Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΜΑΝΙΑΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟ'Ι' ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ / ΜΕΣΑ ΜΑΝΗΣ.

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα

σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται .

Σήμερα βάλασι βουλή οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρεις καταραμένοι,

για να σταυρώσουν το Χριστό το Παντοβασιλέα

και πάσι στον παράνομο που φκιάνει τα καρφιά .

Εσύ που μας τα έφτιαξες εσύ αρμούνεψώ μας .

Δύο στα πόιδα βάλτε του κ' άλλα δυο στα χείρα

και τ' άλλο το φαρμακερό βάλτε το στην γκαρδιά του

να στάζει αίμα και νερό από τα σωθικά του .

Η Παναγιά σα τ' άκουσε έπεσε και λιγώθει,

ζητά μαχαίρι να σφαεί γκρεμό να πάει να πέσει .

Εκεί εμαζευτήκασι η Μάρθα και η Μαγδαληνή

και του Λαζάρου η μάνα και του Ιακώβου η αδερφή

κι οι τέσσερες αντάμα .

Σταμνί νερό της ρίξασι και τρία κανάτια μόσκο

και τρία μυροδόσταμα να 'ρθει ο λοϊσμό της .

Και σα της ήρθε ο λοϊσμός κ' σα της ήρθε ο νους της

φωνή απήρθε απ' ουρανού κι απ' Αρχαγγέλου στόμα:

Λάβε κυρά μου υπομονή, λάβε κυρά μου γνώση .

Το γιόκα ζου το πήρασι και στο χαλκιά το πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τυραννάνε .

Και πως να λάβου υπομονή και πως να λάβου γνώση

που ένα γιο μονογενή κι αυτόνε τόνε πήραν .

Πήρασι το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί της έβγαλε μες του χαλκιά τη (μ)πόρτα .

Βρέσκουν τη (μ)πόρτα σφαλιχτή και τα κλειδιά παρμένα

και τα πορτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα .

Η Παναγιά η Δέσποινα κάνει την προσευχή της,

κι η (μ) πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της .

Τηράει ζερβά, τηράει δεξά, κανένα δε γνωρίζει

τηράει και δεξιότερα λέπει τον Αη-Γιάννη .

Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Βαφτιστή του γιου μου,

πε μου που είναι ο γιόκας μου κ' που 'ναι το παιδί μου .

Δεν έχου γλώσσα να ζε που, χείλη να ζε μιλήσου .

Δεν έχου χεροπάλαμα για να ζε τόνε δείξου .

Το λέπεις 'κείνο το παιδί το παραπονεμένο

όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;

Εκείνος έν' ο γιόκα ζου κ' εμέ ο Βαφτιστής μου .

Η Παναγιά η Δέσποινα, εζύγωσε κοντά του

λέπει που τρέχει το νερό από τα σωθικά του .

Δε με μιλάς παιδάκι μου, δε μ' αγροικάς παιδί μου;

Τι να ζε που μανούλα μου που διάφορα δεν έχου

μόνε το Μέγα Σάββατο κοντά στο μεσονύχτι,

ότε λαλήσει ο πετεινός θα κρόουσι καμπάνες .

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης σημαίνουσι τ' ουράνια

σημαίνει κι η Αγιά Σοφία το μέγα μοναστήρι .

Τότε μανούλα μου κι εσύ λάβε χαρές μεγάλες .

Πηγή: naoistimani

Ναοί στη Μάνη

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΑ ΜΠΑΡΔΟΥΝΟΧΩΡΙΑ.

Τη Μεγάλη Παρασκευή στα Κόκκινα Λουριά τελείται ένα  σπάνιο  έθιμο. Οι νέοι του χωριού σε κάθε σπίτι απαγγέλουν-αφηγουνται  το θείο δράμα. Το μοιρολόι λέγεται "Σταυρός" κ οι Κοκκινολουριωτες ακολουθούν νοερά τα βήματα του Χριστού στο Γολγοθά, συμπάσχουν κ μεταφέρουν το έθιμο από γενιά σε γενιά.

«Αδέλφια Χριστιανοί σημέρον να γροικήστε

τα πάθη του Κυρίου μας όλοι να λυπηθείτε. 

Ακούτε δια τον Χριστόν αυτόν τον σταυρωμένο, 

στο ξύλο όπου κρέμεται στο καταματωμένο. 

Το νου δεν έχω σήμερον τα χείλη να μιλήσω

τα πάθη του κυρίου μας να σας ομολογήσω. 

Σημερ’ σκοτίστη ο ουρανός

κι ο ήλιος εχάθη. 

Κι η γη από τον φόβο της και εκείνη εταράχθη. 

Εβραίοι εβουλήθηκαν δια να τον σταυρώσουν

ανθρώπους και δεν έβρισκαν, να τους τον παραδώσουν. 

Μον' τον Ιούδα βρήκανε του τάξαν τριάντα γρόσια. 

Κι αυτός τονε παρέδωκε στας χείρας των εχθρών Του. 

Πώς τό κανε ο τρισάθλιος, που ήταν διδάσκαλός του. 

Κι ο Χριστός τον είχενε σ' πολύ μεγάλη αξία

κι αυτός τον επαρέδωσε σ’ αυτήν την προδοσία. 

Κι οι εβραίοι τον στείλανε, 

εις τους αρχιερείς τους, 

να μαρτυρήσουν ψέματα να χάσει τη ζωή του.

Κι οι αρχιερείς τον έστειλαν, 

στον Πόντιο Πιλάτο, 

να κάνει την εξέταση

αν είναι του θανάτου. 

Επιάσαν και τον ξέταζαν τον Ιησού Χριστό μας, 

για πες μας την αλήθεια αν είσαι ο Θεός μας. 

Αν είσαι ο Ιησούς Χριστός

πες μας για να πιστέψω

την εξουσία μ' έδωσαν για να σε σταυρώσω. 

Τότε ο Χριστός εμίλησε δεν έχεις εξουσία

να μη μου κάνεις τίποτε, καμιάν υπηρεσία. 

Τότε ο Πιλάτος φώναξε των φοβερών Εβραίων 

να παρατάτε τον Ιησού αυτόν τον Ναζωραίο. 

Γιατί εγώ τον ξέτασα  αιτία δεν του βρίσκω

να τον σταυρώσουμε άδικα,

το αίμα του να χύσω…

Μα οι Εβραίοι εφώναζαν δια να  τον σταυρώσουν,

αν είσαι φίλος Καίσαρος αυτός να μην γλυτώσει. 

Ας χύσουμε το αίμα του σήμερον στα μπροστά μας

κι ας έχουμε το κρίμα του,

εμείς και τα παιδιά μας. 

Κι έτσι τον εσταύρωσαν οι άνομοι Εβραίοι

οι άνομοι και τα σκυλιά και οι καταραμένοι. 

Του Φαραώ του είπανε τρία καρφιά να φτιάξει

και εκείνος ο παράνομος βαρεί & φτιάχνει πέντε. 

Συ Φαραέ που ταφτιαξες, εσύ να τα διατάξεις. 

Τα δυο βάντα στας χείρας του

και τα άλλα δυο στους πόδες, 

το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του

να τρέξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.

Η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και λιγώθει

τρέχει το γρηγορότερο να πάει για τον υιό της.

Να τον προλάβει ζωντανό, 

να τον παρηγορήσει

και με την μπόλια που φορεί, 

το αίμα να σκουπίσει.

Η Παναγιά εφώναξε,

των αποστόλων λέει

Όσοι αποστόλοι είσαστε, όλοι μαζί να ρθείτε,

μα εκείνοι εφοβήθηκαν να παν όλοι μαζί της, 

να μην τους εσταυρώσουνε, 

ωσάν και το παιδί της. 

Ένας την ακολούθησε από τους Αποστόλους

ο Ιωάννης μοναχά,

αυτός ο θεολόγος. 

Επήγαν και τον βρήκανε κι ήτανε σταυρωμένος

κι όλος από τας πληγάς ήτανε ματωμένος.

Εκάτσανε στα δεξιά 

και στα αριστερά του

και κλαίγανε για το καρφί

που χενε στην καρδιά του.

Η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον ερωτούσε.

Υιέ μου, πού' ν' τα κάλλη σου

και πού ν' η εμορφιά σου

και πού' ν' οι αποστόλοι σου,

που βάσταγες κοντά σου. 

Ολοι κι αν  σε αφήσανε,

ο Πέτρος τι εγίνει;

Δεν τό' λεγα δεν τό'λπιζα ο Πέτρος για να φύγει. 

Αν πού 'ναι ο Πέτρος

π' έλεγε ότι σε αγαπάει

νά 'ναι κι εκείνος επαδά να κλαίει να θρηναάει. 

Δεν μου μιλάς παιδάκι μου, 

προτού να ρθει το βράδυ

γιατί σύ φεύγεις από δω και πάεις εις στον Άδη. 

Δεν μου μιλάς παιδάκι μου

προτού να ξεψυχήσεις. 

Και μένα την μανούλα σου

που θέλεις να μ’αφήσεις.

Τότε ο Χριστός εμίλησε πάνω από τον Σταυρό Του

και λέγει στην μανούλα Του

που ήτανε στο πλευρό του. 

Σύρε μανούλα στο καλό και διάφορο μην έχεις

Μον' το Μεγάλο Σάββατο τότε να με παντέχεις…..

Όταν σημαίνουν οι εκκλησιές

και ψάλλουν οι παπάδες,

τότε κι εσύ μανούλα μου νάχεις χαρές μεγάλες…

Μπαρδουνοχώρια

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Τὸ Τριώδιο στὴ Μάνη.

Ἀνοίγει τὸ Τριώδιο, ὅπως λέμε, καὶ στὴ Μάνη δὲν ἀνοίγει μὲ φωνὲς καὶ γέλια, ἀνοίγει χαμηλόφωνα, σὰν παλιὸ θυρόφυλλο ποὺ τρίζει στὸν βοριά. Εἶναι ὁ καιρὸς ποὺ ὁ κόσμος στέκεται ἀνάμεσα, οὔτε χειμώνας, οὔτε ἄνοιξη, οὔτε ζωή μονάχα, οὔτε θάνατος. Ἕνας καιρὸς ποὺ τὰ σύνορα λεπταίνουν.
Στὴ Μάνη δὲν ἦταν ποτέ καιρὸς γιὰ μασκαρέματα. Οὔτε προσωπεῖα, οὔτε φανταχτερὰ ρούχα. Ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ δὲν κρύβεται, κουβαλᾷ τὸ πρόσωπό του ὅπως κουβαλᾷ τὸ ὄνομά του καὶ τοὺς νεκρούς του. Λέγαν οἱ παλιοὶ πὼς τὸ Τριώδιο ἀνοίγει, μὰ τὸ στόμα πρέπει νὰ κλείνει, νὰ μὴν ξεστομίζεις λόγια ἀσκόπως, νὰ μὴν προκαλεῖς τὰ ἀόρατα.
Γιατὶ αὐτὲς τὶς μέρες, ἔλεγαν, οἱ ψυχὲς ἀνεβαίνουν. Βγαίνουν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς γῆς, ἀπὸ τὰ ξεροχώραφα καὶ τὰ μνήματα, καὶ περπατοῦν ἀνάμεσα στὰ σπίτια. Γι’ αὐτὸ τὰ Ψυχοσάββατα εἶναι ἱερά. Βράζουν κόλλυβα μὲ σιτάρι καὶ ῥόδι, μὲ ὅ,τι δίνει ἡ γῆ, καὶ τὰ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησιὰ ἢ στὸ κοιμητήρι. Διαβάζουν τὰ ὀνόματα ἕνα-ἕνα, μὴν ξεχαστεῖ κανείς. Γιατὶ ὁ ξεχασμένος νεκρὸς γυρίζει βαριὰ στὸν κόσμο.
Κι ὅταν πέσει ἡ νύχτα, δὲν κάνει θόρυβο τὸ σπίτι. Δὲν γελᾶς δυνατά, δὲν τραγουδᾶς ἄσκοπα. Ἄκου. Μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ ἀέρας στὰ λιόδεντρα· μπορεῖ καὶ τὰ βήματα ἐκείνων ποὺ ἦρθαν νὰ δοῦν ἂν τοὺς θυμᾶσαι.
Τότε εἶναι ποὺ ἀκούγονται τὰ μοιρολόγια. Ὄχι μονάχα στὴν κηδεία, τὰ μοιρολόγια στὴ Μάνη εἶναι λόγος ζωντανός, παλιὸς ὅσο καὶ ἡ πέτρα. Δὲν γράφονται, δὲν μαθαίνονται, γεννιοῦνται τὴν ὥρα ποὺ τὰ χρειάζεται ἡ ψυχή. Περνοῦν ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, ἀπὸ μάνα σὲ κόρη, καὶ κρατοῦν μέσα τους τὴ μνήμη τοῦ γένους.
Οἱ γυναῖκες τὰ λένε χαμηλά, σχεδὸν ψιθυριστά, μὲ φωνὴ ποὺ τρέμει καὶ ἀνεβοκατεβαίνει σὰν κύμα. Δὲν μοιρολογοῦν μονάχα τὸν θάνατο, μοιρολογοῦν τὴ ζωή ποὺ κόπηκε, τὴν ἀδικία, τὸν πόλεμο, τὴν ξενιτειά. Κάθε στίχος εἶναι καὶ μία πληγή, κάθε λέξη καὶ μία ὁμολογία.
Στὶς μέρες τοῦ Τριωδίου, τὰ μοιρολόγια ἀλλάζουν βάρος. Δὲν ἀπευθύνονται σ’ ἕναν μονάχα νεκρό, ἀλλὰ σὲ ὅλους. Εἶναι σὰν κάλεσμα, ἕνα χαμηλὸ τραπέζι στὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ, ὅπου μπορεῖ νὰ καθίσουν γιὰ λίγο οἱ ἀπόντες. Μὲ τὸ μοιρολόγι, τοὺς θυμᾶσαι ἕναν-ἕναν, τοὺς δίνεις φωνὴ γιὰ νὰ μὴν χαθοῦν στὴ σιωπή.
Γι’ αὐτὸ καὶ λέγαν οἱ παλιοὶ πὼς ὅποιος ξέρει νὰ μοιρολογᾷ, κρατᾷ δεσμοὺς μὲ τὸν κάτω κόσμο. Τὸ μοιρολόγι εἶναι γέφυρα, ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς πρὸς τοὺς νεκρούς καὶ πίσω. Εἶναι σὰν νὰ καλᾶς τὸν νεκρὸ νὰ καθίσει γιὰ λίγο στὸ κατώφλι.
Οὔτε στὸ φαΐ ὑπῆρχε ὑπερβολή. Ἡ Ἀποκριὰ περνοῦσε λιτή. Λίγο τυρί, λίγες πίτες τὴν Τυρινή, καὶ ὕστερα σιγὰ-σιγὰ ἡ ἀποχή. Τὸ σῶμα ἔπρεπε νὰ καθαρίσει, γιὰ νὰ ἀντέξει τὸ βάρος τοῦ καιροῦ.
Κάτω ἀπὸ τὸν σταυρὸ ὅμως, παλιοὶ λέγαν πὼς ζοῦν πράγματα ἀρχαιότερα. Πρὶν τὴν ἐκκλησιά, πρὶν τὸ ψαλτήρι. Ἡ γῆ ποὺ ἀνοίγει, ὁ σπόρος ποὺ πεθαίνει γιὰ νὰ ξαναγεννηθεῖ, οἱ ψυχὲς ποὺ ζητοῦν μνήμη. Τὸ Τριώδιο στὴ Μάνη εἶναι ἕνα πέρασμα. Ἄμα τὸ διαβῇς ἀπρόσεκτα, σὲ τραβᾷ πίσω.
Γι’ αὐτὸ οἱ παλιοὶ στέκονταν μὲ σεβασμό. Γιατὶ ἤξεραν, αὐτὲς τὶς μέρες δὲν ἀποκριόμαστε, θυμόμαστε.
Σκιὲς καὶ Θρύλοι τοῦ Μοριᾶ

Δευτέρα 21 Απριλίου 2025

Η Δευτέρα της Λαμπρής στη Μάνη.

 Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ ΣΤΗ ΜΑΝΗ

«Η ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ»!


Από την αδιατίμητη κληρονομιά του Τόπου μας...

Τα ήθη και έθιμα της Λαμπρής στη Μάνη, τόσο κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Eβδομάδας όπως επίσης και την ημέρα του Πάσχα, δεν εμφανίζουν ιδιαίτερες διαφορές συγκριτικά με την υπόλοιπη Ελλάδα.

Η θρησκευτικότητα με τη νηστεία και την κατάνυξη των αγίων αυτών ημερών συνδέεται αρμονικά με τις παραδόσεις και τα έθιμα του τόπου μας. Η ιδιαίτερη πατρίδα μας, στην καλύτερή της εποχή, την Άνοιξη, με τα χρώματα, τα αρώματά της, τα αγριολούλουδα, τις φασκομηλιές, τους ανθισμένους ασπαλαθρούς, μαγεύει ντόπιους και ξένους επισκέπτες. Σε αυτό το ανοιξιάτικο τοπίο και σκηνικό την Μ. Εβδομάδα οι νοικοκυρές προγραμματίζουν τις δουλειές τους, για να τις προλάβουν όλες. Από την Μεγάλη Πέμπτη ξεκινούν να ζυμώνουν λαμπριάτικες κουλούρες με κόκκινα αυγά στολισμένες ανάλογα με την καλαισθησία της νοικοκυράς, για την οικογένειά τους, τα βαφτιστήρια , τους συγγενείς, τους φίλους και φυσικά για τους νεκρούς τους τη Δευτέρα του Πάσχα. Τα δοξάρια (τοξάρια, κουλούρια αγοριών) και τα σπάνια κουλουράκια του προζυμιού, ιδιαίτερα κοπιαστικά και νόστιμα.

Το Μ. Σάββατο, όταν ο παπάς σηκώσει Ανάσταση θα σειστεί ο τόπος από αυτοσχέδια βαρελότα και κρότους, αποτρεπτικά βλαπτικών ενεργειών, κατά τη λαϊκή αντίληψη. Γνωστή, η προσφιλής συνήθεια των Μανιατών να εκφράζουν τη χαρά τους με πυροβολισμούς σε σημαντικά γεγονότα της ζωής τους. Το βράδυ της Αναστάσεως θα απολαύσουν τη μαγειρίτσα. Στο τραπέζι της Λαμπρής θα μαζευτούν όλοι σαν σε μυσταγωγία, "με παιδία και εγγόνια", με φίλους, συμπεθέρους, ακόμη και περαστικούς, για να απολαύσουν τα ξεχωριστά, πασχαλινά τους εδέσματα, τα οποία με πολύ μεράκι ετοίμασαν…

Οι ευχές ΧΡIΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ είναι ο καθημερινός χαιρετισμός για εύλογο χρονικό διάστημα, στη γιορτή της αγάπης, τα αστεία και τα πειράγματα δίνουν και παίρνουν, άλλες φορές ακολουθεί γλέντι με τραγούδι και χορό συμπληρώνοντας την ψυχική ευφορία. Οι παλιοί Mανιάτες απορροφημένοι από τις έγνοιες και τα βάσανα της σκληρής καθημερινής ζωής τους, πολύτεκνοι οι περισσότεροι βρίσκουν μια ευκαιρία να απολαύσουν τους καρπούς τους, να φάνε, να πιούνε, να χαρούν, καθώς η βιοπάλη δεν επιτρέπει τέτοιου είδους διαλείμματα. Λες και αυτοί οι άνθρωποι ζουν για να αγωνίζονται... Σημειωτέον ότι ακόμη και το κρέας ήταν παλιά, ένα είδος πολυτελείας για τη μανιάτικη φαμελιά, διασώζεται δε, και η παροιμιώδης περιπαιχτική φράση: "Χριστού - Λαμπρή το κρέας το βαρεθήκαμε"!!

Το κατσικάκι με μάραθο ένα ιδιαίτερο πασχαλινό πιάτο δεσπόζει στο μανιάτικο τραπέζι… Οι μοναδικές γαλατόπιτες με ντόπιο γάλα που αφθονεί την άνοιξη, είναι το γλύκισμα των ημερών. Σήμερα, διατίθενται στους φούρνους της περιοχής, έχουν αγαπηθεί πολύ από τους επισκέπτες και γίνονται ανάρπαστες όλον τον χρόνο.

Θα αναφερθούμε, στη συνέχεια, στη Δευτέρα της Λαμπρής, την οποία ονομάζουμε και μέρα του Σταυρού ή των νεκρών.

Κατά την ημέρα αυτή, τηρείται ένα ξεχωριστό μανιάτικο έθιμο που οι ρίζες του βρίσκονται στα βάθη των αιώνων, στα αρχαία ελληνικά ταφικά έθιμα, όταν τιμούσαν τους ήρωες νεκρούς τους με ευσέβεια και ξεχωριστές τιμές. Πριν αναφερθούμε αναλυτικά στο ιστορικό πλαίσιο της παραδόσεως αξίζει να σημειωθεί ότι ανάλογο έθιμο - λιτανεία με επικεφαλής την πρώτη σημαία των αποίκων του 1675 από το Οίτυλο, την εικόνα της Παναγίας, παρατηρείται στο μακρινό Καργκέζε της Κορσικής από απογόνους Mανιατών Οιτυλιωτών με συνοδεία οπλοφόρων που πυροβολούν ακατάπαυστα στους δρόμους του Καργκέζε. Το γεγονός προκαλεί το ενδιαφέρον επισκεπτών από όλη την Κορσική και τη Γαλλία.

Ο αείμνηστος καθηγητής Πανεπιστημίου Κουκουλομμάτης Δημήτριος σε άρθρο του το 1961, αναφέρεται στη Δευτέρα του Πάσχα στην Πάνιτσα (Μυρσίνη), στο περιοδικό Λαογραφία. Γράφει ο καθηγητής: "στην Πάνιτσα συμβαίνουν τα εξής παράδοξα, που δε συμβαίνουν σε κανένα άλλο μέρος της Ελλάδος: Μετά τη θεία λειτουργία, την οποία παρακολουθούν και οι πενθούντες, διότι είναι μέρα αφιερωμένη στους νεκρούς, όλο το εκκλησίασμα θα ακολουθήσει τον ιερέα, το σταυρό, θα γίνει περιφορά του σταυρού σε όλο το χωριό, στάση σε κάθε σπίτι, όπου θα γίνουν δεήσεις-παραστάσημα. Όλοι μαζί θα καταλήξουν στο κοιμητήριο, αλλά ο καθένας θα βρεθεί στο μνήμα των συγγενών του, πάνω στο οποίο έχει εναποθέσει κουλούρες και αυγά".

Ένα έθιμο άγνωστο στην άλλη Λακωνία είναι η περιφορά του Σταυρού στα χωριά της Ανατολικής Μάνης, κατά τη Δευτέρα του Πάσχα. Μετά τη Θεία Λειτουργία οι παπάδες των χωριών ντυμένοι τα άμφιά τους και ακολουθούμενοι από το εκκλησίασμα περιφέρουν το Σταυρό τον οποίο κρατά ο τελευταίος λυπημένος του χωριού ή ένα άπορο παιδί (σύμφωνα με την προφορική μαρτυρία του Γ. Πατσουράκου) ψάλλοντες το "δόξα τη αγία Αναστάσει Σου Κύριε" και άλλα αναστάσιμα τροπάρια. Η θρησκευτική πομπή περνάει τους συνοικισμούς των χωριών και καταλήγει στο κοιμητήριο.

Εκεί πάνω στους τάφους, περιποιημένους (λόγω της ημέρας) οι συγγενείς των νεκρών έχουν εναποθέσει αυγά για τους νεκρούς, προσφέρουν δε και κουλούρες ειδικά φτιαγμένες για την τελετή. Οι επίτροποι της Εκκλησίας περισυλλέγουν από τους τάφους τα αυγά και τις κουλούρες. Μέρος από τα προσφερόμενα παίρνει ο παπάς, αλλά το μεγαλύτερο μέρος θα δοθεί με σχετική δημοπρασία. Οι ντελάληδες ή κήρυκες ή δημοπράτες μορφές γνωστές και μοναδικές σε κάθε τόπο και χωριό, αναλαμβάνουν τη δημοπρασία. Δημιουργούν ευχάριστο κλίμα και μηχανεύονται με μαεστρία τη διαφήμιση των προσφορών, κολακεύοντας άλλες φορές τους υποψήφιους αγοραστές, για να καταλήξουν σ' αυτούς που θα προσφέρουν τα μεγαλύτερα ποσά. Τα χρήματα αυτά είναι έσοδα της εκκλησίας και διατίθενται για την συντήρησή της και γενικά για την κάλυψη των αναγκών της.

Ενδιαφέρουσα είναι η αρχή του θρησκευτικού εθίμου, που συνδέεται με σημαντικό ιστορικό γεγονός. Αρχές της άνοιξης του 1780 ο πασάς του Μοριά συνεννοημένος με τον στόλαρχο Γαζή Χασάν κάλεσε τον Έξαρχο Γρηγοράκη στην Τρίπολη να μιλήσουν για θέματα της Μάνης. Ο Έξαρχος πήγε και έτυχε καλής υποδοχής. Έπειτα όμως από δύο ημέρες βρέθηκε κρεμασμένος μαζί με τους ανθρώπους που τον συνόδευαν. Η θανάτωση του Έξαρχου έγινε 40 ημέρες προ του Πάσχα και είχε σκοπό να εξουδετερώσει πιθανή βοήθεια των Γρηγοράκηδων προς τον Παναγιώταρο Βενετσανάκη τον οποίο είχε σχέδιο να χτυπήσει ο καπετάν πασάς. Το σχέδιο αυτό άλλωστε και το εξετέλεσε και εξόντωσε τον Παναγιώταρο και τους Κολοκοτρωναίους που ζούσαν κοντά του.

Τη Δευτέρα του Πάσχα οι προσηλιακοί Μανιάτες φίλοι των Γρηγοράκηδων πήγανε στο σπίτι του Έξαρχου, για να πάρουν μέρος στο κλάμα (στο θρήνο) που γίνεται στις σαράντα μέρες μετά το θάνατο.

Κατά τη διάρκεια του Θρήνου η μητέρα του Έξαρχου στρεφόμενη στους εξαγριωμένους από τα μοιρολόγια Μανιάτες τους είπε: "Ο Έξαρχος δε θέει κλάματα άλλα θέλει" και έδειξε το παρακείμενο κάστρο του Πασαβά. Αυτοί αντιλήφθησαν τι τους ζητούσε. Βάλανε μπροστά τους παρευρισκόμενους παπάδες με τα άμφιά τους μαζί το Σταυρό και τα εξαπτέρυγα και ψάλλοντες "δόξα τη αγία Αναστάσει Σου" πλησίασαν το Κάστρο. Οι Τούρκοι νόμισαν ότι πρόκειται για θρησκευτική γιορτή και δεν πήρανε μέτρα έτσι πλησιάσανε το κάστρο οι Μανιάτες, κατάφεραν να το πατήσουν και μ' αυτά που ακολουθήσανε πήρανε το αίμα του Έξαρχου πίσω. Ο Έξαρχος δικιώθηκε και από τότε τα σύνορα της Μάνης μεταφερθήκανε από τον Πασαβά στα Τρίνησα.

«Με χίλια τούρκικα κορμιά, τον δίκιωσε η μανιατουριά»!

Σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού καθιερώθηκε στα χωριά της Ανατολικής Μάνης η περιφορά του Σταυρού κατά τη Δευτέρα του Πάσχα, έθιμο που επιβιώνει και στις μέρες μας.

Γεωργία Π. Δημακόγιαννη - Πατσουράκου, φιλόλογος

Από το περιοδικό ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΜΑΝΗ

Σάββατο 12 Απριλίου 2025

Τα Πασχαλινά έθιμα της Μάνης.

Το Πάσχα στη Μάνη είναι μία μοναδική εμπειρία όπου ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει παραδοσιακά έθιμα και και παραδόσεις που συνδέουν το χθες με το σήμερα, σε μία ατμόσφαιρα βαθιάς κατάνυξης.

Από την Μεγάλη Πέμπτη, οι νοικοκυρές του σπιτιού ζυμώνουν με «επτάζυμο ζυμάρι» από μία λαμπριάτικη κουλούρα για το κάθε άτομο του σπιτιού, τα βαφτιστήρια, τους συγγενείς και φίλους, ακόμη και για αυτούς που λείπουν στα ξένα, ενώ ετοιμάζουν και την παραδοσιακή γαλατόπιτα (το απόλυτο γλυκό για το γιορτινό τραπέζι). Στα χωριά, μαζεύουν τα αυγά που πρόκειται να βάψουν από τη Μεγάλη Σαρακοστή (που τότε δεν τα τρώνε γιατί νηστεύουν). Μάλιστα, τα παλαιότερα χρόνια, πριν τα βάψουν, τα πήγαιναν στην εκκλησία για να τα ευλογήσει ο παπάς. Επίσης, την Μεγάλη Πέμπτη παραχώνουν στη γη ένα αυγό και το βγάζουν την Κυριακή. Αναλόγως των σχημάτων των κηλίδων που έχουν σχηματισθεί επάνω στο τσόφλι, οι εμπειρικοί προλέγουν τα μέλλοντα.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό έθιμο των κατοίκων της Μάνης είναι το ψήσιμο του αρνιού στη σούβλα, την ημέρα της Λαμπρής. Από νωρίς το πρωί, οι νοικοκυραίοι ανάβουν έξω από το σπίτι τη φωτιά με κληματόβεργες (για περισσότερη νοστιμιά) ενώ δίπλα ετοιμάζεται το κοκορέτσι και τα γλυκάδια που θα συνοδεύσουν το κρασί. Για να είναι καλό το αρνί (το «λαμπρινό») τρέφουν μία ξεχωριστή προβατίνα, τη «μανάρα».  Το αρνί αυτό το αφήνουν να πιει πολύ γάλα από τη μάνα του για να γίνει παχύ και νόστιμο και τη Μεγάλη Πέμπτη το στολίζουν με μία κόκκινη κορδέλα στο λαιμό ή το σημαδεύουν στη ράχη με κόκκινη βαφή για να ξεχωρίζει.

