταβιτζής2.

Που έκλεινες περάσματα

Και έκοβες ξεβγάρματα3

Ώριζες δεν ωριζόσου

έκρινες δεν εκρινόσου.

Δε ζ’ άρεσκε στο γ Καρβελά4

μέσ’ στα Ζερβομπεάνικα5

εκεί στου γ κουμπαρούνε μας

πούχασι πάντοτες σουφρά

μ’ εφτά λογιούνε φαϊτά

και με βασιλικά κρασά

βράδυ πρωί με το γ καφέ.6

Μον’7 εσηκώθεις κι έφυγες

Κι εϊδιάηκες στο Γύθειο

Εκεί στο γ κάβο το μ Πλατύ

άνοιξ η μάχη κι ο καβγάς

κι εφοβήθηκαν τα χωϊριά

Έπαρες σφαίρες δύο – τρείς

έρριξες χάμου δεκατρείς

επέρασες προς το Νησί8

και έκοψες ένα σκιουνί.

Και μία βάρκα έπαρες

με θολωμένα τα μυαλά

έφτασες ως το γ Κότρωνα.9

Κι εντελεγράφησες κρυφά

στα δύο τα Γιωργόπουλα10

και βάρκα εναυλώσασι

κι ήρθασι και ζ’ επάρασι

Ζ’ εϊδιάησα απ’ αναγυρητά11

από το γ κάβο Ματαπά12

στο Αρμυρό* μεσάνυχτα

κι εκεί στα Συχαλάσματα13

Εχτύπησε η πόρτα μου

Κατέβηκα και εφώναξα:

-Αμποίος έναι που χτυπά

ετώρα τα μεσάνυχτα

-Άνοιξο, μάννα μου γλυκειά,

άνοιξο και μη με ρωτάς

κι έν’ ο Θαλάση ζου επά.

-Ο Θαλάση μου δεν έν’ επά

κείνος γυρίζει τα βουνά

και τρώει και πίνει και γλεντά

και για τη μάννα δε ρωτά.

Και πίζου14 εξαναμίλησε

εϊδιάηκα και άνοιξα.

-Καλώς τα μάϊτια τα γλαρά

αλλά τα λέπου σα θολά

Τα λέπου και δεν είν’ καλά.

-Ε μάννα, στρούσε μου παχειά.

Στρούσε φαρδειά, στρούσε πλαϊτειά

τα ρούχα μου τα αιματερά.

Στρούσε μου κα στη μ πλοκαϊριά15

και στο κατούϊ μας βαϊθειά

να μη με βρούσι τα σκυλιά.

Άειντε να πάεις για το γιατρό

και πρόσεξο με το κρυφό

Να μη ζε καταλάβουσι

και ρθούσι και με πάρουσι

Να ντόνε πάρεις χωριστά

να ντόνε φέρεις μυστικά

Σιγά να πάεις – σιγά να ρθείς

Να μη ζ’ ακούσουσι οι γι οχτροί

Τι όλοι το βάλασι βουλή

να πάρουσι τη γ κεφαλή

Κι α γκζεψυχήσου ως την αυγή

να με τοιμάξεις μοναχή.16

Κατέβηκα και τούστρουσα

μέσα βαϊθειά στη μ πλοκαριά

κι έδωσα μία κι έφυγα.

Όσο να πάου όσο να ρθού

γιομάτη η στράτα κι γιαυλή

στραϊτιώτες και πολιτικοί17

η εξουσία κι οι γιοχτροί

απόξου εφυλάασι

Έπχιασα τους ερώτησα

τι θέσι τι γυρεύουσι

κι εκείνοι με ρωτήσασι:

-Που έναι ο Θαλάση ζου;

-Ο Θαλάση μου δεν έναι επά

είναι ίχια πάνου τα βουνά.

-Δω μέσα ακούμε γογγητά

αμποίος έναι που γογγά;

Και ‘γω τουν αποκρίθηκα:

-Ετούτος έναι χριϊστιανός

και του σπιϊτιού περαστικός,

έναι ζητιάνος με ραβδί

κι έχει ενός βοϊδιού ζωή.

