Τετάρτη 22 Μαρτίου 2023

Κουνάβια (Martes foina) & Ασβοί (Meles Meles) στην Μάνη.

 

Ασβός (Meles meles)


To ζώο αυτό έχει συνδυαστεί με τη δυσοσμία κυρίως, όμως, για είδη εκτός Ευρώπης. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι σε ορισμένα είδη ασβών υπάρχουν αδένες στην περιοχή των γεννητικών οργάνων με δύσοσμο έκκριμα το οποίο και εκτοξεύουν ως μέσο απώθησης και προστασίας όταν απειληθούν. Στην Ευρώπη το μοναδικό είδος ασβού που εξαπλώνεται δεν έχει την δυσάρεστη αυτή συνήθεια, προς μεγάλη ευχαρίστηση των εχθρών του και των ανθρώπων που μπορεί να συναντήσουν το ζώο αυτό και να το τρομάξουν άθελά τους.

Ο ασβός είναι το μεγαλύτερο είδος της οικογένειας των μουστελιδών (νυφίτσες, κουνάβια, βίδρες) στην Ελλάδα (μήκος σώματος με ουρά μέχρι 110 εκατοστά και βάρος μέχρι και 20 κιλά). Έχει σώμα ογκώδες και συμπαγές με πόδια κοντά και ουρά κοντή και φουντωτή. Το ρύγχος του είναι οξύληκτο ενώ τα μάτια του όπως και τα αυτιά του είναι μικρά. Πολύ χαρακτηριστικό ζώο εξαιτίας του χρώματός του: άσπρο κεφάλι με δύο πλατιές επιμήκεις λωρίδες χρώματος σκούρου καφέ, οι οποίες ξεκινούν από το άκρο του ρύγχους, περιβάλλουν τα μάτια και καταλήγουν πίσω από τα αυτιά. Διαβιεί σε οικοτόπους που περιλαμβάνουν δάση, μακία, στέπες και αγροτικές περιοχές. Ο ασβός είναι κυρίως νυχτόβιο ζώο. Περνάει τη μέρα κρυμμένος στη φωλιά του, που είναι στρωμένη με άχυρο και μοιάζει με πολύπλοκο τούνελ για να μπορεί να διαφεύγει σε περίπτωση κινδύνου. Ζευγαρώνει με τον ίδιο σύντροφο για όλη του τη ζωή και μοιράζεται τη φωλιά του με την υπόλοιπη οικογένεια του. Η διατροφή του εμφανίζει μεγάλη ποικιλία περιλαμβάνοντας έντομα, σκουλήκια ή άλλα ασπόνδυλα, μικρά θηλαστικά, ερπετά, αλλά και καρπούς και γενικά πολύ φυτική ύλη.
Η προστασία του ασβού σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό και ευρωπαϊκό επίπεδο είναι «χαλαρή» καθώς περιλαμβάνεται στους καταλόγους ορισμένων συμβάσεων και νόμων. Οι άμεσες πιέσεις πάνω στους πληθυσμούς του σχετίζονται με τη θανάτωσή του καθώς θεωρείται επιζήμιος για τις καλλιέργειες κυρίως εξαιτίας του εκτεταμένου υπογείου δικτύου που κατασκευάζει για τη διαμονή του, ενώ δε είναι και μικρή η απειλή από ατυχήματα στο οδικό δίκτυο. Θηρεύεται και για το τρίχωμα της ουράς του, το οποίο χρησιμεύει στην κατασκευή μαλακών πινέλων ζωγραφικής!!! Οι έμμεσες πιέσεις σχετίζονται με τη συρρίκνωση, υποβάθμιση και κατακερματισμό των οικοτόπων που διαβιεί και γενικά τη συνεχή απώλεια της φυσικότητας του περιβάλλοντος.

Πετροκούναβο (Martes foina)