Την Δευτέρα της Λαμπρής (γνωστή κι ως ημέρα του Σταυρού ή των νεκρών) σε πολλά χωριά της Μάνης τηρείται, μέχρι και τις ημέρες μας, το έθιμο της Λιτανείας. Οι ρίζες του εθίμου αυτού χάνονται στα βάθη των αιώνων, όταν κατά τα αρχαία χρόνια τιμούσαν τους ήρωες νεκρούς τους με ευσέβεια. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως  ανάλογο έθιμο, με επικεφαλής την πρώτη σημαία των αποίκων του 1675 από το Οίτυλο, παρατηρείται στο χωριό Καργκέζε (Carghjese) της Κορσικής από απογόνους Μανιατών, με συνοδεία οπλοφόρων που πυροβολούν στους δρόμους. Το πρωί ξεκινά ο ιερέας από την εκκλησία και τον ακολουθούν οι πιστοί που κάνουν τον γύρο του χωριού ψέλνοντας αναστάσιμα τροπάρια και παρακλήσεις. Η πομπή καταλήγει στο κοιμητήριο όπου τους περιμένουν καρτερικά οι συγγενείς των νεκρών. Επάνω στα ανθοστολισμένα μνήματα, είναι τοποθετημένα το θυμιατήρι, πασχαλιάτικα κουλούρια και αυγά, ενώ στους τάφους των νεκρών που έφυγαν από τη ζωή λίγο πριν το Πάσχα, υπάρχουν τα «δοξάρια»- κουλούρια σε μέγεθος μεγάλου χωριάτικου ψωμιού. Στη συνέχεια, ο ιερέας περισυλλέγει από τους τάφους τα κουλούρια και τα αυγά, τα οποία αργότερα δίνονται στον κόσμο με την μορφή δημοπρασίας. Τα χρήματα που συγκεντρώνονται διατίθενται για τις ανάγκες της εκκλησίας.

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2024

Πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα Της Μάνης.

 Του Αντ. Ξεπαπαδάκου – συγγραφέα

(«590 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ», Αδούλωτη Μάνη – 2001)


Ταχιά ταχιά είν' αρχιμηνιά,

ταχιά είν' αρχή του χρόνου,

αρχή είν' αρχή τα κάλαντα

κι αρχή του Γεναρίου.


Μέζα κοιμάται αφέντης μας

μαζί με την κυρά μας

και ποιος να μπει και ποιος να βγει

και ποιος να τους ξυπνήζει;


Ξύπνηζε, αφέντη, ξύπνηζε, να φάμε και να πι ούμε:

-Αφέντη πύργος φαίνεζαι

κι ορθός σαν κυπαρίσσι,

και του ματιού ζου η σαϊτιά

πύργους ξεθεμελιώνει,

πύργους και πετροπήγαδα

κι αυλές μαρμαρωμένες.


Είπαμε δα τ' αφέντη μας,

ας πούμε της κυράς μας:

- Κυρά μαρμαροτράχηλη

και φεγγαρομαγούλα


και κρουσταλλίδα του νερού

και πάχνη από τα χιόνια


Όπου τον έχεις τον υγιό

τον λευκοχαναχάρη,

που λούζεις και χτενίζεις τον

και στο σχολειό τον στέλνεις.


Κι ο δάσκαλος τον έβαλε

να του χαλαναρχείσει

κι εξέπασέ του το κερί

κι έκαψε το χαρτί του

κι έκαψε και τα ρούχα του

τα μορφογαζωμένα

κι ο δάσκαλος τον έδειρε

με το χρυσό βιτσάρι.


Παίρνει τον το παράπονο,

την άκρην άκρη πάει,

στο δρόμο τον ζυναπαντούν

οι δώδεκα Απόστολοι:

"Έλα να φας, έλα να πιεις,

έλα να τραγουδήσεις"

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024

Κάλαντα Χριστουγέννων Μάνης.

Χριστούγεννα, πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου. 

για βγάτε, δέτε, μάθετε πώς ο Χριστός γεννιέται. 

Γεννιέται κι' ανατρέφεται στο μέλι κι στο γάλα.

Το μέλι τρων οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες 

και το μελισσοβότανο το λούζοντ' οι κυράδες.


Κυρά ψήλη, κυρά λιγνή, κυρά γαϊτανοφρύδα!

Κυρά μ' όταν στολίζεσαι και πας στην εκκλησιά σου,

βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αγκάλη 

και τον καθάριο Αυγερινό τον κάνεις δαχτυλίδι.

Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φαμε και να πιούμε

παρά σας αγαπούσαμε κι' ήρθαμε να σας δούμε.


Δώστε μας και τον κόκορα, δώστε μας και την κότα· 

δώστε μας και πέντ' έξι αυγά, να πάμε σ' άλλη πόρτα.

Εδώ που τραγουδήσαμε πέτρα να μην ραΐση

κι' ο νοικοκύρης του σπιτιού 

πολλούς χρόνους να ζήση!




https://www.youtube.com/watch?v=Q2Xz9mB4fXg


Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2024

Τα έθιμα των Χριστουγέννων στην Σπάρτη και την Μάνη.

 Τα έθιμα των Χριστουγέννων στην Σπάρτη και την Μάνη

…στη Μάνη

Κάθε οικογένεια στο φούρνο του σπιτιού «ρίχνει» τα χριστόψωμα, για να τα κόψει στο τραπέζι των Χριστουγέννων ο οικοδεσπότης σταυρώνοντάς τα, και ευχόμενος «Χρόνια πολλά και του χρόνου». Τα χριστόψωμα κατασκευάζονται όπως το ψωμί, μόνο που στολίζονται με σταυρούς και ποικίλα στολίδια ανάλογα με την καλαισθησία της νοικοκυράς.

(Από το περιοδικό «Αδούλωτη Μάνη»)

…στη Σπάρτη

Στη Σπάρτη, σε κάθε σπίτι, δυο τρεις μέρες πριν, ζυμώνουν 1 – 15 καρβέλια ψωμί. Το ένα, που το τρώνε ανήμερα των Χριστουγέννων, είναι το ψωμί του Χριστού και το πλάθουν σε σχήμα σταυρού από ζύμη. Τα’ άλλα χριστόψωμα τα κάνουν με μύγδαλα και καρύδια.

(Από το περιοδικό «Ουράνιο Τόξο»)

Οι τηγανίδες (Χωριά της Έξω Μάνης)

Σε όλα τα σπίτια, παραμονές Χριστουγέννων θα έπλαθαν και θα έψηναν τις τηγανίδες, τα μανιάτικα λαλάγγια. Στο σοφρά ή σε κάποιο τραπέζι κοντά στην φωτογονία, η μητέρα και τα κορίτσια έπλαθαν το έτοιμο ζυμάρι σε χοντρό μακαρόνι, τις τηγανίδες, και το δίπλωναν τεχνικά στα τέσσερα. Μετά το έριχναν στη μεγάλη τηγάνα που ήταν γεμάτη καυτό λάδι πάνω στη φωτιά, για να ψηθεί. Η πρώτη τηγανίδα, μεγάλη και στρογγυλή με σταυρό στη μέση ήταν του Χριστού, η δεύτερη παρόμοια του σπιτιού κ.λ.π. Τις ψημένες τηγανίδες τις έβαζαν μέσα σε μπουρέκια (στρογγυλά μπακιρένια ταψιά) και σε λεκάνες. Όταν στράγγιζαν καλά τις έβαζαν σε κοφίνια και τις κρεμούσαν ψηλά. Η ποσότητα του ζυμαριού που θα γινόταν τηγανίδες ήταν αρκετή και πάντοτε ανάλογη με τον πληθυσμό της φαμελιάς. Η φωτιά για τις τηγανίδες έπρεπε να είναι δυνατή και να έχει διάρκεια. Γι αυτό ο πατέρας είχε σκίσει σκίζες τα χοντρά κούτσουρα. Ήταν η καλλύτερη καύσιμη ύλη για την περίπτωση. Τα παιδιά παρακολουθούσαν και όλοι, αν δεν ήταν Τετάρτη ή Παρασκευή, δοκίμαζαν και έκαναν τις κρίσεις τους. Και κάθε χρόνο σχεδόν εύρισκαν τα ίδια ελαττώματα στο πλάσιμο και το ψήσιμο, όταν μάλιστα κάποιος ήθελε να πιει νερό του έλεγαν να γυρίσει την πλάτη προς το τηγάνι για να μην …τον βλέπουν οι τηγανίδες και ρουφάνε το λάδι. Οι “λυπημένοι”, που είχαν πρόσφατο θάνατο, δεν έψηναν τηγανίδες, τους πήγαιναν όμως συγγενείς και φίλοι. Άλλα γλυκά που έφτιαχναν στο σπίτι την περίοδο αυτή ήταν οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα.

(Από το περιοδικό «Μάνη, χθες, σήμερα, αύριο»)

Το κυνήγι τα Χριστούγεννα (Χωριά Έξω Μάνης)

Κατά τη διάρκεια της σαρακοστής τα περισσότερα παιδιά βγαίνανε κυνήγι. Τα βράδια, όταν το σούρουπο έπεφτε για καλά και το κρύο άρχιζε να τσούζει, παίρνανε το “φακό” με καινούργια “πλάκα” και γυρίζανε στα χαλάσματα και στα σπήλια κοντά στο χωριό. Στόχος τους οι γουργουγιάννηδες, τα μικρά πουλάκια που κούρνιαζαν εκεί. Τα θαμπώνανε με το φακό και τα πιάνανε. Αν ήταν πολύ ψηλά, τα χτυπούσανε με τις λαστιχιέρες (σφεντόνες). Η μάνα ή κάποια μεγάλη αδερφή, μετά από πολλή γκρίνια τους, τα καθάριζαν και τα πάστωναν. Τα βάζανε σε πήλινα ή γυάλινα βάζα, για να τα φάνε τα Χριστούγεννα. Πολλά παιδιά μάζευαν είκοσι και περισσότερα πουλάκια και καμάρωναν για τις … κυνηγετικές ικανότητες τους και για την σοδειά τους. Και όταν ζύγωναν οι γιορτές, άρχιζαν οι παραδοσιακές ετοιμασίες. Το σπίτι έπρεπε να βάλει τα γιορτινά του και όλο το χωριό να καθαριστεί και να ετοιμαστεί, για να υποδεχτεί τους ξενιτεμένους του που θα έρχονταν να κάνουν γιορτές με τους δικούς τους.

(Από το περιοδικό «Μάνη, χθες, σήμερα, αύριο»)

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2024

Χριστουγεννιάτικα έθιμα της Μάνης.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ


Αυτά που δεν πρέπει να ξεχνάμε

Της Γεωργίας Δημακόγιαννη, από το περιοδικό «Αδούλωτη Μάνη»

Η γέννηση του Χριστού κανονίστηκε το 354 μ.Χ. να εορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου, την ίδια μέρα που γιορτάζονταν η γέννησις του παλαιού Θεού Μίθρα, του «αήττητου Θεού Ήλιου» που ήταν θεός όλων των ηλιακών θεοτήτων της ειδωλολατρίας. Με την αλλαγή και την στροφή των ανθρώπων προς άλλους θεούς, ο «Αήττητος Θεός Ήλιος», έπεσε και τη θέση του την πήρε ο «Ήλιος της Δικαιοσύνης» ο Χριστός.

Εξετάζοντας κανείς τα εορταστικά έθιμα των διαφόρων λαών σκόπιμο είναι να εξετάσει και τον τρόπο που τρέφονται κατά τις μέρες αυτές. Στη Μάνη ακούγεται συχνά το τετράστιχο:

«Του Χριστού χριστόψωμα,

τα Φώτα τηγανίδες

και τη Λαμπρή τυρόπιτες

τ' Άγιου Πετριού κουλούρες».

Ειδικά, στο Μανιάτικο χώρο, η αναφορά μας είναι απαραίτητο να προσαρμοστεί στους όρους της ζωής των Μανιατών και εκεί να τοποθετήσει τις συνήθειες και τα έθιμά τους. Στις συνήθειες λοιπόν, των γιορτινών αυτών ημερών, συνηθίζονται οι τηγανίδες και τα χριστόψωμα, τροφές προσαρμοσμένες στο λιτό και σκληρό βίο των Μανιατών, εφόσον την εποχή αυτή καταγίνονται με το ελαιομάζωμα. Στη Μάνη, δεν υπάρχει η πολυτέλεια εθίμων με αντίστοιχες εορταστικές εκδηλώσεις και η παρασκευή εδεσμάτων που παρατηρείται αλλού, προέχει ο αγώνας για την επιβίωση...

Οι τηγανίδες, φτιάχνονται τις ημέρες των Χριστουγέννων και των Φώτων. «Πρόκειται για ζύμη, που την πλάθουν σαν χοντρό μακαρόνι πάχους περίπου του μικρού δακτύλου και μήκους μισού μέτρου, τις τυλίγουν με κέντρο τη μια άκρη και κατόπιν τις τηγανίζουν» Η πρώτη έχει το σχήμα σταυρού. Η νοικοκυρά ρίχνοντάς την μέσα στο αναβραστό το λάδι, που τσιτσιρίζει στο βαθουλό τηγάνι πάνω στη σιδεροστιά, σταυροκοπιέται και εύχεται: «να σταυρωθούν τα κακά και του χρόνου». Οι άλλες τηγανίδες έχουν ποικίλα σχήματα.

Κάθε οικογένεια, στο φούρνο του σπιτιού «ρίχνει» τα χριστόψωμα, για να τα κόψει στο τραπέζι των Χριστουγέννων ο οικοδεσπότης σταυρώνοντάς τα, και ευχόμενος «Χρόνια πολλά και του χρόνου». Τα χριστόψωμα κατασκευάζονται όπως το ψωμί, μόνο που στολίζονται με σταυρούς και ποικίλα στολίδια ανάλογα με την καλαισθησία της νοικοκυράς.