Σκορπίσασι κι εφύγασι

και άκουσα πο ΄λεάσι

-Τώρα δεν έχει γλυτωμό

τι έπεσε στο γογγητό.

Υπομονέψτε ως το πρωί

και παίρνομε τη γ κεφαλή.

Και ο Θαλάσης έφυγε

στα Χωραφάκια18 εϊδιάηκε

εκεί ήτανε του Μαλαντρή19

μα ήθε το μάθασι κι εκεί

Στου Πχιόντες20 εκατέβηκε

Στου Πιγιεράκο21 την αβλή

κι εβγήκε η ψυχούλα του

και ανεπάφτη το κορμί.

Όντας που έφτασα εκεί

γιομάτη η μάντρα κι οι λιακοί

στραϊτιώτες και πολιτικοί

και το παρτσαδοκόβασι22

Κι έσκουξα δυνατή φωνή:

-Βρε Τσατσαρούνο, βρε σκυλί,

θα ζε αφήκου στη ντροπής

Μέσα τα σαβανώσασι

κι απόξου εκάνασι βουλή

να κόψουν το κεφάλι του

και να ν το πάν του βασιλιά

Και τους επαρακάλεσα

-Άστε μου το κεφάλι του

για να ντο θάψου στην αυλή

τι τόχου μοναχό παιδί

Έσκουξ’ ο Κυϊριακούλακας23

με τη χοντρή του τη φωνή

Έσκουξ’ ο Πετρομιχελής

με την ωραία του στολή

και το χοντρό του τόνομα.

-Που είστε τα Μιχελόγγονα24

Τρέξτε να βοθήσετε

γιουρούσι για να κάμομε

να μη μας τόνε πάρουσι

Όλοι να ξακληρίσωμε

μή μείνει φηλυκό γατί25

μήτε του Γιώργαρου η μουγγή26

τη γ κεφαλή του α μ πάρουσι.

Όλοι τους εγιουρδίξασι27

και μου τ’ αφήκασι εκεί.28

Κι εγώ η μαυρομάννα του

άλλαξα το Θαλάση μου

τον έντυσα πασκαλινά

 με τη γκαλή του φορεσά

τη φουστανέλα τη μ πλαϊτειά

και τ’ ασημένια τ’ άρματα.

Στον Άη – Σωτήρα29 τόθαψα

Να λέπει στα προσηλιακά

Μέσ’ το Σωτήρα στο καμπί

στη μάντρα τη χωρικωτή30

Κι έγραψε γράμμα και γραφή

και τήνε στέρνου στο Βοϊδή31

για να μου στείλει μπαρσαμά

να μπαρσαμώσου το λοντά

να μπαίνει αέρας και δροσά.32

 

Σημειώσεις

*Βλ. και μοιρολόγια Μπουρικιάνικα και Φελουριάνικα.

Οι Γρηγοριάνοι (και πιο μανιάτικα: Χρασοληγοριάνοι, επειδή κάποιος πρόγονος τους ήταν πολύ παχύς (= χράχιος, είναι το θρασίμι και μεταφορικά ο παχύς)και τον έλεγαν Γρηγόρη (Χράσο - Ληγόρης) είναι συνήθως γεροδεμένοι και παχείς. Στους Γιαννακομιχελιάνους ανήκαν οι οικογένειες Γεωργόπουλος (Πιόντες), Μπερδέσης, Νικολαράκος, Δεκουλάκος, Γιαννακόδημας, Βοϊδονικόλας, Γιαννόγκονας, Μπαξεβάνης (όλοι απ’ τη Λάγια) και Γιαννακόπουλος ή Γιαννακάκος (Δημαρίστικα), και Καλλιδώνης, Τσούμπελης (Βάθεια). Επίσης ο Κουζίγιαννης της Λάγιας ανήκε στην ίδια συμμαχία, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν είχε πατρική συγγένεια.