Tο πετροκούναβο (Martes foina) είναι σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Μουστελιδών που ζει μοναχικά (με μοναδική εξαίρεση την εποχή του ζευγαρώματος) σε ποικιλία οικοτοπών. Είναι είδος κυρίως δασόβιο χωρίς όμως αυτό να να το αποθαρρύνει να ζει και σε βραχώδεις τοποθεσίες κοντά σε κατοικημένες περιοχές ή ακόμα και σε στέγες σπιτιών.
Καταγράφεται ως το λιγότερο απειλούμενο είδος (Least concern, LC) από τη Διεθνή Ένωση Προστασίας της Φύσης, λόγω της ευρείας κατανομής του, του μεγάλου πληθυσμού του και της παρουσίας του σε μια σειρά από προστατευόμενες περιοχές. Εξωτερικά είναι παρόμοιο με το δενδροκούναβο, αλλά διαφέρει από αυτό από το μικρότερο μέγεθος και τις προτιμήσεις του οικοτόπου του. Ενώ το δενδροκούναβο περιορίζεται στα δάση, το πετροκούναβο είναι ένα πιο γενικευμένο και προσαρμόσιμο είδος, που εμφανίζεται σε έναν αριθμό ανοιχτών και δασικών οικοτόπων.
Γεωγραφική εξάπλωση
Απαντάται στην Δυτική, Κεντρική και Νότια Ευρώπη, στη Μ. Ασία και Κεντρική Ασία. Στη χώρα μας βρίσκεται σε ολόκληρη την Ηπειρωτική και Νησιωτική Ελλάδα ελεύθερα αν και υπάρχουν περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται σε εμπορία κατοικίδιων ζώων.
Πληθυσμιακή κατανομή
Στην περίοδο της κατοχής το κυνήγι του κουναβιού απέφερε ένα σημαντικό εισόδημα εξαιτίας της γούνας του και γι’ αυτό το λόγο υπήρχαν οργανωμένες ομάδες που τα κυνηγούσαν συστηματικά με αποτέλεσμα να μειωθεί αρκετά ο αριθμός τους. Πλέον αυτή η δραστηριότητα έχει σταματήσει να εξασκείται έντονα ενώ επιτρέπεται μόνο από 15/9 έως 28/2 και έτσι έχει εξασφαλιστεί η προστασία και αφετέρου ο πολλαπλασιασμός-αναπαραγωγή του είδους.
Περιγραφή του ζώου
Πρόκειται για ένα ζώο μεσαίου μεγέθους (μήκος σώματος έως 50 εκατοστά, μήκος ουράς μέχρι 26 εκατοστά και βάρος κοντά στα 2,5 κιλά). Διαθέτει μια πυκνή γούνα χρώματος κάστανο καθώς και μια χοντρή φουντωτή ουρά. Το χρώμα και το μήκος του τριχώματος του μεταβάλλεται ανάλογα την εποχή. Το κυριότερο διαγνωστικό του στοιχείο όμως είναι ο χρωματισμός του λαιμού, που διαφέρει από το υπόλοιπο σώμα, καθώς είναι λευκός.
Συνήθειες
Είναι ζώο που ζει μονήρες. Είναι είδος νυκτόβιο αν και μπορεί να κινείται και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Μπορεί να αναρριχηθεί στα δέντρα σε τοίχους και φράχτες εύκολα, χάρη γαμψά νύχια του ενώ ταυτόχρονα η μεγάλη του ουρά το βοηθάει στο να διατηρεί την ισορροπία του κατά την διάρκεια των αναρριχήσεων. Τρέφεται κυρίως με τρωκτικά αν και συχνά συναντάται να καταναλώνει και πουλιά αλλά και σπανιότερα φυτικές ίνες.
Αναπαραγωγική περίοδος
Είναι μονογαμικό είδος και ζευγαρώνει κατά τον Ιούλιο-Αύγουστο. Τα δύο φύλα ζουν χωριστά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, εκτός από την περίοδο του ζευγαρώματος. Το θηλυκό μετά από περίοδο εγκυμοσύνης 9 περίπου μηνών γεννά τον Μάρτιο-Απρίλιο, 3-5 μικρά. Το πετροκούναβο δεν διασταυρώνεται με το κουνάβι (Martes martes).

Σάββατο 18 Μαρτίου 2023

Λύγκας

 


Ο λύγκας (στα αρχαίαλυγξ), ή τσαγκανόλυκος, είναι γένος της οικογένειας των Αιλουριδών. Διακρίνονται τέσσερα είδη λυγκών, τα οποία διαβιούν όλα στο βόρειο ημισφαίριο. Ο ευρασιατικός λύγκας, ο οποίος έχει μάλλον εξαφανισθεί από την ελληνική επικράτεια όπου ζούσε ακόμη μέχρι πριν από μία πεντηκονταετία, είναι το τρίτο μεγαλύτερο σαρκοβόρο της Ευρώπης μετά την αρκούδα και τον λύκο. Στην Ελλάδα απαντάται στην περιοχή Φλώρινας, ο Βαλκανικός λύγκας (Lynx lynx martinoi), υποείδος του Ευρασιατικού λύγκα.
Χαρακτηριστικά
Είναι μεσαίου μεγέθους αιλουροειδές με ψηλά πόδια. Ανάλογα με το είδος το μήκος τους φτάνει από 70 εκατοστά μέχρι στα 1,20 μέτρα, και το ύψος τα 35 μέχρι τα 70 εκατοστά και το βάρος να κυμαίνεται από 7 έως 35 κιλά. Τα μπροστινά πόδια είναι κοντύτερα από τα πίσω. Έχουν πολύ κοντή ουρά συγκριτικά με τις άλλες γάτες, που καταλήγει σε μαύρη κορυφή. Το κεφάλι είναι στρόγγυλο με παχιά γενειάδα στα μάγουλα και μαύρες τούφες που ξεπροβάλλουν από τα αφτιά μέχρι πέντε εκατοστά. Η γούνα του λύγκα είναι πολύ πυκνή, έχει συνήθως στίγματα και το χρώμα της διαφέρει ανά εποχή και είδος, από μπεζ και γκρι μέχρι κοκκινωπή και καφέ, ενώ στο πηγούνι, το στήθος και την κοιλιά είναι σχεδόν λευκή.

Συμπεριφορά

Όπως οι περισσότερες γάτες έτσι και οι λύγκες είναι μοναχικά ζώα με μεγάλη περιοχή επίβλεψης. Ζευγαρώνουν τέλη του χειμώνα και γεννούν 2-4 μικρά μία φορά το χρόνο. Ο χρόνος κύησης είναι περίπου 70-80 ημέρες. Τα μικρά μένουν με τη μητέρα τους για έναν ακόμη χειμώνα μέχρι να ωριμάσουν και να ανεξαρτητοποιηθούν. Σκαρφαλώνουν με ευκολία στα δέντρα, έχουν καλές αλτικές ικανότητες και αντέχουν στις μεγάλες πορείες. Κυνηγούν τα θηράματά τους μετά το σούρουπο ή τη νύχτα. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται μικρά οπληφόρα όπως ελάφια, ζαρκάδια, αγριοκάτσικα και πρόβατα, αλλά κυρίως μικρότερα ζώα όπως λαγοί, ψάρια, σκίουροι, ποντίκια, γαλοπούλες, πέρδικες και άλλα πτηνά.