Και στη Μάνη ακούγονται δοξασίες για τα δαιμονικά και άλλα υπερφυσικά όντα, που βγαίνουν τα δωδεκαήμερα από του Χριστού ως τα Φώτα. Πρόκειται για τους Καλλικαντζάρους. Πολλοί λαογράφοι, υποστηρίζουν πως είναι οι Καλλικάντζαροι απόγονοι του τραγοπόδη θεού Πάνα ή των Σατύρων, που πηδήσανε από την μυθολογία στη χριστιανική ζωή. Ο πατέρας της Ελληνικής Λαογραφίας Νικ. Γ. Πολίτης στις «Παραδόσεις» του αναφέρεται σε Λυκοκατζαραίους, Σκαλικαντζέρια, Καρκαντζέλια, Κωλοβελώνηδες, Πλανηταρούδια, Κάηδες, Παγανά. Στην περιοχή της Αντρούβιτσας (Δ. Μάνη) ονομάζουν τους Καλλικαντζάρους Τσιλικρωτά. Ο Πασαγιάννης στο ομώνυμο χριστουγεννιάτικο διήγημά του αναφέρεται με ένα χαριτωμένο τρόπο σε θρύλους για τα ξωτικά αυτά.

Τους Καλλικαντζάρους που μπαίνουν στα σπίτια από τις καπνοδόχους, γιατί τους προσελκύει η μυρωδιά του λαδιού από τις τηγανίδες, ο λαός τους έχει πλάσει ψηλούς, μαυριδερούς, ισχνούς, άσχημους με κόκκινα άγρια μάτια και τριχωτό όλο το σώμα.

Θεωρούνται «μαγαρισμένοι» και σιχαμεροί, κάνουν ζημιές όπως: σβήνουν τη φωτιά, μαγαρίζουν τα εδέσματα παρενοχλούν τους ανθρώπους κυρίως τα παιδιά και τις γριές και χοροπηδάνε στους δρόμους. Τρώνε βατράχους, χελώνες, φίδια, σκουλήκια κ.ά. Οι άνθρωποι προσπαθούν να εξολοθρεύσουν τις βλαπτικές τους ενέργειες με εξορκισμούς ή προσφορά γλυκισμάτων, τηγανίδων κ.τ.λ. Ο μεγάλος τους φόβος είναι ο αγιασμός.

Στη Μάνη, ακούγονται και στην εποχή μας, κάποια λαϊκά στιχουργήματα για τους Καλλικαντζάρους:

Αρορίτες είμαστε,

αραρά γυρεύουμε

τηγανίδες θέλομε

τα παιδιά τα παίρνουμε

ή το (γ)κούρο ή τη (γ)κότα

ή θα σπάσαμε τη (μ)πόρτα.

Φοβούνται τον αγιασμό γιατί όποιος βραχεί με αγιασμένο νερό αφανίζεται. Όταν βλέπουν τον παπά που αγιάζει τρέχουν φωνάζοντας:

Φεύγετε να φεύγουμε

τι έφτασε ο σκυλόπαπας

με την αγιαστούρα του

Τέλος να αναφέρουμε δυο παροιμιώδεις φράσεις που σχετίζονται με τα Χριστούγεννα, φράσεις που ακούγονται στη Μάνη και μνημονεύονται στις εργασίες του γνωστού συγγραφέα Αν. Κουτσιλιέρη.

Η φράση: «Να γεμίσει η μυλόστασή σου τη Λαμπρή τυρόπιτες και τα Χριστούγεννα τηγανίδες» σημαίνει κατάρα. Συνηθίζεται στους πενθούντες να προσφέρουν οι συγγενείς ή οι φίλοι, τα Χριστούγεννα τηγανίδες ή γλυκίσματα, για να μην τους λείψουν αυτές τις γιορτινές μέρες. Οι τηγανίδες θεωρούνται εορταστικό φαγητό, είναι συνδεδεμένες με σχετικές προλήψεις. Σημειωτέον ότι, όταν κάποια οικογένεια πενθεί, δεν επιτρέπεται να παρασκευάζει εδέσματα εορτών. Άρα το να γεμίσει η μυλόστασή σου  τετράγωνη επιφάνεια που τοποθετούν το χερόμυλο) με τηγανίδες τα Χριστούγεννα σημαίνει να σου έχει τύχει κάποιος θάνατος προσφιλούς - συγγενικού σου προσώπου, ομοίως για το Πάσχα «να σου φέρουν τυρόπιτες».

Η παροιμιώδης έκφραση: «Εγώ είμαι Χριστού και συ Λαμπρή» ερμηνεύεται ως εξής: τα Χριστούγεννα είναι η μεγαλύτερη ακίνητη εορτή, επομένως «είμαι Χριστού» σημαίνει είμαι άνθρωπος συνεπής, έμπιστος «έχω λόγο» και όχι ευμετάβλητος και διπλωμάτης όπως η σπουδαία μεν, αλλά κινητή εορτή του Πάσχα.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2024

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΜΑΝΗ – Έθιμα.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΜΑΝΗ – Έθιμα

Προπαραμονή Χριστουγέννων και στο χωριό ζυμώνανε ψωμί. Οι φιλενάδες μαζεύονταν σε ένα σπίτι και ζυμώνανε παρέα.. Αυτό γινότανε στις 5 το πρωί, νύχτα ακόμη, με πολύ χιόνι και το τζάκι να καίει με πολλά ξύλα μέσα..

Η γιαγιά από το προηγούμενο βράδυ, ετοίμαζε μια μεγάλη κατσαρόλα με τραχανά και χυλοπίτες, για να φάνε το πρωί οι φιλενάδες, όταν θα θέλανε να ξαποστάσουν, τρώγοντας, φυσικά, ένα ζεστό πιατάκι..

Παραμονή Χριστουγέννων.. Σπίτια ασπρισμένα, καθαρά.. Όλο το χωριό λάμπει.. Το βράδυ αργά, όλα τα σπίτια ζυμώνουν τηγανίδες… Οι νοικοκυρές είχαν το σοφρά, το στρογγυλό τραπέζι, καθόντουσαν στα σκαμνάκια τα

μικρά και φτιάχνανε τις τηγανίδες…

Για να ζυμώσουν, χρησιμοποιούσαν τις σκαφίδες τους, γιατί κάθε οικογένεια έκανε πάρα πολλά κιλά…

Η γιαγιά πλάθει με τα χέρια της χοντρά μακαρονάκια, τα οποία μετά βάζει σε μεγάλο τηγάνι, επάνω στην καυτή φωτιά..

Η πρώτη τηγανίδα είχε ένα σταυρό επάνω και η δεύτερη πήγαινε για το σπίτι.. Οι τηγανίδες ήταν πάρα πολλές και για το λόγο αυτό, η γιαγιά γέμιζε πολλά και μεγάλα στρογγυλά ταψιά, αλλά και λεκάνες, προκειμένου να φάει η οικογένεια εκείνες τις ημέρες, αλλά και να φιλέψει τους επισκέπτες!

Τις (πεντανόστιμες) τηγανίδες, έτρωγαν με τυράκι φέτα, σύγκλινο, αλλά και λουκανικάκια χωριάτικα…

Πρωί Χριστουγέννων.. Νωρίς, νύχτα ακόμη, το χιόνι πέφτει απαλά, ο (αγουροξυπνημένος) παπάς χτυπάει την καμπάνα και οι χωριανοί με τα φαναράκια τους πηγαίνανε στην εκκλησία, για να παρακολουθήσουν την πρωινή λειτουργία..

Το μεσημέρι, σε κάθε σπίτι, οι οικογένειες έτρωγαν χοιρινό με σέλινο, ενώ, μετά, οι χωριανοί, συνήθιζαν να ανταλάσσουν επισκέψεις μεταξύ τους..

Τα χρόνια εκείνα (1940 και μετά), οι οικογένειες, δεν αντάλασσαν δώρα.. Η γιαγιά, όταν ζύμωνε για την Παραμονή, έκανε κάτι μεγάλα κουλούρια και τα κρέμαγε με καρφάκια στο σαλόνι στον τοίχο.. Τοσα παιδιά τόσα και τα κουλούρια, για κάθε οικογένεια. Και αυτά, ήταν τα δώρα των παιδιών, για την Πρωτοχρονιά..

Για την Καλή Χρονιά, η γιαγιά έφτιαχνε και τις Δίπλες..

Παραδοσιακό, πεντανόστιμο, λίγο μπελαλίδικο γλυκό, το σήμα κατατεθέν της Μάνης!

Σάββατο 27 Απριλίου 2024

Πάσχα στη Μάνη.

Πάσχα στη Μάνη.. Αξέχαστη και κατανυκτική..!! Ο ψαγμένος περιηγητής δεν το σκέφτεται καθόλου. Πάσχα θα κάνει στο χωριό. Η Λακωνική Μάνη μυρίζει απ' άκρη σ' άκρη χωριό και προσφέρει γενναιόδωρα την άγρια ομορφιά της. Ακολουθήστε λοιπόν την ονειρική κυκλική διαδρομή από το Γύθειο, με βασικούς προορισμούς την Αρεόπολη (17 χλμ. από το Γύθειο), τον Πύργο Διρού, την Κοίτα, το Γερολιμένα (35 χλμ. περίπου από την Αρεόπολη), το Πόρτο Κάγιο, τον Κότρωνα και πίσω στην Αρεόπολη. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πασχαλινά έθιμα της Μάνης είναι το ζύμωμα. Από την Μεγάλη Πέμπτη οι νοικοκυρές ξεκινούν να ζυμώνουν λαμπριάτικες κουλούρες με επτάζυμο ζυμάρι για κάθε ένα άτομο του σπιτιού, τα βαφτιστήρια τους, τους συγγενείς και τους φίλους, ακόμη και για εκείνους που έχουν ξενιτευτεί. Πάσχα στη Μάνη σημαίνει ακολουθία της περιφοράς του Επιταφίου στην Αρεόπολη, στον Άγιο Νίκωνα και στο Φλομοχώρι, όπου η ατμόσφαιρα είναι κάτι παραπάνω από κατανυκτική. Το βράδυ της Ανάστασης σε όποιο χωριό της Μάνης κι αν βρίσκεστε γίνεται το αδιαχώρητο, ενώ ο μανιάτικος ουρανός φωτίζεται από πολύχρωμα βεγγαλικά. Την Κυριακή του Πάσχα στις δύο το μεσημέρι χτυπούν οι καμπάνες για τη «Δεύτερη Ανάσταση». Κάτοικοι και επισκέπτες φορούν τα γιορτινά τους και μετά τη Λειτουργία γίνεται το κάψιμο του Ιούδα. Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα τηρείται το ξεχωριστό μανιάτικο έθιμο, η Λιτανεία. Το πρωί ξεκινούν οι ιερείς από τις εκκλησίες και τους ακολουθούν οι πιστοί των ενοριών κρατώντας εικόνες και σταυρούς. Όλοι μαζί κάνουν το γύρο του χωριού και ψέλνουν αναστάσιμα τροπάρια και παρακλήσεις. Σε πολλά χωριά η πομπή πηγαίνει στο νεκροταφείο, όπου εκεί περιμένουν οι συγγενείς των νεκρών. Πάνω στα ανθοστολισμένα μνήματα είναι τοποθετημένα το θυμιατήρι με το θυμίαμα, πασχαλιάτικα κουλούρια και αυγά, ενώ στους τάφους των νεκρών που «έφυγαν» λίγο πριν το Πάσχα, υπάρχουν κουλούρια σε μέγεθος μεγάλου χωριάτικου ψωμιού, τα λεγόμενα «δοξάρια». 

Ημέρες πένθους για τα πάθη του Χριστού ήταν και είναι είναι οι μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Την Μ. Εβδομάδα οι πιστοί νήστευαν και απέφευγαν να κάνουν πολλές δουλειές. Ευτυχώς η νηστεία συναντάται και σήμερα σε ολόκληρη τη Μάνη και μάλιστα στους νεότερους υπάρχει και μία ιδιαίτερη πνευματικότητα. Το ασβέστωμα των σπιτιών φρόντιζαν να γίνει πριν την εβδομάδα των παθών. Το βάψιμο των αυγών με φλούδες από κρεμμύδι ή με μπογιές τα νεότερα χρόνια και το φτιάξιμο των τσουρεκιών καθιερώθηκε να γίνεται τη Μ. Πέμπτη από τις νοικοκυρές των χωριών. Αυτές τις συνήθειες οι Μανιάτες τις μετέφεραν και στον Πειραιά όταν έφθαναν, από τα τέλη του 19ου αιώνα αναζητώντας στο μεγάλο Λιμάνι μια καλύτερη εργασιακή μοίρα. Μέχρι το 1980 έβλεπες στα Μανιάτικα τη Μεγάλη Δευτέρα να είναι όλα τα σπίτια, οι αυλές και τα πεζοδρόμια ασπρισμένα. Το ίδιο όμως συνέβαινε και σε άλλες γειτονιές του Πειραιά, που δεν κυριαρχούσε το μανιάτικο στοιχείο, όπως Κοκκινιά, Δραπετσώνα, Κερατσίνι που κυριαρχούσε το προσφυγικό Μικρασιατικό στοιχείο, στα Καμίνια επίσης που κυριαρχούσε το κυκλαδίτικο στοιχείο και κυρίως οι Σαντορινιοί κ.λπ. Αυτό μας δίνει το δικαίωμα να κατανοήσουμε πως σε ολόκληρη την Ελλάδα υπήρχε από τα πολύ παλαιά χριστιανικά χρόνια να ασπρίζονται και να καλλωπίζονται τα σπίτια από την «κουφή» ή «βουβή» εβδομάδα, δηλαδή μια εβδομάδα πριν τη Μεγάλη.Το βάψιμο των αυγών γινόταν κυρίως τη Μ. Πέμπτη καθώς επίσης και τα κουλούρια και τα τσουρέκια. Στη Μάνη το ψήσιμο γινόταν στους ιδιόκτητους φούρνους που είχαν σχεδόν όλα τα σπίτια. Σήμερα δυστυχώς ελάχιστοι τέτοιοι φούρνοι υπάρχουν σε καλή κατάσταση. Στον Πειραιά, από Μανιάτες και μη το βάψιμο των αυγών γινόταν κυρίως τη Μ. Πέμπτη και τα κουλούρια με τα τσουρέκια άρχιζαν από τη Μ. Τρίτη, Μ. Τετάρτη και ολοκληρωνόντουσαν τη Μ. Πέμπτη. Το ψήσιμο γινόταν στους φούρνους της γειτονιάς με λαμαρίνες που έπαιρναν δανεικές οι νοικοκυρές από τους φούρνους. Τις μετέφεραν τα μεγαλύτερα παιδιά κι οι μανάδες. Σε όλους τους δρόμους του Πειραιά έβλεπες να πηγαινοέρχονται αυτές οι μαύρες μεγάλες λαμαρίνες με ψημένα ή άψητα κουλουράκια που μοσχοβολούσαν... Στα χωριά της Μάνης μυροβολούσε η ανθοφορία της άγριας χλωρίδας η οποία ερχόταν με την πελαγίσια αύρα να συναντήσουν την ευωδία της ζύμης και του ψησίματος των πασχαλινών αρτοπαρασκευασμάτων δημιουργώντας κάτι το μοναδικό. Πόσο το νοσταλγούμε εμείς οι παλαιότεροι και πόσο ένοχοι πρέπει να αισθανόμαστε γιατί δεν φροντίσαμε να το ζήσετε κ' εσείς οι νεότεροι... Τα βράδια ο κόσμος πήγαινε στην Εκκλησία όπου παρακολουθούσε τις Ακολουθίες του Νυμφίου, του Νιπτήρος, των Παθών, του Επιταφίου και τέλος τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου στη Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως και το απόγευμα τελείωνε η Λαμπρή με τον Εσπερινό της Αγάπης. Σε κάποια χωριά η περιφορά του Επιταφίου γινόταν και γίνεται σε όλο το χωριό σε άλλα ο Επιτάφιος περιφέρεται γύρω από τον Ιερό Ναό τρεις φορές. Στη Μάνη δεν έχουμε παραδοθεί και ούτε θυμόμαστε οι μεγαλύτεροι πως υπήρχε το έθιμο του σουβλιστού αρνιού. Το αρνί ή το κατσίκι ψηνόντουσαν, με πατάτες κυρίως, στο φούρνο. Αυτό αποτελούσε το κυρίως πασχαλινό φαγητό και την επόμενη ημέρα, (Δευτέρα του Πάσχα), το έθιμο ήθελε μοσχάρι ή χοιρινό κοκκινιστό με χοντρά μακαρόνια και μυζήθρα. Το μανιάτικο γλυκό της Λαμπρής ήταν οι γαλατόπιτες και το μπουρέκι. Οι γαλατόπιτες είναι πίτες που τις γεμίζουν με την κρέμα του μπουρεκιού. Το μπουρέκι είναι γαλακτομπούρεκο αλλά που δεν είναι καλυμμένο με φύλλο. Όσοι έχουν τις παραδοσιακές συνταγές αυτών των γλυκισμάτων και τα παρασκευάζουν απολαμβάνουν μοναδικά σε γεύση γλυκίσματα 100% μανιάτικα. Τα τελευταία 30-40 χρόνια έχει επικρατήσει και στη Μάνη να ψήνουν οι Μανιάτες στη σούβλα αρνί ή κατσίκι και παράλληλα να φτιάχνουν κοκορέτσι, κοντοσούβλι και άλλα. Σήμερα στη Μάνη, αλλά και εκτός Μάνης οι Μανιάτες δεν ψήνουν στη σούβλα μόνο όταν έχουν πένθος, αφού το ρουμελιώτικο και ηπειρώτικο έθιμο της σούβλας έχει επικυριαρχήσει παντού.