 

1. προτού δημιουργηθεί ο ταχτικός στρατός ο μπουλουξής (αρχηγός μπουλουκιού) ήταν κάτι ανάλογο με τον σημερινό αξιωματικό (κατώτερο). 2. Παλληκαράς. 3. Περάσματα. 4. Χωριό βορινά του δρόμου Γύθειο Αρεόπολη. 5. Οι Ζερβομπεάνοι ήταν απ’ τους αρχηγούς των Μανιατών στην εξέγερση εναντίο στους Μπαβαρούς. 5α. αλλού αναφέρεται «Κουμπαριάνικα» αντί «κουμπαρούνε μας». Οι Κουμπαριάνοι ήτα στα χωριά της Πανίτσας. 6. Ο καφές ήταν πολυτελές ποτό κείνη την εποχή. Μετά το στίχο υπάρχει παραλ. που λέει. (Λίας Ποντικάκος):

Ακούστε φίλοι λικρινείς

και του Θαλάση συγγενείς

τέλογου ήρθε ή κανονιά

στο Σπυριϊδιάνικο λοντά.

και συνεχίζει μετά το στίχο. 16. «Λοντάς» είναι ό οντάς, ο οίκος. 7. αλλά. 8. εννοεί το Κρανάη. 9. Μεγάλο χωριό της προσηλιακής Μάνης η αρχ. Τευθρώνη. 10. Γεωργόπουλος οικογ. στις Πιόντες που ανήκουν στη συμμαχία των Γιαννακομιχελιάνων όπως και του Θαλάση η οικ. 11. Σε πήγαν από γύρο – γύρο δηλ, γύρισαν όλο τον κάβο του Ματαπά (Ταίναρο). 12. Ταίναρο. * Αρμυρό κοντά στα Άλικα και Κυπάρισσο, ευθεία κάτω προς τη θάλασσα απ’ τα Τσικαλιά. 13. Μικρό χωριό των Τσικαλιών. 14. ξανά. 15. αχυρώνας. 16. να τον θάψει μόνη της, να μην του κόψουν το κεφάλι για να πάρουν την επικήρυξη. 17. δηλ. μη στρατιωτικοί. 18. Τα πρώτα (νότια) σπίτια της Λάγιας. 19. καλύβι με χτήμα και γύρισμα. 20. χωριό Ν.Α. της Λάγιας. 21. Πιεράκος. Συγκεκριμένα το Θαλάση τον έκρυψαν στου Λιοπιεράκο το λιτριβείο. 22. Τον έκοβαν κομμάτια (μάλλον νεκροψία εννοεί). Μόλις τελείωνε η νεκροψία θα του έκοβαν οι διώκτες του το κεφάλι. Γι αυτό καρτερούσαν. 23. Γέροντας των Γεωργοπουλιάνων. 24. άλλος Μιχελιάνος (Τουρκονικόλας). 25. Θηλυκή γάτα. 26. Κάποια μουγγή κόρη Του Γιώργαρου Γεωργόπουλου, που εδώ αναφέρεται σαν η πιο σκάρτη στην οικογένεια. 27. έκαμαν επίθεση, ενδιαφέρθηκαν ενν. τους Γιωργοπουλιάνους. 28. Εννοεί τους διώκτες του. 29. Εκκλησία και νεκροταφείο στις Πιόντες. Ο Θαλάσης είναι εκεί θαμένος. 30. Καλοσοβαντισμένη. 31. Μαυρομιχάλη. 32. «Το Θαλάσση τον εφέρανε από τα Συχαλάσματα στα Χωραφάκια και μετά στου Πχιόντες» διηγείται ο Γιάννης Γιαννακάκος (Μαρκομιχάλης) – Πιόντες.

Πηγές: Την καλύτερη παραλλαγή που δημοσιεύουμε την οφείλουμε στην Κανέλλα Γεωργοπούλου (Κάσση) από τις Πιόντες. Παρόμοιες είναι οι παρ. των : Γρηγ. Γουνελά (Λάγια), Κ. Μπόφου (Κορογονιάνικα) και Η. Ποντικάκος (Γερολιμένας).

Δημοσίευση: Πετρούνιας, Καλλιδώνης (και οι δύο λειψές).