Είδη

Υπάρχουν τέσσερα είδη λύγκα:
  • ευρασιατικός ή κοινός λύγκας (Λυγξ ο λυγξ - Lynx lynx), το μεγαλύτερο απ' όλα τα είδη
  • ιβηρικός ή παρδαλωτός λύγκας (Λυγξ ο παρδαλωτός - Lynx pardinus), το πιο απειλούμενο αιλουροειδές στον κόσμο
  • Καναδικός λύγκας (Λυγξ ο καναδικός - Lynx canadensis)
  • Ερυθρός λύγκας (Λυγξ ο ερυθρός - Lynx rufus) το μικρότερο είδος

Το ζώο-φάντασμα

Ζώο νυκτόβιο και μοναχικό, ο λύγκας ήταν σχεδόν πάντα αόρατος για τον πολύ κόσμο. Οι αρχαίοι, πάντως, τον γνώριζαν καλά κι εκείνοι του πρωτοέδωσαν το όνομα λυγξ (ο λυγξ, του λυγκός). Στα νεότερα χρόνια ο λαός μας τον ονόμαζε ρίσσο ή ρίτσο. Από κει βγαίνει και το επώνυμο του μεγάλου μας ποιητή. Πρόκειται για ένα υπέροχο αιλουροειδές, περίπου διπλάσιο σε μέγεθος από ένα γάτο. Ξεχωρίζει από την πολύ κοντή ουρά του και τις «φούντες» στις άκρες των αυτιών. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι αν υπάρχει ακόμη ο λύγκας στην Ελλάδα. Κάποιοι λένε ότι είδαν τέτοια ζώα στην Πίνδο, στη Ροδόπη, στη Δυτική Ελλάδα. Κανείς, όμως, δεν μπόρεσε τα τελευταία τριάντα χρόνια να προσκομίσει κάποια απόδειξη, έστω φωτογραφίες πατημασιάς από λύγκα ή κάποιο δέρμα από σκοτωμένο ζώο. Υπάρχει, λοιπόν, ακόμη ο λύγκας στην Ελλάδα ή μήπως έχει απομείνει μόνο το φάντασμα του; Ο εύρων αμειφθήσεται.

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Λούπινο, Το Μανιάτικο Όσπριο.

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Λούπινο : πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά τοπικά προϊόντα που έχει η Μάνη. Τα Λούπινα ή Λουμπούνια είναι το όσπριο που ανατρέφει τους Μανιάτες από την αρχαιότητα έως σήμερα. Προς έκπληξη όλων τα τελευταία χρόνια άρχισαν να εμφανίζονται και σε καταλόγους εστιατορίων. Τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Τα Λούπινα έχουν ευεργετικές ικανότητες και στο μέλλον μπορούν πολύ εύκολα να αντικαταστήσουν τη σόγια. Η προσπάθεια των διατροφολόγων έγκειται στο να μπορέσουν να αντικαταστήσουν τη σόγια με τους πολύ πιο θρεπτικούς καρπούς όπως είναι τα λούπινα. Δυστυχώς, δεν υπάρχει στη χώρα μας στρατηγική ανάπτυξης των εγχώριων δυνατοτήτων. Η ζήτηση του λούπινου  στο εξωτερικό αυξάνεται, ιδίως στην Ευρώπη, ενώ η καλλιέργειά του θεωρείται εύκολη και πολύ αποδοτική ανά στρέμμα. Η Αυστραλία είναι σήμερα η μεγαλύτερη παραγωγός λούπινου με περισσότερα από 10 εκατομ. στρέμματα ενώ η παγκόσμια παραγωγή είναι διπλάσια. Στη βόρεια Ελλάδα εισάγουμε λούπινα Ιταλίας για ζωοτροφή.

Τα λούπινα, όπως λέει ο καθηγητής, Χρήστος Μακρίδης, από τους αρχαίους χρόνους καλλιεργούνταν για ποικιλία χρήσεων. Οι Ρωμαίοι αποπίκραιναν τα λούπινα σε αλμυρό νερό και τα πουλούσαν στους δρόμους, οι Ισπανοί, όταν κατέκτησαν τη Λατινική Αμερική παρατήρησαν ότι εκεί οι λαοί καλλιεργούσαν τα λούπινα και στην Ευρώπη, τα κίτρινα λούπινα, αναπτύχθηκαν ευρέως στα αμμώδη, όξινα εδάφη.

Όσον αφορά την χρήση των καρπών στην ανθρώπινη διατροφή, επειδή βγάζουν μια πικράδα, συνηθίζεται να ακολουθούνται διάφοροι τρόποι «ξεπικρίσματος», όπως στα κουκιά. «Πάντως, στην Ελλάδα, τα καταναλώνουν ακόμα, σε διάφορες περιοχές όπως στην Πελοπόννησο, την Κρήτη και τη Λακωνία λόγω της καλής διατροφικής ποιότητας, αφού πρόκειται για καρπούς πλούσιους σε πρωτεΐνη» τόνισε ο κ. Μακρίδης συμπληρώνοντας ότι βοηθούν και στην ανάπτυξη προϊόντων, όπως τα ζυμαρικά, τα πατατάκια, το ψωμί, τα μπισκότα και το κέικ.


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Ανήκουν στην οικογένεια των ψυχανθών Faboideae και είναι πολυετή φυτά. Είναι στρόγγυλα, πλατιά και μοιάζουν με τη φάβα. Έχουν βρεθεί 300 διαφορετικά ειδή Λούπινων αλλά δυο είναι τα πιο γνωστά. Τα πικρά και τα γλυκά. Στην περιοχή της Μεσογείου επικρατεί το πικρό είδος ενώ τα γλυκά Λούπινα επί τω πλείστον στη Βόρειο Αμερική. Στην Ελλάδα το συναντάμε κυρίως στην Μάνη και την Κρήτη.