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

Ο Γδικιωμός στην Μάνη.

Η απουσία κρατικής εξουσίας και γραπτών νόμων στην Μάνη, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία άγραφων νόμων, οι οποίοι διαμόρφωναν την κοινωνική συμπεριφορά των Μανιατών και διευθετούσαν τις τυχόν διαφορές τους.

Οι νόμοι αυτοί επικεντρώνονταν κυρίως στη διαφύλαξη της οικογενειακής τιμής και επιβίωσης των μελών της. Γι’ αυτό ήταν αποδεκτοί από όλους και τυχόν παράβαση αυτών ήταν κοινωνικά μη αποδεκτή πράξη και στιγμάτιζε το οικογενειακό κύρος.

Ο γδικιωμός ή δικιωμός (από το εκ-δικιωμός, γδικιώμαι-εκδικιώμαι) ήταν ο τρόπος ανταπόδοσης του άδικου σε κάποιον. Δεν πρέπει να συγχέεται με τη βεντέτα, η οποία ήταν άγνωστη στη Μάνη. Δεν θεωρούνταν αυτοδικία διότι κατά το γδικιωμό το άτομο δεν απένεμε δίκαιο αυτόβουλα, αλλά έπραττε πειθαρχημένα και βάσει των νόμων και των διαταγών της οικογένειας.

Αναλυτικότερα:

Κάποιος Μανιάτης μπορούσε να παρεξηγηθεί με κάποιον άλλο για έναν συγκεκριμένο λόγο. Τότε ή γινόταν μονομαχία ή καλούνταν ‘’οχτροί’’ .

Σ’ αυτή την περίπτωση συγκαλούνταν οικογενειακό συμβούλιο, η Γεροντική ή γινότανε κοινή Γεροντική και από τις δύο οικογένειες. Η επίλυση του θέματος μπορεί να γινότανε ειρηνικά ή να αποφασιζόταν ότι μόνη λύση είναι η σύγκρουση των οικογενειών. Αν η απόφαση ήταν ο πόλεμος, τότε η έχθρα ανάμεσα στις πατριές γινόταν γνωστή σε όλο το χωριό χτυπώντας τις καμπάνες των εκκλησιών και άλλα ηχηρά αντικείμενα, δηλώνοντας ότι οι τάδε ‘’άνοιξασι όχτρητα’’ με τους τάδε. Με αυτό τον τρόπο οι οικογένειες του χωριού διάλεγαν συμμάχους ενώ οι αδιάφοροι παρέμεναν εκτός των εχθροπραξιών και κρύβονταν ή απομακρύνονταν έως ότου τελειώσει ο πόλεμος. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα κάθε άτομο της μιας οικογένειας είχε το δικαίωμα να σκοτώσει οποιονδήποτε της άλλης.

Ο πυροβολισμός ή η δολοφονία κάποιου πριν από την επίσημη έναρξη των εχθροπραξιών, θεωρούνταν ανεπίτρεπτη και ο δολοφόνος μαζί με την οικογένειά του άνανδροι και τιποτένιοι.

Κυριότεροι στόχοι ήταν τα αρσενικά παιδιά, τα οποία ήταν σε θέση να διαφυλάξουν την ακεραιότητα της οικογένειας κι ακόμα περισσότερο οι καλύτεροι, οι ‘’κάλλιοι’’ της κάθε πατριάς, δηλαδή οι πιο δυνατοί, οι πιο μορφωμένοι και οι πιο ισχυροί.

Τα θηλυκά έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Υπήρχαν φορές όπου οι κοπέλες αν δεν υπήρχαν αρσενικά στην οικογένεια έπαιρναν το νόμο στα χέρια τους για τη δικαίωση του χαμένου πατέρα, αδερφού, γιού.

Αν κάποιος εδικήωνε, έπρεπε να ξαπροσκελίσει το ντουφέκι του ή να κάνει ‘’σταυροποίο’’ (σχήμα σταυρού) στον τόπο όπου έγινε το φονικό, για να μην τον "κυνηγά το αίμα του σκοτωμένου" και σκοτωθεί γρήγορα από τους αντεκδικητές.

Αυτός που σκότωνε στα πλαίσια του δικιωμού , δεν θεωρούνταν εγκληματίας. Ούτε αυτός που ‘’δικηώνει’’. Οι ίδιοι μπορεί να μην ήθελαν να σκοτώσουν, αλλά να εκτελούν τις εντολές της οικογένειας προσπαθώντας να διαφυλάξουν την τιμή της, ωθούμενοι από τους νόμους και τους κανόνες της κοινωνίας.

Ανά περιόδους οι πατριές πραγματοποιούσαν ανακωχή, την λεγόμενη τρέβα. Συνηθέστεροι λόγοι για ανακωχή ήταν οι αγροτικές δουλειές, οι γιορτές (γάμος, βαφτίσια) ή απειλή από κάποιο εξωτερικό εχθρό.

Σκοπός ήταν η πλήρης εκμηδένιση της αντίπαλης πατριάς, ούτως ώστε τα υπολείμματά της να διασκορπιστούν σε άλλες περιοχές και να αποκατασταθεί η ηρεμία στην οικογένεια. Μια οικογένεια μπορούσε να δώσει τέλος στις συγκρούσεις ζητώντας συγνώμη από την άλλη, με καθορισμένο τελετουργικό τρόπο. Αυτός ο συμβιβασμός ήταν το λεγόμενο ψυχικό. Έτσι δηλωνόταν ανοιχτά η ήττα της οικογένειας, κάτι που όμως δεν το προτιμούσαν οι περήφανοι Μανιάτες, διότι το θεωρούσαν πλήγμα για την τιμή τους.

Εκείνο που ίσχυε παρά μόνο για τη μανιάτικη βεντέτα είναι το λεγόμενο «ψυχικό», η μεγαλειώδης πράξη που έκανε τους άσπονδους εχθρούς, εγκάρδιους φίλους (ψυχαδερφούς) και έτσι έληγε μια βεντέτα.

Στη Μάνη ο κώδικας της χωσιάς επέτρεπε μια προσωρινή διακοπή, τη λεγόμενη «τρέβα» (με διάφορους όρους αντουφέκιστη, ατσαχάλευτη, μερική κ.τ.λ.) η παραβίαση της οποίας ήταν σπάνια και εθεωρείτο μεγάλη μπαμπεσιά.. Αυτή συνέβαινε την εποχή του οργώματος, της σποράς, του θερισμού, του αλωνίσματος ή της συλλογής των ελιών. Τα αντιμαχόμενα μέρη δούλευαν τότε στα χωράφια τους με νεκρική σιγή και εφοδίαζαν του πύργους τους με τρόφιμα και άλλου είδους προμήθειες. Η πιο μακρόχρονη ανακωχή ήταν αυτή που ζήτησε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης. Οι βεντέτες τελείωναν με την παρέμβαση ατόμων αδιαμφισβήτητου κύρους, συνήθως μεγάλων ηλικιών. Πολλές φορές η παρέμβασή τους οδήγουσε σε κάποιους γάμους μελών των αντιμαχόμενων πλευρών. Η διαμεσολάβηση δεν πετύχαινε πάντα. Τότε τα υπολείμματα της ηττημένης οικογένειας σκορπίζονταν σε άλλα χωριά, αφήνοντας τους πύργους και τα χωράφια στον νικητή. Μπορούσε, βέβαια, αν ήθελε, να μείνει στο χωριό με την προϋπόθεση να ζητούσε συγγνώμη από την νικήτρια οικογένεια.

Υπήρχαν περιπτώσεις όπου και οι δύο μεριές προχωρούσαν σε συμβιβασμό επί ίσοις όροις, στην λεγόμενη ψυχαδερφοσύνη. Εκεί εκπρόσωποι και των δύο πατριών έδιναν τα χέρια και τελείωναν τις όποιες διαφορές μεταξύ τους.

Σήμερα στη Μάνη δεν υπάρχουν γδικιωμοί ή σκοτωμοί κτλ. . Υπάρχουν όμως έχθρες μεταξύ οικογενειών που κρατάνε από παλιότερα [( αν και δεν "δείχνονται" δημοσίως [((αλλά μόνο σε "παρεούλες" και "κλίκες"), οι πράξεις τους και το στόμα τους με τη πρώτη ευκαιρία στάζει φαρμάκι και ψέμα, βάζοντας λόγια ακόμα και σε μέλη των ιδίων των οικογενειών που οι πατεράδες και οι παππούδες τους είχαν έντονες διαφορές)] αλλά και μεταξύ κυρίως των ιδίων των μελών με τα χρόνια μιας οικογένειας λόγω διαφωνιών σε κληρονομικά δικαιώματα από γονείς σε παιδιά, ξαδέρφια και εγγόνια στο μοίρασμα περιουσιών και αυτός είναι ο λόγος που πολλές περιουσίες καταπατήθηκαν από δευτέρου και τρίτου βαθμού συγγενείς και όχι μόνο (π.χ. μπαρμπάδες σε ανιψιούς δηλαδή ακόμα και το ίδιο αίμα του) και ερημώθηκαν και εγκαταλήφθηκαν χωριά και πυργόσπιτα κυρίως στη Μέσα Μάνη. "Καλοθελητές" υπήρχαν και υπάρχουν λοιπόν πολλοί και "σήμερα" ακόμα και στις ίδιες μέσα τις τότε μονιασμένες φαμίλιες.

Η τελευταία μεγάλη Βεντέτα ή Γδικιωμός όπως λέγεται σωστότερα, έγινε το 1871 μεταξύ των Καουριάνων και των Κουριάνων (αρχηγός τους ο Καουριάνος Κούρος-Μαυρομιχάλης). Ήταν τόσο μεγάλη η βεντέτα που γενικεύτηκε σε όλη την Δυτική (Αποσκιερή) Μάνη, ώστε για να επέλθει η τάξη, χρειάστηκε η παρέμβαση του στρατού με πυροβολικό επί Πρωθυπουργίας του Μανιάτη Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Ένας στίχος μάλλον μοιρολογιού που συνήθιζε να λέει η Καβουρίτσα στην Κίττα, η Πηνελόπη Καβούρη απόγονος των Καουριάνων ήταν: "Η Κίττα η πολυπυργού κι η Νόμια παρόμοια αυτές οι δύο σέρνουσι όλη την πουτανία".

Πηγές:

Κυριάκος Δ. Κάσσης - Λαογραφία Της Μέσα Μάνης

Ελευθέριος Π. Αλεξάκης - Τα γένη και η οικογένεια στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021

Ο Θεσμός της Σύγκριας στη Μάνη.

