Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΜΑΝΙΑΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟ'Ι' ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ / ΜΕΣΑ ΜΑΝΗΣ.

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα

σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται .

Σήμερα βάλασι βουλή οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρεις καταραμένοι,

για να σταυρώσουν το Χριστό το Παντοβασιλέα

και πάσι στον παράνομο που φκιάνει τα καρφιά .

Εσύ που μας τα έφτιαξες εσύ αρμούνεψώ μας .

Δύο στα πόιδα βάλτε του κ' άλλα δυο στα χείρα

και τ' άλλο το φαρμακερό βάλτε το στην γκαρδιά του

να στάζει αίμα και νερό από τα σωθικά του .

Η Παναγιά σα τ' άκουσε έπεσε και λιγώθει,

ζητά μαχαίρι να σφαεί γκρεμό να πάει να πέσει .

Εκεί εμαζευτήκασι η Μάρθα και η Μαγδαληνή

και του Λαζάρου η μάνα και του Ιακώβου η αδερφή

κι οι τέσσερες αντάμα .

Σταμνί νερό της ρίξασι και τρία κανάτια μόσκο

και τρία μυροδόσταμα να 'ρθει ο λοϊσμό της .

Και σα της ήρθε ο λοϊσμός κ' σα της ήρθε ο νους της

φωνή απήρθε απ' ουρανού κι απ' Αρχαγγέλου στόμα:

Λάβε κυρά μου υπομονή, λάβε κυρά μου γνώση .

Το γιόκα ζου το πήρασι και στο χαλκιά το πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τυραννάνε .

Και πως να λάβου υπομονή και πως να λάβου γνώση

που ένα γιο μονογενή κι αυτόνε τόνε πήραν .

Πήρασι το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί της έβγαλε μες του χαλκιά τη (μ)πόρτα .

Βρέσκουν τη (μ)πόρτα σφαλιχτή και τα κλειδιά παρμένα

και τα πορτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα .

Η Παναγιά η Δέσποινα κάνει την προσευχή της,

κι η (μ) πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της .

Τηράει ζερβά, τηράει δεξά, κανένα δε γνωρίζει

τηράει και δεξιότερα λέπει τον Αη-Γιάννη .

Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Βαφτιστή του γιου μου,

πε μου που είναι ο γιόκας μου κ' που 'ναι το παιδί μου .

Δεν έχου γλώσσα να ζε που, χείλη να ζε μιλήσου .

Δεν έχου χεροπάλαμα για να ζε τόνε δείξου .

Το λέπεις 'κείνο το παιδί το παραπονεμένο

όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;

Εκείνος έν' ο γιόκα ζου κ' εμέ ο Βαφτιστής μου .

Η Παναγιά η Δέσποινα, εζύγωσε κοντά του

λέπει που τρέχει το νερό από τα σωθικά του .

Δε με μιλάς παιδάκι μου, δε μ' αγροικάς παιδί μου;

Τι να ζε που μανούλα μου που διάφορα δεν έχου

μόνε το Μέγα Σάββατο κοντά στο μεσονύχτι,

ότε λαλήσει ο πετεινός θα κρόουσι καμπάνες .

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης σημαίνουσι τ' ουράνια

σημαίνει κι η Αγιά Σοφία το μέγα μοναστήρι .

Τότε μανούλα μου κι εσύ λάβε χαρές μεγάλες .

Πηγή: naoistimani

Ναοί στη Μάνη

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΑ ΜΠΑΡΔΟΥΝΟΧΩΡΙΑ.

Τη Μεγάλη Παρασκευή στα Κόκκινα Λουριά τελείται ένα  σπάνιο  έθιμο. Οι νέοι του χωριού σε κάθε σπίτι απαγγέλουν-αφηγουνται  το θείο δράμα. Το μοιρολόι λέγεται "Σταυρός" κ οι Κοκκινολουριωτες ακολουθούν νοερά τα βήματα του Χριστού στο Γολγοθά, συμπάσχουν κ μεταφέρουν το έθιμο από γενιά σε γενιά.

«Αδέλφια Χριστιανοί σημέρον να γροικήστε

τα πάθη του Κυρίου μας όλοι να λυπηθείτε. 