ΣΤΟ ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ

Τα πρώτα ευρήματα καλλιέργειας εντοπίστηκαν στην Αίγυπτο (το 2000 π.Χ.). Ωστόσο, η καλλιέργεια του λευκού λούπινου είναι πιθανότερο να ξεκίνησε στην αρχαία Ελλάδα όπου εντοπίζονται και οι περισσότερες άγριες ποικιλίες του φυτού ενώ τα συναντάμε αδιάλειπτα στη διατροφή των Ελλήνων από την αρχαιότητα έως σήμερα. Ο Λουκιανός τοποθετεί τους καρπούς ως αναπόσπαστο κομμάτι της νηστείας των αρχαίων. Κυρίως στα δείπνα της Εκάτης «νυκτίων φαντασμάτων» και ειδική τροφή για τους επισκέπτες του νεκρομαντείου του Αχέροντα. Βασική, επίσης, τροφή στα συμπόσια των κυνικών φιλοσόφων. Ο Θεόφραστος, ο Διοσκουρίδης και πολλοί ακόμα αρχαίοι συγγραφείς καταθέτουν γνώση και γνώμη για τα Λούπινα.

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ & ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

“Η τροφή των φτωχών”, κατά τον Αθήναιο, σήμερα είναι ένας εκλεκτός μεζές είτε κατά τη διάρκεια των νηστειών είτε ως ορεκτικό πριν το κυρίως γεύμα.
Λόγω της πικρής γεύσης, συνήθως στη Μάνη, τα έβραζαν (κατά προτίμηση σε θαλασσινό νερό) και στη συνέχεια τα μούλιαζαν σε κρύο θαλασσινό νερό για περίπου 48 ώρες. Με αυτό τον τρόπο ξεπίκριζαν και μπορούσαν να καταναλωθούν. Ένας άλλος τρόπος είναι το καβούρδισμα. Σήμερα, τα χλωρά Λούπινα, κυρίως, πωλούνται σε βάζα με άλμη. Ο καρπός με την κατάλληλη επεξεργασία γίνεται αλεύρι ειδάλλως καταναλώνεται ως ζεστή σαλάτα πάντα συνοδευόμενος από ούζο η μπύρα. Γίνεται ακόμα και παγωτό όπως και μπισκότα. Θεωρείται ο μανιάτικος πασατέμπος ή η μανιάτικη σταφίδα, όπως τα έλεγαν παλαιότερα γιατί αποξηραμένα αποτελούσαν ένα καθημερινό συμπλήρωμα διατροφής. Χρησιμοποιείται ευρέως στη χώρα μας ως ζωοτροφή.

ΘΡΕΠΤΙΚΗ & ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΞΙΑ

Κατατάσσονται μεν στα όσπρια αλλά η θρεπτική τους αξία είναι ανώτερη των άλλων. Σύμφωνα με έρευνες, τα Λούπινα, είναι το πλέον κατάλληλο συστατικό για μια διατροφή βασισμένη σε οργανικά στοιχεία, στην ωμοφαγία, και φυσικά σε όσους παρουσιάζουν πρόβλημα με την γλουτένη.

1. Βοηθούν στη μείωση της αρτηριακής πίεσης και του ζαχάρου, δύο σοβαρές παθήσεις που ταλαιπωρούν μεγάλο μέρος του πληθυσμού και οι ειδικοί προσπαθούν να τις αντιμετωπίσουν με φυσικούς πλέον τρόπους
2.Έχουν λίγες θερμίδες και είναι πλούσια σε πρωτεΐνες. Κατάλληλα για δίαιτες απώλειας βάρους.
3. Η μη ύπαρξη γλουτένης βοηθά να συμπεριληφθούν σε εξειδικευμένες δίαιτες που χρήζουν προσοχής.
4. Καταστέλλουν την όρεξη.
5. Έχουν υψηλή περιεκτικότητα ιχνοστοιχείων και μετάλλων όπως μαγνήσιο, σίδηρο, φώσφορο, μαγγάνιο, χαλκό ψευδάργυρο. Δεν περιέχουν χοληστερόλη. Δεν περιέχουν άμυλο. Έχουν υψηλή περιεκτικότητα φυτικών ινών.
6. Βοηθούν στην μείωση της αρτηριακής πίεσης ενώ η σημαντική περιεκτικότητα θειαμίνης ενισχύει το νευρικό σύστημα. Καταπολεμούν το διαβήτη.
7. Ως κατάπλασμα, εξωτερικά, στο δέρμα, αντιμετωπίζει φλεγμονές, αποστήματα, αρθροίτιδα.

Προσοχή χρειάζεται σε περιπτώσεις ατόμων που παρουσιάζουν τροφικές αλλεργίες π.χ. στα φυστίκια και τα ψυχανθή. Η Λουπιδίνη, είναι μια τοξική ουσία του λούπινου που μπορεί να προκαλέσει δηλητηρίαση (λουπίνωση). Την ασθένεια προκαλεί κυρίως στο είδος “κιντρινανθής θέρμος” που καλλιεργείται για ζωοτροφή.

Η πτωτική πορεία της καλλιέργειας του λούπινου άρχισε στη χώρα μας τη δεκαετία του ΄70 αλλά τα τελευταία χρόνια, διαπιστώνει ο καθηγητής, παρατηρείται μια μεγάλη αύξηση στην καλλιέργεια και στην παραγωγή.
«Είναι μια πολύ καλή λύση για τον περιορισμό των εισαγωγών σόγιας, για την αξιοποίηση των όξινων εδαφών αλλά και για την κάλυψη των διατροφικών μας αναγκών» καταλήγει προτείνοντας την επαναφορά του λούπινου στα τραπέζια μας. Άλλωστε, οι φυτικές ίνες που περιέχει ο πυρήνας των γλυκών λούπινων, αντιπροσωπεύουν το 40% του βάρους του, αποτελώντας το υψηλότερο επίπεδο από τα άλλα όσπρια.