 Ο Θεσμός της Σύγκριας στη Μάνη




Από το βιβλίο του Απόστολου Β. Δασκαλάκη «Ο Θεσμός της Συγκρίας εις την Μάνην», Αθήναι 1974.
Ένα από τα πιο περίεργα, αλλά με μεγάλο νομικό και κοινωνικό ενδιαφέρον έθιμο στη Μάνη, που διατηρήθηκε για πολλούς αιώνες μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, είναι ο θεσμός της λεγόμενης «σύγκριας».
Σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας συναντούμε τη λέξη «σύγκρια», με διαφορετική όμως σημασία. Έτσι σε νησιά «σύγκρια» αποκαλείται η μοιχευομένη σύζυγος και ο σύζυγος ειρωνικά «σύγκριος», ενώ αλλού «σύγκριες» αποκαλούνται οι συννυφάδες.
Στη Μάνη βρίσκουμε δύο περιπτώσεις. Η μια αναφέρει ότι η δεύτερη σύζυγος ενός Μανιάτη έλεγε «σύγκρια» την νεκρή πρώτη γυναίκα του συζύγου της. Είναι περίεργο ότι ενώ οι συννυφάδες, ακόμα και σήμερα, συνήθως δεν έχουν καλές σχέσεις, η δεύτερη σύζυγος του Μανιάτη, κατά κανόνα σεβόταν τη μνήμη της πρώτης και ανέπτυσσε ιδιαίτερους δεσμούς, τόσο με την οικογένεια της νεκρής, όσο και με τα παιδιά της.
Η άλλη όμως περίπτωση της «σύγκριας»1 είναι τελείως διαφορετική και αποτελεί παλαιό έθιμο, του οποίου η αρχή χάνεται στα βάθη των αιώνων. Μανιάτης νέος ευπόρου, αριστοκρατικής και ισχυρής οικογένειας, από τη τάξη των Νικλιάνων2, εάν δεν αποκτούσε παιδιά ή αποκτούσε μόνο κορίτσια, είχε το δικαίωμα να εγκαταστήσει στη κατοικία του άλλη γυναίκα σαν δεύτερη σύζυγο. Αυτή είναι η «σύγκρια» του Μανιάτικου εθιμικού θεσμού. Βέβαια κανείς κατ’ έθιμο κανόνας δεν απαγόρευε σε οποιονδήποτε άτεκνο Μανιάτη ή χωρίς αρσενικά παιδιά να εγκαταστήσει στο σπίτι του σαν δεύτερη σύζυγο μια σύγκρια.
Στη πραγματικότητα όμως η πρακτική εφαρμογή περιοριζόταν στην τάξη των Νικλιάνων, οι οποίοι είχαν σχετική οικονομική άνεση και σπάνια εμφανιζόταν περίπτωση από Μανιάτη φαμέγιο3 και σε αυτή τη περίπτωση θα επρόκειτο μάλλον για πρόσχημα προς μοιχεία. Αυτό οφειλόταν σε δύο λόγους. Πρώτο γιατί στη κοινωνική τάξη των Νικλιάνων, είχε μεγάλη σημασία κατά τα πατροπαράδοτα έθιμα και κατά τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες διαβίωσης των Μανιατών, η δύναμη και η πολιτική υπεροχή κάθε οικογένειας εξαρτιόταν από τον αριθμό των αρσενικών παιδιών και η εξάντλησή τους σήμαινε «ξεκλήρισμα» της πατριάς4, ρίχνοντας αυτή στην αφάνεια5. Αντίθετα για τους φαμέγιους δεν είχε μεγάλη πολιτική σημασία η απόκτηση πολλών αρσενικών παιδιών και δεν το επεδίωκαν αφού παράλληλα δημιουργούντο προβλήματα διανομής της μικρής πατρικής περιουσίας.
Αλλά δεύτερος και σπουδαιότερος λόγος, ήταν το γεγονός ότι η νεαρή γυναίκα που θα δεχόταν να γίνει σύγκρια, θέση πάντως υποτιμητική, ανήκε συνήθως σε οικογένεια φαμέγιων και απέβλεπε στην είσοδό της σε οικογένεια πλούσια και ισχυρή, της οποίας οι συνεχιστές θα ήταν παιδιά της.
Το μεγαλύτερο μέρος περιπτώσεων σύγκριας αναφέρεται σε αποδεδειγμένη για μεγάλο χρονικό διάστημα στειρότητα της πρώτης συζύγου, ενώ οι περιπτώσεις υπάρξεως μόνο κοριτσιών, είναι πολύ λιγότερες.
Για να γίνει κατανοητό το Μανιάτικο έθιμο της σύγκριας, το οποίο έρχεται σε αντίθεση τόσο με τις Ελληνικές παραδόσεις, όσο και με τα Χριστιανικά αισθήματα των Μανιατών, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι γεωγραφικές, ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού.
Οι συνθήκες αυτές διαμόρφωσαν μια κατ’ εξοχή πολεμική κοινωνία, ιεραρχικά συγκροτημένη που βρισκόταν συνέχεια με το όπλο στο χέρι για τη προάσπιση της ελευθερίας της. Μια τέτοια πολεμική κοινωνία που ζούσε σε συνεχή επαγρύπνηση, σε κατοικίες με πολεμίστρες ή και σε κρησφύγετα στις απρόσιτες βουνοκορφές του Ταϋγέτου, χωρίς κρατική οργάνωση ή εξουσία, ήταν φυσικό να αναπτύξει δικά της ήθη και έθιμα που καθιερώθηκαν ως άγραφοι νόμοι.
Έτσι καθιερώθηκε στη Μάνη η υπεροχή των ανδρών έναντι των γυναικών. Οι γυναίκες ασχολούντο με τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των παιδιών, καθώς και με τη καλλιέργεια των κτημάτων ή τη περισυλλογή καρπών. Οι άνδρες αναλάμβαναν τις βαρύτερες βιοποριστικές εργασίες, αλλά προπάντων με το όπλο στο χέρι υπερασπίζονταν τη γη τους, τη τιμή της πατριάς και την ελευθερία τους. Υπήρχαν βέβαια περιπτώσεις που και οι γυναίκες ανέλαβαν πολεμική δράση, όπως στο Διρό και στο Πολυάραβο ή ακόμα και σε οικογενειακές διαμάχες κατά τις οποίες γυναίκες πυροβολούσαν από το πύργο ή έριχναν πέτρες και καυτό λάδι κατά των επιδρομέων. Αναφέρονται ακόμα περιπτώσεις γυναικών που με χωσία σκότωσαν με βάση το έθιμο του γδικιωμού, όταν δεν υπήρχε σύζυγος ή ενήλικος γιος για την αποκατάσταση της οικογενειακής τιμής.
Στη Μάνη η προστασία των γυναικών θεωρείτο ιερό καθήκον από τους άνδρες. Η μητέρα και η σύζυγος «έχαιρον απαραγράπτων δικαιωμάτων εντός του οίκου των». Το πρώτο μέλημα γονέων και αδελφών ήταν να παντρέψουν τις αδελφές τους, υπήρχαν δε περιπτώσεις αδελφών που έμειναν άγαμοι γιατί δεν κατόρθωσαν να παντρέψουν τις αδελφές τους.
Έγγραφα εκ Δυτικής Μάνης Σταύρου Χ. Σκοπετέα
Άλλη ένδειξη διαχωρισμού της πολιτικής, κοινωνικής και οικογενειακής θέσης γυναικών και ανδρών στη Μάνη, ήταν η συνήθεια ως άγραφος νόμος, όπως ο πατέρας ή τα αδέλφια να μην δίνουν σε καμία περίπτωση στη κόρη ή την αδελφή ως προίκα τη κατοικία της οικογένειας ή του οικογενειακού πύργου. Αυτόν σε περίπτωση που δεν υπήρχε αγόρι στην οικογένεια ελάμβανε ο πλησιέστερος εξ αίματος συγγενής και ποτέ ο γαμπρός, παρ’ όλο που μετά το 1821 ίσχυε το αστικό κληρονομικό δίκαιο. Ούτε τολμούσε η κόρη ή ο γαμπρός να καταφύγει στα δικαστήρια, γιατί όλοι οι άνδρες της πατριάς, των οποίων τα σπίτια βρίσκονταν στην ίδια περιοχή θα έδιωχναν τον «εισβολέα» βίαια με κίνδυνο αιματοχυσίας. Αναφέρεται δε περίπτωση γαμπρού που διεκδίκησε οικογενειακό πύργο και εφονεύθη. Το έθιμο αυτό είχε ως στόχο να παραμείνει «ο μαχαλάς» στη πατριά χωρίς την εγκατάσταση «ξένων» γιατί σε περίπτωση οικογενειακών συγκρούσεων υπήρχε μεγάλος κίνδυνος αφού δεν θα υπήρχα ομοιογένεια στη πατριά. Αν και μετά το 1950 ο πληθυσμός της Μάνης αραίωσε λόγω της εσωτερικής ή εξωτερικής μετανάστευσης, ο πύργος εξακολούθησε να μην δίδεται σε κορίτσια ως προίκα.
Η κοινωνική αυτή διαβίωση και οι άγραφοι νόμοι που καθιερώθηκαν επέβαλαν την πρωταρχική και δεσπόζουσα θέση του άνδρα στην οικογένεια και στη κοινωνία. Από μικρό παιδί ο Μανιάτης γυμναζόταν και εκπαιδευόταν στα όπλα, τα οποία συνήθως έπαιρνε οριστικά στην ηλικία των δεκατριών ετών και συμμετείχε στις πολεμικές συγκρούσεις ή στις οικογενειακές διαμάχες. Στη γλώσσα των Μανιατών η δυνατή οικογένεια ήταν αυτή που είχε πολλά «ντουφέκια» και έλεγαν για κάποια οικογένεια «πόσα ντουφέκια έχει» εννοώντας τους άνδρες της οικογένειας.
Έτσι η απόκτηση πολλών αρσενικών παιδιών, τα οποία θα ακολουθούσαν την ίδια τακτική μπορούσε να οδηγήσει μια πατριά που δεν ανήκε στους Νικλιάνους, σε ηγετική θέση στη Μάνη. Παράδειγμα οι δύο γνωστές οικογένειες των Γρηγοράκηδων στην Ανατολική Μάνη και των Μαυρομιχαλαίων στη Δυτική, οι οποίοι κατά τον 18ο αιώνα πολλαπλασθιάσθηκαν σε σημείο που αριθμούσαν δεκάδες «ντουφέκια» και κυριάρχησαν στη Μάνη. Έτσι από τους Γρηγοράκηδες υπήρξαν τρεις Μπέηδες από τους οκτώ, ενώ από τους Μαυρομιχαλαίους ο τελευταίος Μπέης, ο γνωστός Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και οι 48 νεκροί που έπεσαν για την ελευθερία στους μετέπειτα αγώνες.
Η σημασία για κάθε οικογένεια ή πατριά απόκτησης αρσενικών απογόνων έλαβε τέτοια έκταση ώστε η γέννηση κοριτσιού να θεωρείται κατάρα και οικογενειακή συμφορά.
Έπρεπε λοιπόν ο Μανιάτης αντί πάσης θυσίας να αποκτήσει αρσενικά παιδιά για να διατηρήσει τη δύναμη της πατριάς και να αφήσει κληρονόμους από το αίμα του, για το διαιωνισμό της γενιάς του. Έτσι η λύση της σύγκριας έφερνε συνήθως το ποθητό αποτέλεσμα, ενώ η νόμιμη σύζυγος παρέμενε στο σπίτι και έμενα σε διαφορετικό χώρο. Δεν υπήρξε περίπτωση διωγμού της νόμιμης συζύγου από την οικία διαμονής. Εάν υπήρχε τέτοια περίπτωση η εκκλησία δεν θα έδινε διαζύγιο, ο σύζυγος θα απεκαλείτο μοιχός, η κοινωνική κατακραυγή θα ήταν έντονη και η προσβολή της τιμής της οικογένειας της συζύγου θα ήταν δεδομένη και μόνο με αιματοχυσία θα ξεπλενόταν.
Η μεταφορά της σύγκριας γινόταν νύχτα προς αποφυγή τυχόν ειρωνικών σχολίων και δεν μεσολαβούσε καμία θρησκευτική τελετή, ενώ δεν χρειαζόταν προικιά ή είδη ρουχισμού και σπιτιού. Ορισμένες φορές και μέχρι αποκτήσεως αρσενικού παιδιού η σύγκρια θεωρείτο ψυχοκόρη και μετά την απόκτησή του θεωρείτο μέλος της οικογένειας. Η οικογένεια της σύγκριας εξασφάλιζε εγγυήσεις ότι δεν θα είχε βίαιη μεταχείριση, δεν θα έκανε βαριές εργασίες και θα διατηρούσε σχέσεις με την οικογένειά της, ενώ θα ασκούσε πλήρη θρησκευτικά καθήκοντα.
Αναφέρονται περιπτώσεις κατά τις οποίες η νόμιμη σύζυγος επέλεγε τη σύγκρια μεταξύ των γνωστών της νεαρών γυναικών, μάλλον λόγω ψύχραιμου γυναικείου υπολογισμού. Έτσι γνώριζε το χαρακτήρα της υποψήφιας, η οποία θα της όφειλε ευγνωμοσύνη, χωρίς κίνδυνο υπονόμευσης της θέσης της, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να επιβάλει τη θέλησή της.
Νόμιμη σύζυγος παρέμενε πάντοτε η οικοδέσποινα, «η κυρά του σπιτιού», ενώ σε περίπτωση θανάτου της συνήθως ο άντρας παντρευόταν τη σύγκρια, εφόσον είχε αποκτήσει μαζί της αρσενικά παιδιά. Κατά τη διάρκεια επισκέψεων εμφανιζόταν πάντα η οικοδέσποινα και κερνούσε τους επισκέπτες.
Το πιο περίεργο ήταν ότι όταν η σύγκρια γεννούσε αρσενικό παιδί, η σύζυγος δεχόταν ευχές και συμμετείχε στους πανηγυρισμούς σαν να ήταν δικό της παιδί. Οι δύο γυναίκες μετά από σαράντα ημέρες πήγαιναν μαζί στην εκκλησία με το παιδί για να διαβάσει ο παπάς τις ευχές. Το παιδί βάπτιζε τις περισσότερες φορές η νόμιμη σύζυγος και το φρόντιζε σαν να είναι δικό της, ενώ ήταν αγαπητό και από τις αδελφές που πιθανόν είχε ο πατέρας του με τη νόμιμη σύζυγο.
Εάν η σύγκρια γεννούσε μόνο θηλυκά ή δεν γεννούσε παιδιά, παρέμενε στο σπίτι κάνοντας όμως όλες τις εργασίες και ορισμένες φορές λόγω αντιζηλίας η νόμιμη σύζυγος φερόταν με προσβλητικό τρόπο, λόγω γυναικείας αντιζηλίας.
Το έθιμο αυτό έσβησε από τις αρχές του 20ου αιώνα αφού έπαψε να υπάρχει η πρωταρχική σημασία απόκτησης αρσενικών παιδιών, αλλά και λόγω της καταδίκης του από την εκκλησία, που θεωρούσε την πράξη αυτή ως διγαμία. Πολλές ήταν οι καταδικαστικές εγκύκλιοι των επισκόπων, όπως του επισκόπου Γυθείου Ιωσήφ6 προς την Ιερή Σύνοδο το 1864, όπου αναφέρει 30 περιπτώσεις στη περιοχή του Γυθείου, ενώ σίγουρα στη Μέσα Μάνη θα ήταν περισσότερες, αφού η κλειστή κοινωνία παρέμεινε για περισσότερα χρόνια.
Παραπομπές
1. α) Σύμφωνα με τον Α.Β. Δασκαλάκη ετυμολογικά τα δύο συνθετικά «συν» και «κυρία» ή «κυρά», συνθέτουν τη λέξη «σύγκρια» (συγκυρία, συγκυρά, σύγκρια).
β) κατά τον φιλόλογο και ιστορικό κ. Ανάργυρο Κουτσιλιέρη: σύγκιρια η, ο Μανιάτης που δεν αποχτούσε αρσενικά παιδιά έπαιρνε και δεύτερη γυναίκα για να αποχτήσει. Οι δυο συνυπάρχουσες σύζυγοι ελέγοντο σύγκιριες, συγκυρίες του οίκου, ή σύγκρεας κατά την ευχή «έσονται εις σάρκα μία». Η παρουσία του ημιφώνου είναι αισθητή προ και μετά το ρ.
γ) κατά το Δικηγόρο κ. Στ. Πετροπουλάκο: Έχω την γνώμη ότι η ορθή λέξη του σχετικού θεσμού είναι "σύγγρια" και όχι "σύγκρια". Προέρχεται από το "συν" και "γριά" και όχι από το "συν" και "κυρία" ή "κυρά". Ο Μανιάτης δεν 'ελεγε ποτέ, όταν αναφερόταν στη σύζυγο του, "η κυρία μου" ή " η κυρά μου", αλλά "η γριά μου", ανεξάρτητα από την ηλικία της.
2. Άρχουσα τάξη στη Μάνη κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, που είχε τις μεγαλύτερες κτηματικές περιουσίες και σαν κατοικία ή ανάμεσα στις κατοικίες της φάρας ή πατριάς, ψηλό πύργο με επάλξεις και πολεμίστρες. Διέθετε ισχυρή δύναμη ενόπλων, είχε τις καπετανίες και από τους Νικλιάνους ανεδυκνείοντο οι καπετάνιοι και οι Μπέηδες.
3. Η φτωχότερη τάξη που διέθετε μικρή περιουσία, αποτελείτο από φτωχούς χωρικούς που απασχολούνταν με τη καλλιέργεια των κτημάτων και τη βοσκή των ζώων ή προσλαμβάνονταν ως σέμπροι στα κτήματα των ευπορώτερων. Σχεδόν πάντα ήταν σε θέση εξάρτησης, αλλά και προστασίας από τη Νικλιάνικη οικογένεια, υπό τον αρχηγό της οποίας πολεμούσαν στις εσωτερικές διαμάχες ή στους πολέμους κατά των Τούρκων. Στη διάρκεια των αιώνων όμως αναπτύχθηκε μια εδιάμεση τάξη που είτε λόγω μετανάστευσης στο εξωτερικό, είτε λόγω εμπορίου, είτε λόγω της απόκτησης πολλών ανδρών, αποκτούσαν περιουσία και έκτιζαν ισχυρούς πύργους και κατοικίες, όχι πάντα με ειρηνικό τρόπο και έτσι εισχωρούσαν στη τάξη των Νικλιάνων. Πάντως η ετυμολόγηση των λέξεων Νικλιάνος και Φαμέγιος, αμφισβητούνται λόγω ελλείψεως ιστορικών στοιχείων, παρ’ όλο που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί διάφορες εκδοχές.
4. Η ευρύτερη οικογένεια που τα μέλη της συνδέονταν με δεσμούς αίματος.
5. Δεν αναφέρεται περίπτωση Νικλιάνου που έπεσε σε κατώτερη τάξη, λόγω ελλείψεως αρρένων κληρονόμων ή λόγω φτώχειας.
6. Σ.Χ. Σκοπετέα «Έγγραφα ιδιωτικά εκ Δ. Μάνης» Αθήνα 1950.