Ακούτε δια τον Χριστόν αυτόν τον σταυρωμένο, 

στο ξύλο όπου κρέμεται στο καταματωμένο. 

Το νου δεν έχω σήμερον τα χείλη να μιλήσω

τα πάθη του κυρίου μας να σας ομολογήσω. 

Σημερ’ σκοτίστη ο ουρανός

κι ο ήλιος εχάθη. 

Κι η γη από τον φόβο της και εκείνη εταράχθη. 

Εβραίοι εβουλήθηκαν δια να τον σταυρώσουν

ανθρώπους και δεν έβρισκαν, να τους τον παραδώσουν. 

Μον' τον Ιούδα βρήκανε του τάξαν τριάντα γρόσια. 

Κι αυτός τονε παρέδωκε στας χείρας των εχθρών Του. 

Πώς τό κανε ο τρισάθλιος, που ήταν διδάσκαλός του. 

Κι ο Χριστός τον είχενε σ' πολύ μεγάλη αξία

κι αυτός τον επαρέδωσε σ’ αυτήν την προδοσία. 

Κι οι εβραίοι τον στείλανε, 

εις τους αρχιερείς τους, 

να μαρτυρήσουν ψέματα να χάσει τη ζωή του.

Κι οι αρχιερείς τον έστειλαν, 

στον Πόντιο Πιλάτο, 

να κάνει την εξέταση

αν είναι του θανάτου. 

Επιάσαν και τον ξέταζαν τον Ιησού Χριστό μας, 

για πες μας την αλήθεια αν είσαι ο Θεός μας. 

Αν είσαι ο Ιησούς Χριστός

πες μας για να πιστέψω

την εξουσία μ' έδωσαν για να σε σταυρώσω. 

Τότε ο Χριστός εμίλησε δεν έχεις εξουσία

να μη μου κάνεις τίποτε, καμιάν υπηρεσία. 

Τότε ο Πιλάτος φώναξε των φοβερών Εβραίων 

να παρατάτε τον Ιησού αυτόν τον Ναζωραίο. 

Γιατί εγώ τον ξέτασα  αιτία δεν του βρίσκω

να τον σταυρώσουμε άδικα,

το αίμα του να χύσω…

Μα οι Εβραίοι εφώναζαν δια να  τον σταυρώσουν,

αν είσαι φίλος Καίσαρος αυτός να μην γλυτώσει. 

Ας χύσουμε το αίμα του σήμερον στα μπροστά μας

κι ας έχουμε το κρίμα του,

εμείς και τα παιδιά μας. 

Κι έτσι τον εσταύρωσαν οι άνομοι Εβραίοι

οι άνομοι και τα σκυλιά και οι καταραμένοι. 

Του Φαραώ του είπανε τρία καρφιά να φτιάξει

και εκείνος ο παράνομος βαρεί & φτιάχνει πέντε. 

Συ Φαραέ που ταφτιαξες, εσύ να τα διατάξεις. 

Τα δυο βάντα στας χείρας του

και τα άλλα δυο στους πόδες, 

το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του

να τρέξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.

Η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και λιγώθει

τρέχει το γρηγορότερο να πάει για τον υιό της.

Να τον προλάβει ζωντανό, 

να τον παρηγορήσει

και με την μπόλια που φορεί, 

το αίμα να σκουπίσει.

Η Παναγιά εφώναξε,

των αποστόλων λέει

Όσοι αποστόλοι είσαστε, όλοι μαζί να ρθείτε,

μα εκείνοι εφοβήθηκαν να παν όλοι μαζί της, 

να μην τους εσταυρώσουνε, 

ωσάν και το παιδί της. 

Ένας την ακολούθησε από τους Αποστόλους

ο Ιωάννης μοναχά,

αυτός ο θεολόγος. 

Επήγαν και τον βρήκανε κι ήτανε σταυρωμένος

κι όλος από τας πληγάς ήτανε ματωμένος.

Εκάτσανε στα δεξιά 

και στα αριστερά του

και κλαίγανε για το καρφί

που χενε στην καρδιά του.

Η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον ερωτούσε.

Υιέ μου, πού' ν' τα κάλλη σου

και πού ν' η εμορφιά σου

και πού' ν' οι αποστόλοι σου,

που βάσταγες κοντά σου. 

Ολοι κι αν  σε αφήσανε,

ο Πέτρος τι εγίνει;

Δεν τό' λεγα δεν τό'λπιζα ο Πέτρος για να φύγει. 

Αν πού 'ναι ο Πέτρος

π' έλεγε ότι σε αγαπάει

νά 'ναι κι εκείνος επαδά να κλαίει να θρηναάει. 

Δεν μου μιλάς παιδάκι μου, 

προτού να ρθει το βράδυ

γιατί σύ φεύγεις από δω και πάεις εις στον Άδη. 

Δεν μου μιλάς παιδάκι μου

προτού να ξεψυχήσεις. 

Και μένα την μανούλα σου

που θέλεις να μ’αφήσεις.

Τότε ο Χριστός εμίλησε πάνω από τον Σταυρό Του

και λέγει στην μανούλα Του

που ήτανε στο πλευρό του. 

Σύρε μανούλα στο καλό και διάφορο μην έχεις

Μον' το Μεγάλο Σάββατο τότε να με παντέχεις…..

Όταν σημαίνουν οι εκκλησιές

και ψάλλουν οι παπάδες,

τότε κι εσύ μανούλα μου νάχεις χαρές μεγάλες…

Μπαρδουνοχώρια

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Οἱ Λαζαρίνες τῆς Σπάρτης.

Στὸν κάμπο τῆς Λακωνίας, ἐκεῖ ποὺ ὁ Ταΰγετος ρίχνει βαριὰ τὴ σκιά του καὶ ἡ γῆ μυρίζει ἀπὸ θυμάρι καὶ παλαιὸ ἀίμα, τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου δὲν ἔρχεται μὲ φωνὲς δυνατὲς μήτε μὲ πανηγύρια. Ἔρχεται ἤσυχα, σὰν νὰ πατεῖ πάνω στὶς μνήμες τῶν ἀνθρώπων.

Ἀπὸ τὴν ἀχλύ τῆς αὐγῆς, πρὶν ἀκόμα ζεστάνει ὁ ἥλιος τὰ λιθόστρωτα, ἀρχίζουν νὰ φαίνονται στὰ σοκάκια οἱ Λαζαρίνες. Κορίτσια νεαρὰ, μὲ βήμα συγκρατημένο, ποὺ μοιάζει νὰ μετράει τὴ γῆ.

Φοροῦν τὰ καλά τους, ὅχι γιὰ στολισμὸ μοναχά, μὰ σὰν νὰ ἀναλαμβάνουν ἕνα βάρος παλαιό. Τὰ φορέματα εἶναι σκούρα, βαθιὰ, μὲ ποδιὲς κεντημένες μὲ νήματα κόκκινα καὶ χρυσά. Στὸ στήθος φοροῦν τὰ σεγκούνια, βαριὰ, ποὺ κρατοῦν τὴ ζεστασιὰ καὶ τὴ μνήμη τοῦ χειμῶνα. Τὰ μαντίλια δένονται σφιχτὰ στὸ κεφάλι, καὶ τὰ μαλλιὰ κρύβονται σχεδὸν ὁλόκληρα, σὰν νὰ μὴν πρέπει νὰ φανερωθεῖ τίποτα ἀπὸ τὴ ζωντάνια τους.

Στὰ χέρια κρατοῦν καλαθάκια μικρά, στολισμένα μὲ λουλούδια τῆς ἐποχῆς· βιολέτες, μαργαρίτες, καὶ ἄγριες παπαροῦνες ποὺ ἀκόμα δὲν ἔχουν ἀνοίξει τελείως. Μέσα, ἄδεια στὴν ἀρχή, περιμένουν νὰ γεμίσουν μὲ τὰ δώρα τοῦ χωριοῦ· αὐγά, ψωμὶ καὶ λίγες φορές μέλι.