 

Και μια παραλλαγή από την Στ. Νικολαράκου (Πολυμενάκου) Λάγια:

Θαλάση ρήγα και πασά

κι ολάκερε μου βασιληά

στο Γύθειο εϊδιάηκες

με το στρατό εμάλωσες

εμάλωσες με τους οχτρούς

Βάρησες κι εβαρήθηκες

Θαλάση εσκότωσες εννιά

κι ετραυματίστης σοβαρά

Έδωσες μία κι έφυγες

κι εϊδιάηκες στα Τσικαλιά

κι εκεί στα Σιχαλάσματα.

-Ε μάννα στρούσε μου παχειά

γιατί έχου τράματα βαϊρειά

Κι άειντε να πάεις προσηλιακά

στι Πχιώντες στη γ Κοκκινογής1

‘δειοποίησο τους συγγενείς

να ρθούσι να με πάρουσι

να μη με πάρει ο στρατός

γιατί το θεωρού ντροπής

τι έχου αποκηρυχτεί

Εγώ στη Λάγια επέρασα

στι Πχιώντες και εφώναξα

Έφτασε ο Πετρομιχελής2

με τη μεγάλη του φωνή

και το Θαλάση επάρασι

στη μάντρα του Μοναστηϊριού

εκεί τόνε φυλάασι

Εκεί εϊδιάη κι ο στρατός

και του Τσιλιβαράκη3 ο γιός

τους επαρακαλέθηκα:

-Μόνο να ντον αφήσετε

μία μαϊτιά να ντόνε ιδιού

Τα μάϊτια του του κλείσασι

και του τα δέσασι σφιχτά

Καβάλα τον επάρασι

το μπάσασι στην εγκλησιά

απόκρυφα και μυστικά

και τούρριξα μία μαϊτιά

Κι ύστερα τον επάρασι

καβάλλα και στη μ πλάτη τους

για να μη βρούσι το ντορό4

Στον Λέκα (ή Λέκκα, βλ. και «Σόγια της Μάνης» σ. 70) και στο Θαλάση αναφέρεται και το εξής τραγούδι της εποχής του Όθωνα που ακόμα τραγουδιέται στην περιοχή του Ξεροκαμπιού Σπάρτης: Κάνει λόγο για τις ληστρικές επιδρομές των δύο Μανιατών στα εύφορα μέρη της Λακεδαίμονας και Επιδαύρου Λιμηράς*:

Θαλάση κερατά,

πάντεχες τ’ έναι η Σκάλα

κι η βλαχοΣτεφανιά;

με το χρυσό σπαθί

που κάνει τους Μανιάτες

και χέζουνε μαλλί.

Πηγή: Γιώργος Μιχαλακάκος, Κότρωνας.

1. Το χωριό Πιόντες ή Πιώντες έχει κοκκινόχωμα στο έδαφος του. 2. Τουρκονικολιάνος (συγγενής του Σπυριδάκο Θαλάση). 3. Μανιάτης που ήταν μαζί στο στρατό. 4. Ίχνος.

* Ο Α. Κουτσιλιέρης στο «Μανιάτικα Μελετήματα» σ. 174, μιλάει για το ίδιο θέμα. Το τραγουδάκι το δημοσιεύει με τελευταίο στίχο: «να τρέχουν σαν λαγοί».

 

Στο Γύθειο όπου ο Θαλάσης πρωτοτραυματίστηκε φαίνεται να πήγε και στο σπίτι της αδελφής του. Μετά πήγε στο πατρικό του. Το μοιρολόϊ που πήγε και τούπε η αδερφή του, όταν έμαθε ότι πέθανε, είναι αυτό (μας το διηγείται η Παπαδογγονίτσα – Χουγιούρενα (Κωλόπυργος - Κούνος).

Τη νύχτα τα μεσάνυχτα

Η πόρτα μου εκουρτάλησε

απάνου εξεσηκώθηκα

κι εϊδιάηκα και άνοιξα

κι ήτανε ο Θαλάση μου

και ο αγεροπάτη μου.