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2021

Μοιρολόγια

Μοιρολόγια

Έμμετρα στιχουργήματα με θλιβερή υπόθεση. Τραγούδια θρηνητικά, που τα απαγγέλλουν οι άνθρωποι κατά το θάνατο αγαπημένων τους προσώπων.

Τα μοιρολόγια και γενικά τα τραγούδια του Χάρου έχουν παλιά παράδοση και διασώζουν Ομηρικά έθιμα γύρω από το συγκλονιστικό γεγονός του θανάτου. Ο θάνατος για τους αρχαίους Έλληνες, όσο και αν η διδασκαλία τους δέχεται την αθανασία της ψυχής και το χωρισμό της από το σώμα, δεν έπαυε να είναι γεγονός που έφερνε θλίψη και πόνο στους ανθρώπους.

Τα πρώτα μοιρολόγια τα βρίσκουμε στον Όμηρο, όπου αναφέρονται νεκρώσιμα τραγούδια της Ανδρομάχης, της Εκάβης, της Ελένης, του Αχιλλέα κτλ., με περιεχόμενο όμοιο σχεδόν με τα σημερινά Ελληνικά μοιρολόγια. Για τον ήρωά τους, τον Έκτορα, οι Τρώες αρχίζουν ομαδικό και ατομικό θρήνο:

<<Έλεγε κλαίοντας και ομού στενάζαν κι οι πολίτες και πρώτη εμοιρολόγησε των γυναικών η Εκάβη:

Τέκνον, τι έπαθα η πικρή! Και ακόμη εγώ θα ζήσω,
αφού μου απέθανες εσύ, που ημέρα νύκτα ήσουν
το ζηλευτό καμάρι μου…>>.

Από την άλλη μεριά οι Έλληνες κλαίνε τον Πάτροκλο ολόκληρη τη νύχτα:

<<Είπε και εις όλους κίνησε τον πόθον των δακρύων
κι η αυγή τους ήβρε ολόγυρα στο λείψανο να κλαίουν>>.

Ανάλογα μοιρολόγια έψελναν και στους κλασικούς χρόνους γυναίκες «Θρηνωδοί» (μοιρολογίστρες, όπως τις λένε σήμερα), οι οποίες θρηνούσαν τραγουδιστά κατά την εκφορά των νεκρών.

Διάσημοι ποιητές, σαν τον Πίνδαρο και το Σιμωνίδη, έγραψαν επικήδεια τραγούδια για τους νεκρούς πλούσιων οικογενειών. Το έθιμο αυτό συνεχίστηκε και μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, περνά μέσα από τη Βυζαντινή εποχή, ακμάζει στη μεταβυζαντινή και φτάνει στη νεώτερη εποχή με την πλούσια σε λυρικότητα ποικιλία.

Τα σύγχρονα μοιρολόγια αποτελούνται συνήθως από δεκαπεντασύλλαβους στίχους και διακρίνονται σε μοιρολόγια επαινετικά του νεκρού και σε μοιρολόγια του Χάρου.

Το μοιρολόι φτάνει στη μεγαλύτερη ακμή στην περιοχή της Μάνης, αλλά εκεί η εκφραστική του δύναμη μεταβάλλεται σε αφηγηματικό ποίημα-τραγούδι, σε εκτενή πολλές φορές ιστορία του νεκρού.

Στη Μάνη, τα μοιρολόγια έχουν σχεδόν υποκαταστήσει τα άλλα τραγούδια, είναι η μόνη μορφή λαϊκής ποίησης και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, ενώ και σήμερα ακόμα αυτοσχεδιάζουν και δημιουργούν οι Μανιάτισσες.

Στη Μάνη επικρατεί ολόκληρη εθιμοτυπία για τα μοιρολόγια. Όταν πεθάνει κάποιος οι γυναίκες του χωριού πηγαίνουν στο «κάθισμα», κάθονται γύρω-γύρω από το νεκρό και αρχίζουν ένα διάλογο με μοιρολόγια.

Οι γυναίκες μοιρολογούν το νεκρό ιεραρχικά, που, όταν πρόκειται για άνδρα, ξεκινά από τη μάνα και συνεχίζεται από την αδελφή, την κόρη και, τέλος καταλήγει στη γυναίκα του. Αποτελεί τιμή για την οικογένεια του νεκρού να μοιρολογηθεί από άτομο εκτός της οικογένειας.

Τη γυναίκα που λέει ένα μοιρολόι δεν πρέπει να τη διακόψει κανένας και αυτή που θέλει να συνεχίσει ζητά την άδειά της. Το μοιρολόι αρχίζει με το ξενύχτισμα του νεκρού, συνεχίζεται όταν το φέρετρο μεταφέρεται στην εκκλησία και αλλάζει μ' ένα σπασμωδικό κλάμα μέσα στην εκκλησία την ώρα της ακολουθίας. Γίνεται εντονότερο στο δρόμο προς το νεκροταφείο, όπου ενώνεται με τις φωνές των συγγενών του νεκρού, και αποκορυφώνεται μπροστά στον τάφο.

Οι μοιρολογήτρες, μερικές από τις οποίες κάνουν μεγάλα ταξίδια για να θρηνήσουν ένα μακρινό συγγενή τους ή κάποτε και ανθρώπους που δε συνάντησαν ποτέ, αυτοσχεδιάζουν βασικά τα μοιρολόγια τους δίπλα στο νεκρό, με βάση ορισμένες τυπικές φράσεις που επαναλαμβάνονται σταθερά.

Τα μανιάτικα μοιρολόγια είναι μεγάλοι επικήδειοι έμμετροι ύμνοι, στους οποίους ο κλασικός δεκαπεντασύλλαβος του δημοτικού τραγουδιού έχει αντικατασταθεί με δεκαεξασύλλαβο στίχο.

Μπορούν να χωριστούν σε κατηγορίες, όπως και τα μοιρολόγια της υπόλοιπης Ελλάδας, αλλά πρέπει να προστεθούν σε αυτά και τα διάφορα ιστορικά περιστατικά, στα οποία αναφέρονται η ζωή του νεκρού, ο τρόπος του θανάτου του, η κοινωνική σταδιοδρομία και δράση του ή η πολεμική και στρατιωτική σταδιοδρομία του.

Έχουμε ακόμη μανιάτικα μοιρολόγια νουθετικά και φρονηματιστικά και με πιο γενικό ιστορικό και εθνικό ενδιαφέρον. Τέλος υπάρχουν και μοιρολόγια που αναφέρονται στην εκδίκηση και είναι τα περισσότερα και τα πιο χαρακτηριστικά της Μάνης.

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2021

Το μυστικό της Κυρούλας, στο Οίτυλο της Μάνης.



Πρόλογος

Αν βρεθείς στη Μάνη, στην περιοχή του Οτύλου, τις ημέρες των Χριστουγέννων, θ ακούσεις για μια περίεργη γιορτή! Μια περίεργη σύναξη ανθρώπων, ανήμερα τα Χριστούγεννα, σε ένα σπίτι του χωριού του Οιτύλου, ιδιαίτερης  σημασίας, για πολλούς Βοιτυλιώτες!

Ο Οίκος των Μεδίκων

Ο Οίκος των Μεδοίκων, είναι το σπίτι αυτό που συγκεντρώνει την ημέρα των Χριστουγέννων, τα βλέμματα συγχωριανών και επισκεπτών του Οιτύλου, καθώς εδώ και εξακόσια χρόνια τελείται μια τελετουργία μεταξύ των απογόνων των Μεδοίκων, για την παράδοση στον κατά σειράν, των ”επτά”, παίδα του ”Μυστικού της Κυρούλας”!

Ας δούμε, πως περιγράφει την γιορτή αυτή, ο κ. Μιχάλης Μπατσινίλας, ιστορικός και ερευνητής, και ο ένας εκ των ”επτά” παίδων, ο οποίος παρέλαβε εν έτει 2020 την εντολή της ”ανανέωσης της αγάπης” μεταξύ της οικογένειας των Μεδοίκων- Γιατριάνων!

(Από την σελίδα του στο facebook)



”Οι Μέδικοι- Γιατριάνοι του Οιτύλου και η Μεγάλη Γιορτή


Η ημέρα των Χριστουγέννων είναι διπλά γιορτάσιμη στο Βοίτυλο, της Μάνης! Όπως όλος ο Χριστιανικός κόσμος γιορτάζουμε την γέννηση του Φωτός και της Αγάπης –του Σωτήρος Υμών Ιησού Χριστού! Οι Μέδικοι–Γιατριάνοι γιορτάζουμε και την εντολή των Γεναρχών μας, για ανανέωση της αγάπης μεταξύ των μελών της οικογένειας.

Ιστορικό της γιορτής

Δεν είναι τυχαία η χρονιάρα αυτή μέρα για τέτοιο γιορτασμό, το ξεκίνημα ανάγεται στο Βυζάντιο, στην έδρα της ορθοδοξίας, στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος, με τον ερχομό του το 1415 στο Βοίτυλο, για να επιβάλλει προσωπικώς την τάξη και τέρμα στα σκοτώματα και τα μίση, επέβαλε στον διοικητή Βοιτύλου και Μεθώνης που είχε έδρα στο κάστρο της Μαΐνης εδώ στο Οίτυλο και έμενε στο Παλάτι απέναντι απ’ τον Ταξιάρχη, να γιορτάζει με επιβλητικότητα την ημέρα των Χριστουγέννων.

Το Μυστικό της Κυρούλας

Εκείνη την ημέρα να μαζεύονται οι Κεφαλές των τοπαρχιών της Μάνης εδώ στο Βοίτυλο, να εκκλησιάζονται στο ναό του Σωτήρα, που ήταν τότε ο μεγαλύτερος και μητροπολιτικός ναός του Βοιτύλου μετά να πηγαίνουν όλοι στο Παλάτι μαζί με τον λαό να συντρώγουν και να συνδιασκεδάζουν ν’ ασπάζονται αλλήλους και να λησμονούν τα μίση.

Αυτό γινότανε στην Κωνσταντινούπολη, στον Μιστρά και σε όσα κάστρα–πόλεις πέρασε ο αυτοκράτορας.
Όμως με την Τουρκοκρατία το έθιμο σιγά–σιγά έσβησε παντού, μονάχα εδώ στο Βοίτυλο μια φωτισμένη γυναίκα η ”Κυρούλα των Μεδίκων” Ανθή φρόντισε για την συνέχεια του εθίμου. Όμως οι τοπάρχες αντιδρώντας για το πέρασμα της διαφέντεψης των συμφερόντων της Μάνης στους Μέδικους–Γιατριάνους, που έγιναν με νόμιμο κληρονομικό δικαίωμα, γιατί ο μοναχογιός της παντρεύτηκε την μοναχοκόρη του τελευταίου διοικητή Βοιτύλου Μάνης και Μεθώνης, Ιωάννη Παλαιολόγου, οδήγησαν την Ανθή να κρατήσει ενωμένα τουλάχιστον τα παιδιά, εγγόνια και απογόνους της γενιάς των Μεδίκων-Γιατριάνων.

Όμοιες γιορτές

Τέτοιες γιορτές αγάπης έκαναν από μόνοι τους οι Κοντοσταυλιάνοι και αργότερα οι Νικλιάνοι της Άκρας του Ταινάρου που πρώτοι αντιπολιτεύτηκαν τους Μέδικους–Γιατριάνους και λίγο αργότερα οι νεοαφιχθέντες Στεφανόπουλοι του Οιτύλου, που γιόρταζαν την ημέρα του ασπασμού της αγάπης και της λησμονιάς των μισών το Πάσχα. Και οι δύο αυτές οικογένειες επιζητούσαν κληρονομικά δικαιώματα στη διοίκηση της Μάνης.