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023 σήμερα & τιμάται ο Άγιος Χαράλαμπος στο χωριό μας Πιόντες.

Η Θεία Λειτουργία του Αγίου Χαραλάμπους στον ομώνυμο ναό στις Πιόντες σήμερα Παρασκευή 10-02-2023. Χρόνια Πολλά στους εορτάζοντες!!!!



Υλικό από τον Χαραλάμπη Αλετουράκο. 















Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2023

Το μοιρολόι του Θαλάση Ληγοράκου ή Σπυριδάκου

Του Θαλάση Ληγοράκο ή Σπυριδάκο* (Από το βιβλίο του Κυριάκου  Δ. Κάσση «Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης Α’» σελίδες 297-303)

  Στα Τσικαλιά, Χωριό της Μ. Μάνης κοντά στ’ Άλικα, υπάρχει η οικογένεια των Γρηγοριάνων (Γρηγοράκος, που από πολλούς φαίνεται αδελφή οικογένεια με τους Γρηγοράκηδες των Αλίκων και του Γυθείου). Οι Γρηγοριάνοι των Τσικαλιών είναι γνωστό ότι προέρχονται από την συντροφία (= σύνολο οικογενειών που συνήθως είναι εξ αίματος συγγενείς) των Γιαννακομιχελιάνων. Ο Θαλάσης λεγότανε Σπυριδάκος (ιδιαίτερος κλάδος των Γρηγοριάνων). Το μικρό του όνομα το πήρε επειδή γεννήθηκε κοντά στη θάλασσα (στο Σαρολιμένι Αλίκων) γύρω στα 1816.

  Ο Θαλάσης ήταν πολύ αψύς και πολύ παλληκάρι. Έφηβος σχεδόν συμμετείχε στην επανάσταση κατά των Μπαβαρών (1834). Συνδέθηκε με κουμπαριά με τους Ζερβομπεάνους. (ο Ζερβόμπεης ήταν καπετάνιος στον Καρβελά – Σκαμνάκι κλπ. χωριά της Έξω Μάνης). Μαζί μ’ αυτόν και με τους Ακροταιναρίτες χτύπησαν τους Μπαβαρούς και στη συνέχεια τους Οθωνικούς. Ο Φέδερ επρόσφερε στο Θαλάση αξιώματα και βαθμούς (ταγματάρχη) για να τον προσεταιριστεί, αλλά εκείνος περιφρονητικά δεν δέχτηκε. Όταν νικήθηκαν από τους βασιλικούς (Μανιάτες και Μπαβαρούς), οι αντιβασιλικοί Μανιάτες (όπως και ο Σκυλακάκης) χτυπήθηκαν. Ανάμεσά τους ο Θαλάσης που στο εξής, (μετά το 1840) ήταν ληστοφυγόδικος στην περιοχή του Γυθείου (Βλ. και το τραγούδι του Καμουστιώτη). Σε επανειλημμένες συμπλοκές με την αρχή και τους τοποτηρητές Μανιάτες, ο Θαλάσης είχε δείξει μεγάλη παλληκαριά και παραμένοντας πάντοτε ασύλληπτος είχε γίνει δημοφιλέστατος στη Μ. Μάνη. Με προδοσιά όμως τον ανακάλυψαν στο Γύθειο και στη συμπλοκή τραυματίστηκε βαρειά. Κλέβοντας μια βάρκα πήγε στον Κότρωνα και ειδοποίησε στους συγγενείς του Γεωργόπουλους στις Πιόντες, που πράγματι έστειλαν και τον πήραν. Τον άφησαν στο Αρμυρό, γυρίζοντας όλο τον κάβο του Ματαπά και τον πήγαν σπίτι του. Αλλά φαίνεται ότι μαθεύτηκε και το σπίτι του σύντομα βρέθηκε περικυκλωμένο. Ξέφυγε και πήγε στα Χωραφάκια και από κει τον μετέφεραν μισοπεθαμένο στις Πιόντες, στους Γιωργοπουλιάνους. Ξεψύχησε μέσα στο Λιοπιγεριάνικο λιτριβείο στις Πιόντες και θάφτηκε εκεί στο νεκροταφείο του Σωτήρα. Επειδή όμως οι διώκτες του πήγαν και κατά την νεκροψία και στις Πιόντες (θέλαν να κόψουν το κεφάλι του, για να πάρουν την επικήρυξη) οι συγγενείς του  Γεωργοπουλιάνοι αναγκάστηκαν να ξεσηκωθούν στα όπλα, γιατί θεώρησαν μειωτικό γι’ αυτούς, να παρθεί από τα σπίτια τους μέσα το κεφάλι ενός συγγενούς τους. Οι στρατιώτες και οι ντόπιοι εχθροί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να φύγουν. Οι αναρχικοί είχαν μεγάλη δύναμη.

 

Είμαστε στην περίοδο 1868-1870.

Το μοιρολόϊ είπε η μάννα του Θαλάση :

 

Θαλάση ρήγα και πασά

και δεύτερέ μου βασιληά.

Θαλάση μπέη, μπουλουξή1

Που ήσου στη Μάνη νταβιτζής2.

Που έκλεινες περάσματα

Και έκοβες ξεβγάρματα3

Ώριζες δεν ωριζόσου

έκρινες δεν εκρινόσου.

Δε ζ’ άρεσκε στο γ Καρβελά4

μέσ’ στα Ζερβομπεάνικα5

εκεί στου γ κουμπαρούνε μας

πούχασι πάντοτες σουφρά

μ’ εφτά λογιούνε φαϊτά

και με βασιλικά κρασά

βράδυ πρωί με το γ καφέ.6

Μον’7 εσηκώθεις κι έφυγες

Κι εϊδιάηκες στο Γύθειο

Εκεί στο γ κάβο το μ Πλατύ

άνοιξ η μάχη κι ο καβγάς

κι εφοβήθηκαν τα χωϊριά

Έπαρες σφαίρες δύο – τρείς

έρριξες χάμου δεκατρείς

επέρασες προς το Νησί8

και έκοψες ένα σκιουνί.

Και μία βάρκα έπαρες

με θολωμένα τα μυαλά

έφτασες ως το γ Κότρωνα.9

Κι εντελεγράφησες κρυφά

στα δύο τα Γιωργόπουλα10

και βάρκα εναυλώσασι

κι ήρθασι και ζ’ επάρασι

Ζ’ εϊδιάησα απ’ αναγυρητά11

από το γ κάβο Ματαπά12

στο Αρμυρό* μεσάνυχτα

κι εκεί στα Συχαλάσματα13

Εχτύπησε η πόρτα μου

Κατέβηκα και εφώναξα:

-Αμποίος έναι που χτυπά

ετώρα τα μεσάνυχτα

-Άνοιξο, μάννα μου γλυκειά,

άνοιξο και μη με ρωτάς

κι έν’ ο Θαλάση ζου επά.

-Ο Θαλάση μου δεν έν’ επά

κείνος γυρίζει τα βουνά

και τρώει και πίνει και γλεντά

και για τη μάννα δε ρωτά.

Και πίζου14 εξαναμίλησε

εϊδιάηκα και άνοιξα.

-Καλώς τα μάϊτια τα γλαρά

αλλά τα λέπου σα θολά

Τα λέπου και δεν είν’ καλά.

-Ε μάννα, στρούσε μου παχειά.

Στρούσε φαρδειά, στρούσε πλαϊτειά

τα ρούχα μου τα αιματερά.

Στρούσε μου κα στη μ πλοκαϊριά15

και στο κατούϊ μας βαϊθειά

να μη με βρούσι τα σκυλιά.

Άειντε να πάεις για το γιατρό

και πρόσεξο με το κρυφό

Να μη ζε καταλάβουσι

και ρθούσι και με πάρουσι

Να ντόνε πάρεις χωριστά

να ντόνε φέρεις μυστικά

Σιγά να πάεις – σιγά να ρθείς

Να μη ζ’ ακούσουσι οι γι οχτροί

Τι όλοι το βάλασι βουλή

να πάρουσι τη γ κεφαλή

Κι α γκζεψυχήσου ως την αυγή

να με τοιμάξεις μοναχή.16

Κατέβηκα και τούστρουσα

μέσα βαϊθειά στη μ πλοκαριά

κι έδωσα μία κι έφυγα.

Όσο να πάου όσο να ρθού

γιομάτη η στράτα κι γιαυλή

στραϊτιώτες και πολιτικοί17

η εξουσία κι οι γιοχτροί

απόξου εφυλάασι

Έπχιασα τους ερώτησα

τι θέσι τι γυρεύουσι

κι εκείνοι με ρωτήσασι:

-Που έναι ο Θαλάση ζου;

-Ο Θαλάση μου δεν έναι επά

είναι ίχια πάνου τα βουνά.

-Δω μέσα ακούμε γογγητά

αμποίος έναι που γογγά;

Και ‘γω τουν αποκρίθηκα:

-Ετούτος έναι χριϊστιανός

και του σπιϊτιού περαστικός,

έναι ζητιάνος με ραβδί

κι έχει ενός βοϊδιού ζωή.

Σκορπίσασι κι εφύγασι

και άκουσα πο ΄λεάσι

-Τώρα δεν έχει γλυτωμό

τι έπεσε στο γογγητό.

Υπομονέψτε ως το πρωί

και παίρνομε τη γ κεφαλή.

Και ο Θαλάσης έφυγε

στα Χωραφάκια18 εϊδιάηκε

εκεί ήτανε του Μαλαντρή19

μα ήθε το μάθασι κι εκεί

Στου Πχιόντες20 εκατέβηκε

Στου Πιγιεράκο21 την αβλή

κι εβγήκε η ψυχούλα του

και ανεπάφτη το κορμί.

Όντας που έφτασα εκεί

γιομάτη η μάντρα κι οι λιακοί

στραϊτιώτες και πολιτικοί

και το παρτσαδοκόβασι22

Κι έσκουξα δυνατή φωνή:

-Βρε Τσατσαρούνο, βρε σκυλί,

θα ζε αφήκου στη ντροπής

Μέσα τα σαβανώσασι

κι απόξου εκάνασι βουλή

να κόψουν το κεφάλι του

και να ν το πάν του βασιλιά

Και τους επαρακάλεσα

-Άστε μου το κεφάλι του

για να ντο θάψου στην αυλή

τι τόχου μοναχό παιδί

Έσκουξ’ ο Κυϊριακούλακας23

με τη χοντρή του τη φωνή

Έσκουξ’ ο Πετρομιχελής

με την ωραία του στολή

και το χοντρό του τόνομα.

-Που είστε τα Μιχελόγγονα24

Τρέξτε να βοθήσετε

γιουρούσι για να κάμομε

να μη μας τόνε πάρουσι

Όλοι να ξακληρίσωμε

μή μείνει φηλυκό γατί25

μήτε του Γιώργαρου η μουγγή26

τη γ κεφαλή του α μ πάρουσι.

Όλοι τους εγιουρδίξασι27

και μου τ’ αφήκασι εκεί.28

Κι εγώ η μαυρομάννα του

άλλαξα το Θαλάση μου

τον έντυσα πασκαλινά

 με τη γκαλή του φορεσά

τη φουστανέλα τη μ πλαϊτειά

και τ’ ασημένια τ’ άρματα.