-Καλώς ήρθες, Θαλάση μου,

καλώς το καβουτσάκι μου

Για πες μου τρέχει τίποτα;

Και μ’ είπε και με μίλησε:

-Άειντε να πάεις, Παρασκή,

να στρούσεις το κρεββάτι μου

να πέσου να ξεκουραστού

τι έρχομαι από μακρά

έρχομ’ από το γ Καρβελά

Εϊδιάηκα και τούστρουσα

στ’ άσπρα και στα φουφουδερά

και κει η πόρτα μας χτυπά

κατά τα ξημερούματα.

εϊδιάηκα και άνοιξα

κι ήταν οι χωροφύλακες

Τουν είπα τουν εμίλησα:

-Τι θέτε, τι γυρεύετε

τούτη την ώρα πούρθατε

όπου δεν επιτρέπεται;

-Αγροίκησο, ε Παρασκή,

εμείς τόνε σκοτώσαμε

καϋμένη το Θαλάση ζου

και τον αγεροπάτη ζου

Τουν αποκρίθηκα και γω:

-Και αν τον εβαρήσατε

τίποτα δεν του κάματε

εμένα του Θαλάση μου

και του αγεροπάτη μου.

Σαν τ’ άκουσ’ ο Θαλάση μου

με φώναξε με μίλησε:

-Για βάλε πλάτη δύναμη

στα πόϊδια μου να σηκωθού

να πάρου το ντουφέκι μου

και το μακρύ μου το σπαθί

να βγού στη μ πόρτα της αυλής

ο νωματάρχης να με ιδιεί

ο νωματάρχης το σκυλί

για να σκιαχτεί να φοβηθεί

να φύγει ν’ απομακρυθεί.

-Ζε τόλεα Θαλάση μου

να μη μ πάεις στο γ Καρβελά

και στα βλαχοΜυστριώτικα

να γδύνεις τη φτωχολογιά.



Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2022

Πέτρος Γεωργαρίου! της πέτρας, του μαρμάρου, του χαλκού…


Το χάρισμα του “λαξεύειν”

Γεννήθηκε το 1957 στη Λάγεια της Προσηλιακής Μάνης. Ένα παιδί σε ένα κακοτράχαλο μέρος, που για παιχνίδια του είχε τις πέτρες! Στα περιβόλια της πέτρας, του ασπαλαθρού και της αγριλιάς, πηδοβόλαγε από πέτρα σε πέτρα αφουγκραζόμενος τον ήχο της! Ήθελε να ακούσει, και να ανατριχιάσει με την μουσική τους. Αντί για μολύβια και τετράδια, ένα παλιόσφυρο και ένα καλέμι. Πάλευε στο ξερόβουνο να βρει την κατάλληλη για να ακούσει ντο ρε μι.

Είχε βάλει στόχο από μικρό παιδί, να μάθει να πελεκάει την πέτρα, το μάρμαρο, να δημιουργεί με το χαλκό και το κερί! Έτσι τον βρίσκουμε από το 1976 μέχρι και το 1979 να σπουδάζει στην σχολή καλών τεχνών της Τήνου! Με δάσκαλο τον Γιάννη Μανιατάκο. Μαθαίνει να λαξεύει το μάρμαρο και να δημιουργεί με την χαλκοχυτική. Αποφοίτησε με υποτροφία. Εισάγεται το 1979 στην σχολή καλών τεχνών της Αθήνας. Διδάσκουν εκεί οι κορυφαίοι δάσκαλοι Θύμιος Πανουργιάς, Δημήτρης Μυταράς, και Θεόδωρος Παπαγιάννης. Τελειώνει το 1984 και ασχολείται στο χώρο της τηλεόρασης και του κινηματογράφου, φτιάχνοντας ειδικά καλλιτεχνικά ντεκόρ και σπέσιαλ εφέ.



Δεν μιλάμε για άλλον παρά για τον Πέτρο Γεωργαρίου! Τον Μανιάτη γλύπτη που κρατά ψηλά το λάβαρο της Μάνης με την ηθική του,  την τέχνη του και την αξία του, κάνοντάς μας όλους περήφανους! Διακρίνεται για τα σπουδαία έργα που έχει φιλοτεχνήσει.


