Ἀνοίγει τὸ Τριώδιο, ὅπως λέμε, καὶ στὴ Μάνη δὲν ἀνοίγει μὲ φωνὲς καὶ γέλια, ἀνοίγει χαμηλόφωνα, σὰν παλιὸ θυρόφυλλο ποὺ τρίζει στὸν βοριά. Εἶναι ὁ καιρὸς ποὺ ὁ κόσμος στέκεται ἀνάμεσα, οὔτε χειμώνας, οὔτε ἄνοιξη, οὔτε ζωή μονάχα, οὔτε θάνατος. Ἕνας καιρὸς ποὺ τὰ σύνορα λεπταίνουν.
Στὴ Μάνη δὲν ἦταν ποτέ καιρὸς γιὰ μασκαρέματα. Οὔτε προσωπεῖα, οὔτε φανταχτερὰ ρούχα. Ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ δὲν κρύβεται, κουβαλᾷ τὸ πρόσωπό του ὅπως κουβαλᾷ τὸ ὄνομά του καὶ τοὺς νεκρούς του. Λέγαν οἱ παλιοὶ πὼς τὸ Τριώδιο ἀνοίγει, μὰ τὸ στόμα πρέπει νὰ κλείνει, νὰ μὴν ξεστομίζεις λόγια ἀσκόπως, νὰ μὴν προκαλεῖς τὰ ἀόρατα.
Γιατὶ αὐτὲς τὶς μέρες, ἔλεγαν, οἱ ψυχὲς ἀνεβαίνουν. Βγαίνουν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς γῆς, ἀπὸ τὰ ξεροχώραφα καὶ τὰ μνήματα, καὶ περπατοῦν ἀνάμεσα στὰ σπίτια. Γι’ αὐτὸ τὰ Ψυχοσάββατα εἶναι ἱερά. Βράζουν κόλλυβα μὲ σιτάρι καὶ ῥόδι, μὲ ὅ,τι δίνει ἡ γῆ, καὶ τὰ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησιὰ ἢ στὸ κοιμητήρι. Διαβάζουν τὰ ὀνόματα ἕνα-ἕνα, μὴν ξεχαστεῖ κανείς. Γιατὶ ὁ ξεχασμένος νεκρὸς γυρίζει βαριὰ στὸν κόσμο.
Κι ὅταν πέσει ἡ νύχτα, δὲν κάνει θόρυβο τὸ σπίτι. Δὲν γελᾶς δυνατά, δὲν τραγουδᾶς ἄσκοπα. Ἄκου. Μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ ἀέρας στὰ λιόδεντρα· μπορεῖ καὶ τὰ βήματα ἐκείνων ποὺ ἦρθαν νὰ δοῦν ἂν τοὺς θυμᾶσαι.
Τότε εἶναι ποὺ ἀκούγονται τὰ μοιρολόγια. Ὄχι μονάχα στὴν κηδεία, τὰ μοιρολόγια στὴ Μάνη εἶναι λόγος ζωντανός, παλιὸς ὅσο καὶ ἡ πέτρα. Δὲν γράφονται, δὲν μαθαίνονται, γεννιοῦνται τὴν ὥρα ποὺ τὰ χρειάζεται ἡ ψυχή. Περνοῦν ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, ἀπὸ μάνα σὲ κόρη, καὶ κρατοῦν μέσα τους τὴ μνήμη τοῦ γένους.
Οἱ γυναῖκες τὰ λένε χαμηλά, σχεδὸν ψιθυριστά, μὲ φωνὴ ποὺ τρέμει καὶ ἀνεβοκατεβαίνει σὰν κύμα. Δὲν μοιρολογοῦν μονάχα τὸν θάνατο, μοιρολογοῦν τὴ ζωή ποὺ κόπηκε, τὴν ἀδικία, τὸν πόλεμο, τὴν ξενιτειά. Κάθε στίχος εἶναι καὶ μία πληγή, κάθε λέξη καὶ μία ὁμολογία.
Στὶς μέρες τοῦ Τριωδίου, τὰ μοιρολόγια ἀλλάζουν βάρος. Δὲν ἀπευθύνονται σ’ ἕναν μονάχα νεκρό, ἀλλὰ σὲ ὅλους. Εἶναι σὰν κάλεσμα, ἕνα χαμηλὸ τραπέζι στὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ, ὅπου μπορεῖ νὰ καθίσουν γιὰ λίγο οἱ ἀπόντες. Μὲ τὸ μοιρολόγι, τοὺς θυμᾶσαι ἕναν-ἕναν, τοὺς δίνεις φωνὴ γιὰ νὰ μὴν χαθοῦν στὴ σιωπή.
Γι’ αὐτὸ καὶ λέγαν οἱ παλιοὶ πὼς ὅποιος ξέρει νὰ μοιρολογᾷ, κρατᾷ δεσμοὺς μὲ τὸν κάτω κόσμο. Τὸ μοιρολόγι εἶναι γέφυρα, ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς πρὸς τοὺς νεκρούς καὶ πίσω. Εἶναι σὰν νὰ καλᾶς τὸν νεκρὸ νὰ καθίσει γιὰ λίγο στὸ κατώφλι.
Οὔτε στὸ φαΐ ὑπῆρχε ὑπερβολή. Ἡ Ἀποκριὰ περνοῦσε λιτή. Λίγο τυρί, λίγες πίτες τὴν Τυρινή, καὶ ὕστερα σιγὰ-σιγὰ ἡ ἀποχή. Τὸ σῶμα ἔπρεπε νὰ καθαρίσει, γιὰ νὰ ἀντέξει τὸ βάρος τοῦ καιροῦ.
Κάτω ἀπὸ τὸν σταυρὸ ὅμως, παλιοὶ λέγαν πὼς ζοῦν πράγματα ἀρχαιότερα. Πρὶν τὴν ἐκκλησιά, πρὶν τὸ ψαλτήρι. Ἡ γῆ ποὺ ἀνοίγει, ὁ σπόρος ποὺ πεθαίνει γιὰ νὰ ξαναγεννηθεῖ, οἱ ψυχὲς ποὺ ζητοῦν μνήμη. Τὸ Τριώδιο στὴ Μάνη εἶναι ἕνα πέρασμα. Ἄμα τὸ διαβῇς ἀπρόσεκτα, σὲ τραβᾷ πίσω.
Γι’ αὐτὸ οἱ παλιοὶ στέκονταν μὲ σεβασμό. Γιατὶ ἤξεραν, αὐτὲς τὶς μέρες δὲν ἀποκριόμαστε, θυμόμαστε.
Σκιὲς καὶ Θρύλοι τοῦ Μοριᾶ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου