Τρίτη 5 Απριλίου 2022

Το Τρυγόνι (Streptopelia turtur).




Ανήκει στην τάξη Περιστερόμορφα (COLUMBIFORMES). Είναι το μικρότερο θηρεύσιμο περιστερόμορφο με βάρος που κυμαίνεται από 180 έως 250 γρ. Eίδος καθαρά αποδημητικό με πολύ λίγες εξαιρέσεις. Διαχειμάζει στην Αφρική κυρίως κάτω απ' την Σαχάρα. Στην χώρα μας παραμένουν ,σύμφωνα με μετρήσεις τις τελευταίας δεκαετίας, περίπου 20-30.000 χιλ. ζευγάρια. Αναπαράγεται περισσότερο σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας και λιγότερο στην κεντρική. Επίσης μικροί πληθυσμοί, αναπαράγονται στα μεγάλα νησιά, Λέσβο, Χίο, Ρόδο και Κρήτη και ακόμη πιο λίγα στα νησιά του Ιονίου. Kατά την ανοιξιάτικη μετανάστευσή του από την Αφρική προς την Ευρώπη, η οποία γίνεται από τον Απρίλιο έως τα μέσα Μαΐου, σταθμεύει σε μεγάλους πληθυσμούς στην χώρα μας. Έχει παρατηρηθεί ,στην Ζάκυνθο σε μία μόνο ημέρα , περίπου 5.000 άτομα στάθμευσαν και άλλα τόσα πέρασαν χωρίς να σταματήσουν! Κατά την Φθινοπωρινή τους κάθοδο προς την Αφρική, αφήνουν τους τόπους αναπαραγωγής τους στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη, από τα τέλη Ιουλίου έως και τον Σεπτέμβριο, και ορισμένα περάσματα κυρίως των τελευταίων φωλεοποιήσεων, ακόμη και τον Οκτώβριο.

Αναπαραγωγή και συνήθειες

Aναπαράγεται εκτός από την χώρα μας στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη , σε υψόμετρα μέχρι τα 350 μ. και σπάνια έως τα 500 μ. Αν και ανέχεται την παρουσία των ανθρώπων στις καθημερινές του συνήθειες, προτιμά να αναπαράγεται σε απομακρυσμένες περιοχές. Είναι είδος μονογαμικό, όπως τα περισσότερα περιστεροειδή και φωλιάζει στα δέντρα και θάμνους ,σε ύψος από 3 έως 6 μ. Η φωλιά του είναι άτεχνη, στρωμένη με λίγα κλαδιά. Πολλές φορές τα κλαδιά είναι τόσο αραιά στρωμένα που φαίνονται τα αυγά από κάτω! Η επώαση διαρκεί 13-15 ημέρες και γίνεται κα από τα δύο φύλα. Τα μικρά εκκολάπτονται γυμνά, και είναι έτοιμα να πετάξουν ύστερα από 19-21 ημέρες. Τρέφεται στο έδαφος και η τροφή του είναι φυτικής κυρίως προέλευσης. Ανάλογα δε με την εποχή του έτους, αποτελείται από σπόρους δημητριακών, καρπούς δέντρων ή φύλλα μικρών ποωδών φυτών. Η ζωϊκής προέλευσης τροφή ,είναι μικρά σκουλήκια και σαλιγκάρια.



Το πέταγμά του είναι κομψό και γρήγορο. Συναντιέται σε μεγάλες πεδινές εκτάσεις με δέντρα και θάμνους ή σε δάση που βρίσκονται κοντά σε καλλιέργειες και ποτάμια. Όσον αφορά την διαχείριση των πληθυσμών του στην χώρα μας, αυτή δεν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εμάς, γιατί σαν αποδημητικό είδος, περνά από εδώ κυρίως παρά αναπαράγεται. Τα μέτρα όμως που μπορούμε να πάρουμε αφορούν την διατήρηση των παραδοσιακών καλλιεργειών, όπως ο ηλιόσπορος και το καλαμπόκι και των χώρων που φωλεοποιεί, κουρνιάζει και ξεκουράζεται, όπως θαμνώδεις ζώνες μεταξύ των καλλιεργημένων χωραφιών, μεμονωμένα δέντρα στα χωράφια κλπ τα οποία τείνουν να χαθούν τα τελευταία χρόνια με τους αναδασμούς και τις μονοκαλλιέργειες. Επίσης η ύπαρξη νερού με μορφή μικρών ρυακιών και λιμνών βοηθά τα τρυγόνια, αν και αυτά εξαφανίζονται λόγω της υπεράντλησης για το καλοκαιρινό πότισμα.

Tο Κυνήγι του

Το Κυνήγι του τρυγονιού, είναι ταυτισμένο με τις "πρώτες τουφεκιές της χρονιάς", τουλάχιστον για τους περισσότερους κυνηγούς. Είναι το κατ' εξοχήν κυνήγι του "καρτεριού" και η αναζήτηση του "καλού" καρτεριού είναι το κύριο μέλημα του κυνηγού. Είναι μια καθημερινή σχεδόν ασχολία τις ημέρες των περασμάτων με την ελπίδα ότι η εμφάνιση της σπαθάτης φιγούρας του στον ορίζοντα, θα σημάνει και το πολυπόθητο "πέρασμα"!! Αυτό βέβαια συμβαίνει σπάνια, αλλά η ελπίδα παραμένει πάντα δυνατή στον καρτεροκυνηγό!

Οι θαλάσσιες χελώνες του Λακωνικού Κόλπου.




Χιλιάδες χρόνια τώρα οι θαλάσσιες χελώνες ζουν και αναπαράγονται στις όμορφες αμμουδιές του Λακωνικού Κόλπου πιστοποιώντας, έτσι, με τον καλύτερο τρόπο την καθαρότητα των νερών και τη φυσική κατάσταση των παραλίων της περιοχής.

Αν και ζουν μέσα στο νερό, η ύπαρξή τους εξαρτάται απόλυτα από τις ακτές όπου αφήνουν τα αυγά τους. Επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα ζώα αυτά συνδέονται στενά με τις παραλίες όπου γεννήθηκαν και επιστρέφουν πάντα σ’ αυτές για να ωοτοκήσουν.

Έτσι ο πληθυσμός του Λακωνικού, όπως και κάθε άλλος πληθυσμός, έχει τις «δικές του» παραλίες ωοτοκίας και δεν μπορεί να «αναπληρωθεί» από χελώνες άλλων περιοχών.



Στο Λακωνικό, η Careta γεννά κάθε καλοκαίρι στην παραλία του Ευρώτα, από την Κοκκινιά έως τα Τρίνησα, καθώς και στις παραλίες Βαλτάκι, Σελινίτσα, Μαυροβούνι και Βαθύ. Στο Βαθύ, πίσω από τη ζώνη των αμμοθινών, εκτείνονται χαμηλοί λόφοι με φρύγανα που αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους παράκτιους βιότοπους τσακαλιών (Canis aureus) σε όλη την Πελοπόννησο.

Τα τελευταία χρόνια οι πληθυσμοί των θαλάσσιων χελωνών έχουν μειωθεί σημαντικά σε όλο τον κόσμο. Γι’ αυτό ευθύνεται κυρίως η ρύπανση της θάλασσας, η εκμετάλλευση του ζώου για εμπορικούς σκοπούς (σε άλλες χώρες) και οι τυχαίες συλλήψεις σε αλιευτικά εργαλεία. Η εξαφάνισή τους όμως είναι βέβαιη αν χάσουν τις παραλίες όπου αναπαράγονται.

Από το 1985 διεξάγεται πρόγραμμα μελέτης και προστασίας των θαλάσσιων χελωνών και των βιοτόπων τους. Κάθε χρόνο στις επιτηρούμενες παραλίες προστατεύονται γύρω στις 200 φωλιές, από τις οποίες περίπου 12.000 χελωνάκια φτάνουν στη θάλασσα.

Μετά από περίπου 30 χρόνια ελάχιστα από αυτά θα επιστρέψουν και πάλι στο Λακωνικό Κόλπο για να αναπαραχθούν. Σκοπός του προγράμματος, το οποίο συνεχίζεται εδώ και 14 χρόνια, είναι η αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η Θήρευση των φωλιών και των νεοσσών από ζώα, ο αποπροσανατολισμός των νεοσσών από φώτα στις παραλίες, η κίνηση τροχοφόρων στις αμμουδιές, η καταστροφή των αμμόλοφων και η τυχαία σύλληψη χελωνών σε αλιευτικά εργαλεία.

Επιπλέον, η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού, ιδιαίτερα των παιδιών. Η προστασία των θαλάσσιων χελωνών καθώς και η βιώσιμη διαχείριση της περιοχής, αποτελούν τον απώτερο σκοπό του προγράμματος.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2022

Φραγκοσυκιά - Opuntia ficus-indica


Πολύκλαδος κακτόμορφος θάμνος της οικογένειας των Κακτοειδών (Cactaceae), ύψους 3-4 μ. Αποτελείται από κυκλικά ή ωοειδή σαρκώδη τμήματα ενωμένα μεταξύ τους. Τα φύλλα έχουν αντικατασταθεί από σκληρά αγκάθια. Τα άνθη είναι μεγάλα και εντυπωσιακά, κίτρινα, άμισχα και εκφύονται συνήθως από το πάνω μέρος του φυτού. Ο καρπός (φραγκόσυκο) είναι σαρκώδης, ροδοκόκκινος εξωτερικά και αγκαθωτός.


Απαντάται σε βραχώδεις, προσήλιες και ξηρές θέσεις. Προέρχεται από την Κεντρική Αμερική και έχει εισαχθεί στη Μεσόγειο από τον 16ο αιώνα. Καλλιεργείται για τους καρπούς του. Καθώς οποιοδήποτε μέρος του φυτού ριζοβολεί, εξαπλώνεται εύκολα και δημιουργεί αδιαπέραστους φυτοφράχτες. Σήμερα αυτοφύεται σε πολλές θερμές περιοχές της χώρας μας.


Στη Μάνη το φραγκόσυκο αποτελούσε εύγευστο φρούτο που κοβόταν τις πρωινές ώρες, όταν δεν φυσούσε αέρας. Το κόψιμο, που απαιτεί τέχνη, γίνεται με ένα μακρύ ξύλο που στην άκρη του έχει ένα γυρτό καρφί σαν γάντζο, αν και τελευταία έχουν κατασκευασθεί με ακονισμένη λάμα στην άκρη. Τρώγεται πάντα δροσερό και σήμερα εξακολουθεί να είναι το αγαπημένο φρούτο για ντόπιους και ξένους. Η μεγάλη κατανάλωση προκαλεί δυσκοιλιότητα.

Χαμομήλι (Matricaria chamomilla)



Το χαμομήλι πήρε το όνομά του από το άρωμά του (μήλο του εδάφους) και ο πρώτος που αναφέρει τις ευεργετικές του ιδιότητες είναι ο πατέρας της Ιατρικής ο Ιπποκράτης. που το θεωρούσε εμμηναγωγό και φάρμακο κατά της υστερίας. Η μονοετής πόα, (Ματρικάρια το χαμαίμηλον) της οικογένειας των Συνθέτων, είναι φυτό αρωματικό και φαρμακευτικό, ύψους μέχρι 35 εκατοστά, με λείο βλαστό, πολύκλαδο και όρθιο.

Τα φύλλα είναι φτεροσχιδή και τα άνθη είναι σε ακραία κεφάλια ασπροκίτρινα. Αυτοφύεται σε χέρσα και καλλιεργημένα μέρη και η άνθηση που αρχίζει τον Απρίλιο διαρκεί μέχρι και τον Ιούνιο. Από τα άνθη του, που συλλέγονται όταν ανοίξουν καλά, παρασκευάζεται ένα από τα καλύτερα ευστόμαχα αφεψήματα.

Ποικιλίες του χαμομηλιού καλλιεργούνται, γιατί το αφέψημά τους έχει καταπραϋντικές και θεραπευτικές, στις τοπικές φλογώσεις, ιδιότητες. Τα άνθη επίσης θεωρούνται αντιπυρετικά, ευκοίλια, χολαγωγά, σιελογόνα, εμμηνάγωγα, σπασμολυτικά, αντιαλλεργικά, επουλωτικά, καταπραϋντικά των νεύρων, αεραγωγά, ανθιλμινθικά και ορεκτικά.

Η χριστιανική παράδοση έχει αφιερώσει το χαμομήλι στον Άγιο Γεώργιο προφανώς γιατί ανθίζει κοντά στην γιορτή του (23 Απριλίου).


Χωνάκι (Κομβολβουλία ο αλθαιοειδής Convolvulus althaeoides subsp. tenuissimus)

 

Ανήκει στην οικογένεια των Κομβολβουλιδών, (Convolvulaceae). Είναι πολυετής έρπουσα πόα, διαδεδομένη στη Μάνη, μήκους 1μ. Έχει φύλλα έμμισχα, ακέραια ή οδοντωτά και χνουδωτά. Τα άνθη του φυτού μοιάζουν με μικρά χωνιά, που έχουν χρώμα ρόδινο. Οι καρποί του είναι κάψες υποσφαιρικές.


Υπάρχουν δύο είδη. Το άγριο και το ήμερο. Το άγριο έχει μικρότερα άνθη χρώματος ασπρορόδινου και φύλλα επιμήκη και λεία. Τα παιδιά έκοβαν τα άνθη του και ρουφούσαν το νέκταρ που κρύβουν στη βάση της χοάνης.



Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

Χαρουπιά Ceratonia siliqua

 Χαρουπιά Ceratonia siliqua



Ανήκει στην οικογένεια Leguminosae (Caesalpiniaceae) και είναι αειθαλές δέντρο ή θάμνος, ύψους μέχρι 12 μ., με πλατιά και πυκνή κόμη. Έχει φύλλα σύνθετα, με 2-5 ζεύγη φυλλαρίων. Τα φυλλάρια είναι ελλειψοειδή ή αντωοειδή έως κυκλικά, δερματώδη. Τα άνθη είναι μικρά και πρασινωπά, χωρίς στεφάνη και διατάσσονται σε κοντούς, πλευρικούς βότρεις. Οι καρποί (χαρούπια) είναι μεγάλοι, μήκους έως 20εκ., δερματώδεις, καστανόχρωμοι. Απαντάται σε πετρώδεις και προσήλιες θέσεις, σε μεσογειακούς θαμνώνες.

Είναι μεσογειακό είδος, το οποίο απαντάται κυρίως στη Ν Ελλάδα. Καλλιεργείται για τους καρπούς του, οι οποίοι χρησιμεύουν κυρίως ως ζωοτροφή.

Φλώμος ή γαλατσίδα – Euphorbia characias subsp. wulfenii

 Φλώμος ή γαλατσίδα – Euphorbia characias subsp. wulfenii

Ανήκει στην οικογένεια των Ευφορβιϊδών (Euphorbiaceae) και είναι πολυετής πόα, με ξυλώδη βάση και ισχυρούς, αδιακλάδιστους βλαστούς ύψους μέχρι 1,8 μ. Τα φύλλα είναι γραμμοειδή - λογχοειδή, μήκους έως 13 εκ. και συγκεντρώνονται σε πυκνούς σπονδύλους στο πάνω τμήμα του βλαστού. Τα άνθη διατάσσονται σε ένα ακραίο σκιάδιο με 10-20 ακτίνες και σε πλευρικά σκιάδια, που εκφύονται από τις μασχάλες των φύλλων, με 13-40 ακτίνες οι οποίες ξεκινούν από τις βάσεις των φύλλων. Απαντάται σε θαμνώνες, ανοιχτά δάση και βοσκότοπους χαμηλών υψομέτρων. Το είδος είναι μεσογειακό και αρκετά διαδεδομένο στην Ελλάδα.



Κουνούκλα ή Σπάκα (Cistus salvifolius)

 Κουνούκλα ή Σπάκα (Cistus salvifolius)

Ανήκει στην οικογένεια των Κιστωδών (Cistaceae). Χαμηλός θάμνος, ύψους μέχρι 1 μ. Τα φύλλα είναι αντίθετα, ωοειδή ή ελλειψοειδή, τριχωτά. Τα άνθη, διαμέτρου 3-5 εκ., εμφανίζονται συνήθως μεμονωμένα. Τα σέπαλα είναι ανόμοια, με τα δύο εξωτερικά πολύ πλατύτερα από τα δύο εσωτερικά.

Έχει λευκή χωριστοπέταλη στεφάνη με πέντε πέταλα και πολυάριθμους στήμονες. Ο καρπός είναι χνουδωτή κάψα. Απαντάται σε θαμνώνες, συνήθως σε όξινα εδάφη, σε χαμηλά υψόμετρα. Εξαπλώνεται στη Ν. Ευρώπη, τη Δ. Ασία και τη Β. Αφρική και είναι αρκετά διαδεδομένο στην Ελλάδα.