Σπουδαία έργα του

Μεγάλα έργα του βρίσκονται: ανδριάντας Έφεδρου Αξιωματικού στο Ρέθυμνο, Παναγιώτη Βλαχάκου στην πλατεία Τερψιθέας Πειραιά, Καπετάν Λίτσα στη Μυρσίνη Λακωνίας. Βασιλιά Λεωνίδα στη Μελβούρνη Αυστραλίας, φιλόσοφου Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου στη Σκάλα Λακωνίας, Σπύρο Μουστακλή στο Μεσολόγγι, Πλαστήρα στη Λάρισα και πολλοί άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι. Έχει φιλοτεχνήσει πολλά γλυπτά για ειδικές τελετές παρουσιάσεων όπως: βραβεία Όσκαρ, βραβεία Ερμής, βραβεία πρόσωπα της χρονιάς, βραβεία Ποπ κορν, γλυπτό για τους Rolling Stones στο Ολυμπιακό στάδιο. Έχει συμμετοχή σε πάνω 400 διαφημιστικές ταινίες, ταινίες μεγάλου μήκους και θεατρικά έργα.

Συνεργασίες κορυφής

Μερικές από τις συνεργασίες είναι με: Θεόδωρο Αγγελόπουλο, Παντελή Βούλγαρη, Μανθούλη, Κώστας Κουτσομίτης, Δημήτρης Πιατάς, Καβουκίδης, Πανουσόπουλος, Περάκης, Βέγγος, Τάσος Πουλμέτης, Άρης Παφαλούκας. Κάποιες από τις μεγάλες ταινίες είναι: Πολίτικη κουζίνα, Νύμφες, Ματωμένα χώματα, Άπνοια, Η ζωή μου στα ερείπια με τη Βαρντάλος, Μέρες και Νύχτες μεγάλη γαλλική παραγωγή, παρουσίαση της ταινίας Άρχοντας των δαχτυλιδιών, Eurovision στην Ελλάδα, παρουσίαση της ταινίας happy feet, φιλοτέχνιση των ηρώων για την ταινία Narnia, χώματα και ιστορία με τον Μαμαλάκη κλπ. Συνεργάζεται με το Alou Fun Park, The Mall, Village, Goody’s, Coca-Cola, Nestle, Hasbro Hellas, Matel, Sony Ericsson, Vodafone, Tim, και με πάρα πολλές διαφημιστικές εταιρίες και εταιρίες event για την φιλοτέχνιση ειδικών καλλιτεχνικών κατασκευών όπως περίπτερα σε μεγάλες εκθέσεις που διοργανώνονται στον ΟΛΠ, στο Ζάππειο, στο Μετροπόλιταν, στη Helexpo, ΣΕΦ, και σε διάφορους άλλους χώρους. Συμμετοχή σε παρουσιάσεις γιορτινών εκδηλώσεων διαφόρων δήμων όπως: Αθήνα, Πειραιά, Μαρούσι, Περιστέρι. Περίπτερα νομαρχιών και δήμων για την παρουσίαση της πολιτιστικής τους κληρονομιάς.

Στο εργαστήρι του στη Λάγεια



Επισκεφθήκαμε το εργαστήρι του στη Λάγεια! Βρήκαμε εκεί τον Μάρκο τον Βαμβακάρη με το μπουζούκι του. Βέβαια δεν λείπουν και οι μουσικές βραδιές με την τζαζ μουσική που διοργανώνει με τα νέα παιδιά! 
Τελευταία τον βλέπουμε στη Ασή Γωνιά στην Κρήτη μαζί με τον Μητροπολίτη Μάνης  ενώ έχει φιλοτεχνήσει άγαλμα της Νίκης!


Επισκεφθείτε τον
στο facebook

Μας έδειξε πολλά από την δουλειά του που είναι δύσκολο να τα αποτυπώσουμε όλα εδώ.
Αυτό που εμείς προτείνουμε είναι να του κάνετε μια επίσκεψη στο προσωπικό του προφίλ στο facebook:

(https://www.facebook.com/profile.php?id=100010476156717&sk=photos,
όπως επίσης και στην σελίδα του:
https://www.facebook.com/%CE%A0%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%93%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85-1543605675913532/
και σίγουρα θα αποζημιωθείτε με ότι θα δείτε!