Πως όμως οι Ιταλοφερμένοι Μέδικοι εξελληνίσθηκαν και αγωνίστηκαν για τις τύχες του υπόδουλου Ελληνικού Έθνους και συνέχισαν Βυζαντινά έθιμα της ορθοδοξίας;

Οι Μέδικοι




Ο πρώτος Μέδικος στην Ελλάδα ήταν και γενάρχης όλων των Μεδίκων της Ελλάδας και των Γιατριάνων του Οιτύλου Μάνης! ήταν ο Πέτρος ή Πιέρρος Μέδικος με το προσωνύμιο «ο Αθηναίος»! Ίσως γιατί θα ’χε γεννηθεί στην Αθήνα από πατέρα Φλωρεντίνο.
Αυτός από το 1332 έως το 1362 διετέλεσε «Βάϊλος και Γενικός καπετάνιος Άργους και Ναυπλίου της Ρωμανίας>>.
Από το 1362 έως το 1385, ανέλαβε την διοίκηση, ο Γουϊδωνας ντε Αντζιέν (GUY DE ENGIEN)! Ο Πιέρρος Μέδικος έγινε ο πρώτος των υπουργών του, ήτοι Πρωθυπουργός και εκτελούσε συνάμα καθήκοντα Αρχιδικαστή Ναυπλίου.
Το 1385 βοήθησε τον Νέριο Ατζαγιόλη να καταλάβει την Αθήνα! Εκείνος τον έχρισε ιππότη, αυτόν και τον γιο του Νικόλαο Μέδικο, που αγωνίστηκε μαζί του.
Ο Νικόλαος παντρεύτηκε την κόρη του ευπατρίδη Αθηναίου Δαμιανού Φιομάχου! Το 1386, τον ίδιο χρόνο πέθανε και ο πατέρας του Πέτρος ή Πιέρρος Μέδικος.
Ο Νικόλαος το 1387 πηγαίνει στο Ναύπλιο! Πολύ αργότερα ο γιος του Πέτρος ή Πιέρρος Μέδικος, αναφέρεται σε έγγραφο, να μένει στο Ναύπλιο το 1440. Επίσης το 1443 αναγνωρίζεται εγγράφως από τον Κοσμά Μέδικο της Φλωρεντίας ως συγγενής τους.
Εκεί σταματά η γραπτή ιστορία, και η παράδοση θέλει να περνάει στην Μάνη, στο Οίτυλο, και στους Παλαιολόγους, ένας ιππότης Πέτρος ή Πιέρρος Μέδικος–Γιατρός.

Οι Μέδικοι στη Μάνη

Ο Πέτρος ή Πιέρρος Μέδικος στέλνεται στη Μέσα Μάνη από τον διοικητή Οιτύλου Μάνης και Μεθώνης Ιωάννη Παλαιολόγο. Τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Παλαιολόγος, ήταν πολλά! Κυρίως οι συχνές επαναστάσεις των Νικλιάνων, από υποκίνηση της Βυζαντινής οικογένειας των Καντακουζηνών, προηγουμένων διοικητών Οιτύλου Μάνης και Μεθώνης. Γι’ αυτό φρόντισε, ο κληρονομικά ευγενής ιππότης Πέτρος ή Πιέρρος Μέδικος, να παντρευτεί την Ανθή κόρη του τοπάρχη της Άκρας του Ταινάρου Κοντόσταυλου, Βυζαντινής γενιάς και να καταλαγιάσουν τα πάθη και οι έριδες της εξουσίας.

Η δολοφονία του Ιππότη

Όμως οι Κοντόσταυλοι του Μεζάπου, όπου βρίσκεται και το καστρί του Τηγανιού, σκότωσαν με χωσία τον άντρα της Ανθής! Τότε η Ανθή που ήταν έγκυος, έχοντας για συνοδεία τον υπασπιστή του άντρα της το ψυχάριον Μπαζίνα πήγε στο Βοίτυλο στο Παλάτι για προστασία.

Ο Διοικητής Ιωάννης Παλαιολόγος ήταν υποχρεωμένος να την προστατέψει, γι’ αυτό την φιλοξένησε στο Παλάτι. Εκεί πήγαινε άλλωστε με τον πατέρα της και με τον άντρα της, κάθε Χριστούγεννα στην Μεγάλη Γιορτή της Αγάπης. Εκεί γέννησε τον γιο της, που τον ονόμασε με το όνομα του αδικοχαμένου πατέρα του Πέτρο ή Πιέρρο Μέδικο.

Στη συνέχεια

Όμως τα χρόνια εκείνα έτυχε να γίνουν κοσμοϊστορικές αλλαγές! Έπεσε ο Μιστράς και οι γόνοι και κληρονόμοι του Βυζαντίου επικηρύχθηκαν απ’ τον Μωάμεθ, άλλοι σκοτώθηκαν και άλλοι έφυγαν για την Δύση.

Στο Βοίτυλο, η Κυρούλα των Μεδίκων, Ανθή, πάντρεψε τον γιο της με την κόρη του τελευταίου διοικητή της Μανιατουριάς του Ιωάννη Παλαιολόγου! Το όνομα της κοπέλας, έμεινε άγνωστο στην ιστορία και στην παράδοση, λόγω κυρίως της μυστικότητας, που απαιτούσε η θέση της ως Βυζαντινής κληρονόμου αρχοντικής γενιάς.
Από την γυναίκα αυτή, κληρονομικά και νόμιμα, οι Μέδικοι–Γιατριάνοι, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, διεκδίκησαν την εξουσία, και να έχουν τον πρώτο λόγο στη Μάνη και στα κοινά.

Η εδραίωση των Μεδοίκων στο Οίτυλο

Από την Παλαιολογίτσα (σύζυγο του Πέτρου Μέδοικου) κληρονόμησαν το Παλάτι! Που πέρασε στον πρώτο γιο τον Μιχελή στους Ντεκουλιάνους, έγινε έδρα επισκοπής και σχολείο μετά την Απελευθέρωση.
Ο Ταξιάρχης, ήταν το παρεκκλήσι του Παλατιού και το νεκροταφείο των Παλαιολόγων! Έγινε η εκκλησία των Μεδίκων–Γιατριάνων και θάβονταν εκεί μόνον αυτοί.
Όλα τα σπίτια, εκκλησίες και περιουσίες εντός του κάστρου του Βοιτύλου, πέρασαν στους Μέδικους! Εκτός από τις τρεις συνοικίες σε τρεις καστρόπορτες! Εκεί έδρευαν οι στρατιωτικές οικογένειες των α)Λαβουρεντιάνων με εκκλησία οικογενειακή τον Σωζώτη, β)των Αλμπανεζιάνων με τον Αϊ-Νικόλα και γ)των Κακασαγγιάνων με τον Σωτήρα! Ο Σωτήρας ήταν η μεγαλύτερη εκκλησία και η έδρα της μητρόπολης Μαϊνης! Εκεί ετελείτο η Μεγάλη Γιορτή από τα Βυζαντινά χρόνια! Επειδή όπως αναφέρει η παράδοση, η Κυρούλα Ανθή έφτιαξε τον φόρο και το τέμπλο, έμεινε μέχρι σήμερα στην συνιδιοκτησία των Μεδίκων – Γιατριάνων με τους Κακασαγγιάνους.
Ο φόρος είχε πέσει, και ξαναχτίστηκε γύρω στα 1600 περίπου! Σήμερα όμως είναι πάλι πεσμένος και είναι απ’ την δεκαετία του ’60.
Μέσα στην εκκλησία, το βορινό τμήμα των Μεδίκων, μέχρι την Ωραία Πύλη, έχει τρεις αγιογραφήσεις, μία πάνω στην άλλη! Ενώ από την Ωραία Πύλη και το νότιο τμήμα, μονάχα δύο, και είναι τούτη, η πλευρά των Κακασαγγιάνων. Μία εκκλησία μισιαρική στην ιδιοκτησία.
Όλες οι πηγές του Οιτύλου, οι πεδινές και παραθαλάσσιες ως και οι ελίμενες περιοχές πέρασαν στους Μέδικους. Το Λιμένι αργότερα δόθηκε προίκα στον γαμπρό τους Μαυρομιχάλη.

Οι ”επτά” παίδες

Ο Πέτρος ή Πιέρρος Μέδικος, ο γιος της Ανθής, και η Παλαιολογίτσα γέννησαν έξι (6) γιους, τους:
1.Μιχάλη ή Μιχελή, ταγμένος ίσως στον Ταξιάρχη Μιχαήλ.
2.Κούρο ή Κουρή.
3.Ιωάννη ή Ραζέλο, το όνομα του πάππου του Ιωάννη Παλαιολόγου.
4.Λουκά ή Τζαχούτα.
5.Γάϊο ή Γάτο.

6.Σαλμπάνο.


Στην ανάπτυξη της οικογένειας, ήρθαν να εμποδίσουν οι Κοντοσταυλιάνοι, που έριζαν για την διοίκηση της Μάνης. Η παράδοση λέει ότι κάλεσαν σε μονομαχία, τον γιο της Ανθής Πέτρο ή Πιέρρο Μέδικο κάτω από του Αυτουλά το μοναστήρι, (Παναγία η Τσιπιώτισσα), με όπλα τα τόξα, σε ελεύθερη χωσία, αλληλοεξόντωσης μεταξύ τους. Όμως την ημέρα της μονομαχίας, ο πολεμιστής Μπαζίνας από μόνος του, ανέλαβε να εξοντώσει τον Κοντόσταυλο και να μην κινδυνέψει ο Πέτρος ή Πιέρρος Μέδικος–Ιατρός.
Η Κυρούλα Ανθή, αφού της έσωσε τον γιο, που ίσως σκοτωνότανε, με τον ίδιο θάνατο, όπως ο πατέρας του, έδωσε στον Μπαζίνα ίσο μερδικό! Έτσι έγινε ο έβδομος μπουλουκιάρης, ανάμεσα στα εγγόνια της. Μονάχα λέει η παράδοση που δεν τον ευχήθηκε να πληθαίνει, ενώ στα εγγόνια της, ευχήθηκε να γίνουν πολλοί, σαν τον άμμο της θάλασσας.
Οι έξι (6) γιοι Μέδικοι και ένας ο Μπαζίνας εφτά (7) γιορτάζουν από τότε μέχρι σήμερα, ανελλιπώς την Μεγάλη Γιορτή! Κάθε Χριστούγεννα, αρχής γενομένης από τον μεγαλύτερο και κάθε χρόνο το κάθε μπουλούκι, επωμίζεται τις προετοιμασίες και τα έξοδα.

Τα δρώμενα της γιορτής

Μέχρι το 1923 που καταργήθηκαν τα εξωκλήσια, πήγαιναν την εικόνα της Γέννησης του Χριστού, την παραμονή στον εσπερινό, στην εκκλησία του Σωτήρα! Ολοήμερα γιόρταζαν στον Ταξιάρχη! Αυτό γινότανε σε ανάμνηση της παλιάς δόξας, του επισκοπικού ναού του Σωτήρα, στα Βυζαντινά χρόνια του Οιτύλου.
Παλιότερα έλεγαν οι γέροντες έβγαινε την παραμονή ντελάλης στον Κάτω Μαχαλά του Οιτύλου και φώναζε ότι:
«Αύριο έχουμε αδέρφια, του Παππούλη μας και της Κυρούλας μας την Μεγάλη Γιορτή, όλοι τα όπλα σας να τα κρεμάσετε στην μουριά της Ρούγας». Τότε ήταν μόνο μία μουριά και όχι πέντε όπως είναι σήμερα.
Την ημέρα εκείνη οφείλουν όλοι να προσέρχονται στην Εορτή, κάθε προστριβή, διαφορά, έχθρα, μίσος, μεταξύ των μελών της οικογένειας των Μεδίκων οφείλει να λησμονείται. Μετά τον εκκλησιασμό όλοι πάνε και χαιρετούν τον εορτάζοντα αδελφό, συντρώγουν και συνδιασκεδάζουν όλη την ημέρα και στο τέλος γίνεται η τελετή της ανακοίνωσης του οικογενειακού ΜΥΣΤΙΚΟΥ μόνο σε ενηλίκους άρρενες Μέδικους.
Έτσι και η γενιά των σημερινών Μεδίκων, με πλήρη ενθουσιασμό και πίστη στην εντολή των γεναρχών τους, εκτελούν αυτή σαν διαθήκη, με μεγάλο ζήλο και αφοσίωση.
Συγχρόνως τελείται και μνημόσυνο, υπέρ των σοφών γεννητόρων Πιέρρου και Ανθής Μεδίκου, οι οποίοι με την εντολή τους, συνέβαλαν τα μέγιστα για την απόσβεση ΕΝΤΕΛΩΣ των δημιουργηθέντων μέσα στους αιώνες θανάσιμων μισών, μεταξύ των μελών της οικογένειας.
Μολονότι έχουν παρέλθει τόσοι αιώνες το έθιμο τούτο, ή αλλιώς η ΔΙΑΘΗΚΗ, διότι πράγματι περί διαθήκης πρόκειται, παραμένει όπως ήταν και θα εξακολουθεί να παραμένει, γιατί διέπεται από μία μεγάλη αρχή Κοινωνική και Χριστιανική την αρχή της ΑΓΑΠΗΣ.
Τέλος η Μεγάλη Γιορτή κατευθύνει τα μέλη της στην οδό της μακροχρόνιας ΑΓΑΠΗΣ και ΕΝΟΤΗΤΑΣ.

Οι Μέδικοι του Οιτύλου στο Σήμερα

Από το 1977, που δημιουργήθηκε το σωματείο των Μεδίκων-Γιατριάνων, έγιναν πολλές και φιλότιμες προσπάθειες από όλους, να συγκεντρώσουν χρήματα και να χτίσουν το «Μεδίκειον Μέλαθρον» ή «Casa di Medici», στον Κάτου Μαχαλά του Οιτύλου, όπου και η συνοικία τους.
Τελικά ονομάστηκε «ΟΙΚΟΣ ΜΕΔΙΚΩΝ-ΓΙΑΤΡΙΑΝΩΝ».

Το 2000 έγιναν τα εγκαίνια του κτιρίου τους, και για πρώτη φορά, το μπουλούκι του αδελφού Ραζέλου, δεξιώθηκε και υπηρέτησε όλα τα αδέρφια του, τους συγγενείς και φίλους στο κοινό σπίτι τους.

Η αέναη προσπάθεια, της οικογένειας των Μεδίκων –Γιατριάνων, να εξευγενίσει τα ήθη και τα έθιμα του Οιτύλου και της Μάνης, δεν κατόρθωσε και πολλά πράγματα, για τις άλλες πολεμοχαρείς οικογένειες, όμως τα δικά της μέλη πολύ ελάχιστα φονικά επιτέλεσαν, ακόμα και κατά την αιματηρή περίοδο του τελευταίου εθνικού εμφύλιου πολέμου, ήταν στην πλειοψηφία τους συγκρατημένοι και από το να κάμουν γδικιωμούς προτίμησαν να μεταναστεύσουν.
Η μελλοντική προσπάθεια του σωματείου των Μεδίκων-Γιατριάνων είναι να κάνουν το «σπίτι» τους, μουσείο! Να συγκεντρώσουν εκεί όλο το πνευματικό και υλικό μεγαλείο του Οιτύλου, που θα το φυλάσσουν με αγάπη όλα τα μέλη της.
Εάν κάποτε τύχει να ξακληρίσουν, από τώρα σκέπτονται ν’ αλλάξουν το άρθρο του καταστατικού τους! Και η κινητή και ακίνητη περιουσία τους να πηγαίνει στο υπουργείο Πολιτισμού, εκεί που άλλωστε φυσιολογικά θα ανήκει.