Στον Άη – Σωτήρα29 τόθαψα

Να λέπει στα προσηλιακά

Μέσ’ το Σωτήρα στο καμπί

στη μάντρα τη χωρικωτή30

Κι έγραψε γράμμα και γραφή

και τήνε στέρνου στο Βοϊδή31

για να μου στείλει μπαρσαμά

να μπαρσαμώσου το λοντά

να μπαίνει αέρας και δροσά.32

 

Σημειώσεις

*Βλ. και μοιρολόγια Μπουρικιάνικα και Φελουριάνικα.

Οι Γρηγοριάνοι (και πιο μανιάτικα: Χρασοληγοριάνοι, επειδή κάποιος πρόγονος τους ήταν πολύ παχύς (= χράχιος, είναι το θρασίμι και μεταφορικά ο παχύς)και τον έλεγαν Γρηγόρη (Χράσο - Ληγόρης) είναι συνήθως γεροδεμένοι και παχείς. Στους Γιαννακομιχελιάνους ανήκαν οι οικογένειες Γεωργόπουλος (Πιόντες), Μπερδέσης, Νικολαράκος, Δεκουλάκος, Γιαννακόδημας, Βοϊδονικόλας, Γιαννόγκονας, Μπαξεβάνης (όλοι απ’ τη Λάγια) και Γιαννακόπουλος ή Γιαννακάκος (Δημαρίστικα), και Καλλιδώνης, Τσούμπελης (Βάθεια). Επίσης ο Κουζίγιαννης της Λάγιας ανήκε στην ίδια συμμαχία, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν είχε πατρική συγγένεια.

 

1. προτού δημιουργηθεί ο ταχτικός στρατός ο μπουλουξής (αρχηγός μπουλουκιού) ήταν κάτι ανάλογο με τον σημερινό αξιωματικό (κατώτερο). 2. Παλληκαράς. 3. Περάσματα. 4. Χωριό βορινά του δρόμου Γύθειο Αρεόπολη. 5. Οι Ζερβομπεάνοι ήταν απ’ τους αρχηγούς των Μανιατών στην εξέγερση εναντίο στους Μπαβαρούς. 5α. αλλού αναφέρεται «Κουμπαριάνικα» αντί «κουμπαρούνε μας». Οι Κουμπαριάνοι ήτα στα χωριά της Πανίτσας. 6. Ο καφές ήταν πολυτελές ποτό κείνη την εποχή. Μετά το στίχο υπάρχει παραλ. που λέει. (Λίας Ποντικάκος):

Ακούστε φίλοι λικρινείς

και του Θαλάση συγγενείς

τέλογου ήρθε ή κανονιά

στο Σπυριϊδιάνικο λοντά.

και συνεχίζει μετά το στίχο. 16. «Λοντάς» είναι ό οντάς, ο οίκος. 7. αλλά. 8. εννοεί το Κρανάη. 9. Μεγάλο χωριό της προσηλιακής Μάνης η αρχ. Τευθρώνη. 10. Γεωργόπουλος οικογ. στις Πιόντες που ανήκουν στη συμμαχία των Γιαννακομιχελιάνων όπως και του Θαλάση η οικ. 11. Σε πήγαν από γύρο – γύρο δηλ, γύρισαν όλο τον κάβο του Ματαπά (Ταίναρο). 12. Ταίναρο. * Αρμυρό κοντά στα Άλικα και Κυπάρισσο, ευθεία κάτω προς τη θάλασσα απ’ τα Τσικαλιά. 13. Μικρό χωριό των Τσικαλιών. 14. ξανά. 15. αχυρώνας. 16. να τον θάψει μόνη της, να μην του κόψουν το κεφάλι για να πάρουν την επικήρυξη. 17. δηλ. μη στρατιωτικοί. 18. Τα πρώτα (νότια) σπίτια της Λάγιας. 19. καλύβι με χτήμα και γύρισμα. 20. χωριό Ν.Α. της Λάγιας. 21. Πιεράκος. Συγκεκριμένα το Θαλάση τον έκρυψαν στου Λιοπιεράκο το λιτριβείο. 22. Τον έκοβαν κομμάτια (μάλλον νεκροψία εννοεί). Μόλις τελείωνε η νεκροψία θα του έκοβαν οι διώκτες του το κεφάλι. Γι αυτό καρτερούσαν. 23. Γέροντας των Γεωργοπουλιάνων. 24. άλλος Μιχελιάνος (Τουρκονικόλας). 25. Θηλυκή γάτα. 26. Κάποια μουγγή κόρη Του Γιώργαρου Γεωργόπουλου, που εδώ αναφέρεται σαν η πιο σκάρτη στην οικογένεια. 27. έκαμαν επίθεση, ενδιαφέρθηκαν ενν. τους Γιωργοπουλιάνους. 28. Εννοεί τους διώκτες του. 29. Εκκλησία και νεκροταφείο στις Πιόντες. Ο Θαλάσης είναι εκεί θαμένος. 30. Καλοσοβαντισμένη. 31. Μαυρομιχάλη. 32. «Το Θαλάσση τον εφέρανε από τα Συχαλάσματα στα Χωραφάκια και μετά στου Πχιόντες» διηγείται ο Γιάννης Γιαννακάκος (Μαρκομιχάλης) – Πιόντες.

Πηγές: Την καλύτερη παραλλαγή που δημοσιεύουμε την οφείλουμε στην Κανέλλα Γεωργοπούλου (Κάσση) από τις Πιόντες. Παρόμοιες είναι οι παρ. των : Γρηγ. Γουνελά (Λάγια), Κ. Μπόφου (Κορογονιάνικα) και Η. Ποντικάκος (Γερολιμένας).

Δημοσίευση: Πετρούνιας, Καλλιδώνης (και οι δύο λειψές).