Δὲν βαδίζουν ὅπως τὰ παιδιά ποὺ παίζουν. Ἡ πορεία τους ἔχει τάξη. Ἀκολουθοῦν δρόμο παλιό, χαραγμένο ἀπὸ τοὺς προγόνους, ποὺ περνᾷ ἀπὸ τὰ σπίτια μὲ τὴν ἴδια σειρά κάθε χρόνο. Πρῶτα τὰ παλαιότερα, ἐκεῖ ποὺ ἡ πέτρα ἔχει ποτίσει μὲ χρόνια καὶ σιωπὴ. Ἔπειτα τὰ νεώτερα, ποὺ στέκουν ἀκόμα ἀνάλαφρα στὸν χρόνο.
Λένε πὼς ὁ δρόμος αὐτὸς δὲν ἀλλάζει, γιατί ἂν σπάσει ἡ σειρά, σπάζει καὶ τὸ νήμα ποὺ δένει τοὺς ζωντανοὺς μὲ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν.

Καθὼς προχωροῦν, ἀρχίζει τὸ τραγούδι. Δὲν εἶναι φωνὴ ἐλεύθερη, μὰ ρυθμὸς παλιός, σχεδὸν μονότονος, ποὺ ἀνεβοκατεβαίνει σὰν ἀναπνοή. Τὰ λόγια μιλούν γιὰ τὸν Λάζαρο, μὰ μέσα τους κουβαλοῦν καὶ κάτι βαθύτερο· τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή, ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς.

Οἱ φωνὲς δὲν ἀνεβαίνουν ψηλά. Κρατιοῦνται χαμηλά, σὰν νὰ μὴν θέλουν νὰ ταράξουν τὸν ἀέρα. Καὶ ὅμως, ἀπλώνονται στὰ σοκάκια καὶ κολλοῦν στὶς πέτρες, σὰν νὰ τὶς ρουφᾷ ὁ τόπος καὶ νὰ τὶς κρατάει.

Οἱ νοικοκυρὲς περιμένουν στὰ κατώφλια. Δὲν μιλούν πολύ. Δίνουν τὰ δώρα καὶ σταυρώνουν τὰ κορίτσια, σὰν νὰ περνᾶ ἀπὸ μπροστά τους κάτι ἱερὸ. Γιατί ἐκεῖνη τὴν ἡμέρα, οἱ Λαζαρίνες δὲν εἶναι μοναχὰ παιδιά· εἶναι φορεῖς ἐνὸς ἐθίμου ποὺ κρατᾷ τὴν ἰσορροπία τοῦ κόσμου.

Λένε πὼς παλιότερα, ἄν κάποια ἀπὸ αὐτὲς γελοῦσε δυνατά ἢ ἔσπαγε τὴ σιωπὴ μὲ λόγια ἄσκοπα, τὸ τραγούδι βάραινε καὶ ἡ πορεία γινόταν δύσκολη, σὰν νὰ ἀντιστέκεται ἡ γῆ.

Ὅταν τελειώνει ὁ κύκλος καὶ ὁ δρόμος φέρνει πάλι στὴν ἀρχή, τὰ καλαθάκια ἔχουν γεμίσει καὶ τὰ βήματα γίνονται πιὸ ἀργά. Ὁ ἥλιος ἔχει πια ψηλώσει, μὰ κάτι ἀπὸ τὴν πρωινὴ σκιά μένει ἀκόμα πάνω τους.

Καὶ τότε, γιὰ μία στιγμή, λένε πὼς ὁ ἀέρας παγώνει.
Σὰν νὰ περνᾷ ἀνάμεσά τους κάτι ποὺ δὲν φαίνεται.
Σὰν νὰ ἀκούγονται βήματα ἄλλα, παλιότερα, ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν ἴδια πορεία, τὸν ἴδιο δρόμο, τὸν ἴδιο ρυθμό.

Γιατί στὴ Σπάρτη, τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου δὲν εἶναι μονάχα μνήμη.
Εἶναι ἕνα πέρασμα.

Καὶ ὅσοι τὸ διαβαίνουν, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, κουβαλοῦν μέσα τους τὴ σιωπὴ ἐκείνων ποὺ τραγούδησαν πρὶν ἀπὸ αὐτούς.
Καὶ τὸ τραγούδι, ὅσο χαμηλὸ κι ἂν εἶναι, δὲν σβήνει.
Μένει στὸν τόπο.
Καὶ περιμένει.

​Τὸ παραπάνω κείμενο ἀποτελεῖ προϊόν μυθοπλασίας τοῦ διαχειριστῆ τῆς σελίδας.
Σκιὲς καὶ Θρύλοι τοῦ Μοριᾶ