 

Και μια παραλλαγή από την Στ. Νικολαράκου (Πολυμενάκου) Λάγια:

Θαλάση ρήγα και πασά

κι ολάκερε μου βασιληά

στο Γύθειο εϊδιάηκες

με το στρατό εμάλωσες

εμάλωσες με τους οχτρούς

Βάρησες κι εβαρήθηκες

Θαλάση εσκότωσες εννιά

κι ετραυματίστης σοβαρά

Έδωσες μία κι έφυγες

κι εϊδιάηκες στα Τσικαλιά

κι εκεί στα Σιχαλάσματα.

-Ε μάννα στρούσε μου παχειά

γιατί έχου τράματα βαϊρειά

Κι άειντε να πάεις προσηλιακά

στι Πχιώντες στη γ Κοκκινογής1

‘δειοποίησο τους συγγενείς

να ρθούσι να με πάρουσι

να μη με πάρει ο στρατός

γιατί το θεωρού ντροπής

τι έχου αποκηρυχτεί

Εγώ στη Λάγια επέρασα

στι Πχιώντες και εφώναξα

Έφτασε ο Πετρομιχελής2

με τη μεγάλη του φωνή

και το Θαλάση επάρασι

στη μάντρα του Μοναστηϊριού

εκεί τόνε φυλάασι

Εκεί εϊδιάη κι ο στρατός

και του Τσιλιβαράκη3 ο γιός

τους επαρακαλέθηκα:

-Μόνο να ντον αφήσετε

μία μαϊτιά να ντόνε ιδιού

Τα μάϊτια του του κλείσασι

και του τα δέσασι σφιχτά

Καβάλα τον επάρασι

το μπάσασι στην εγκλησιά

απόκρυφα και μυστικά

και τούρριξα μία μαϊτιά

Κι ύστερα τον επάρασι

καβάλλα και στη μ πλάτη τους

για να μη βρούσι το ντορό4

Στον Λέκα (ή Λέκκα, βλ. και «Σόγια της Μάνης» σ. 70) και στο Θαλάση αναφέρεται και το εξής τραγούδι της εποχής του Όθωνα που ακόμα τραγουδιέται στην περιοχή του Ξεροκαμπιού Σπάρτης: Κάνει λόγο για τις ληστρικές επιδρομές των δύο Μανιατών στα εύφορα μέρη της Λακεδαίμονας και Επιδαύρου Λιμηράς*:

Θαλάση κερατά,

πάντεχες τ’ έναι η Σκάλα

κι η βλαχοΣτεφανιά;

με το χρυσό σπαθί

που κάνει τους Μανιάτες

και χέζουνε μαλλί.

Πηγή: Γιώργος Μιχαλακάκος, Κότρωνας.

1. Το χωριό Πιόντες ή Πιώντες έχει κοκκινόχωμα στο έδαφος του. 2. Τουρκονικολιάνος (συγγενής του Σπυριδάκο Θαλάση). 3. Μανιάτης που ήταν μαζί στο στρατό. 4. Ίχνος.

* Ο Α. Κουτσιλιέρης στο «Μανιάτικα Μελετήματα» σ. 174, μιλάει για το ίδιο θέμα. Το τραγουδάκι το δημοσιεύει με τελευταίο στίχο: «να τρέχουν σαν λαγοί».

 

Στο Γύθειο όπου ο Θαλάσης πρωτοτραυματίστηκε φαίνεται να πήγε και στο σπίτι της αδελφής του. Μετά πήγε στο πατρικό του. Το μοιρολόϊ που πήγε και τούπε η αδερφή του, όταν έμαθε ότι πέθανε, είναι αυτό (μας το διηγείται η Παπαδογγονίτσα – Χουγιούρενα (Κωλόπυργος - Κούνος).

Τη νύχτα τα μεσάνυχτα

Η πόρτα μου εκουρτάλησε

απάνου εξεσηκώθηκα

κι εϊδιάηκα και άνοιξα

κι ήτανε ο Θαλάση μου

και ο αγεροπάτη μου.

-Καλώς ήρθες, Θαλάση μου,

καλώς το καβουτσάκι μου

Για πες μου τρέχει τίποτα;

Και μ’ είπε και με μίλησε:

-Άειντε να πάεις, Παρασκή,

να στρούσεις το κρεββάτι μου

να πέσου να ξεκουραστού

τι έρχομαι από μακρά

έρχομ’ από το γ Καρβελά

Εϊδιάηκα και τούστρουσα

στ’ άσπρα και στα φουφουδερά

και κει η πόρτα μας χτυπά

κατά τα ξημερούματα.

εϊδιάηκα και άνοιξα

κι ήταν οι χωροφύλακες

Τουν είπα τουν εμίλησα:

-Τι θέτε, τι γυρεύετε

τούτη την ώρα πούρθατε

όπου δεν επιτρέπεται;

-Αγροίκησο, ε Παρασκή,

εμείς τόνε σκοτώσαμε

καϋμένη το Θαλάση ζου

και τον αγεροπάτη ζου

Τουν αποκρίθηκα και γω:

-Και αν τον εβαρήσατε

τίποτα δεν του κάματε

εμένα του Θαλάση μου

και του αγεροπάτη μου.

Σαν τ’ άκουσ’ ο Θαλάση μου

με φώναξε με μίλησε:

-Για βάλε πλάτη δύναμη

στα πόϊδια μου να σηκωθού

να πάρου το ντουφέκι μου

και το μακρύ μου το σπαθί

να βγού στη μ πόρτα της αυλής

ο νωματάρχης να με ιδιεί

ο νωματάρχης το σκυλί

για να σκιαχτεί να φοβηθεί

να φύγει ν’ απομακρυθεί.

-Ζε τόλεα Θαλάση μου

να μη μ πάεις στο γ Καρβελά

και στα βλαχοΜυστριώτικα

να γδύνεις τη φτωχολογιά.