Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020

Οι Μανιάτες πειρατές

ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΣΕ ΕΝΕΔΡΑ. ΧΑΡΑΚΤΙΚΟ ΤΟΥ Ο. Μ. BARON V. STACKELBERG, ΠΕΡΙ ΤΟ 1831-37 (ΣΥΛΛΟΓΗ: «ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ»-ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΑΝΟΣ).


Αν τύχη και καμιά φορά καράβι να ξεπέση,
από τις αμαρτίες του στον τόπον τους να πέση,
Φραντζέσικο, Σπανιόλικο, Εγκλέζικον ή άλλο,
ή Τούρκικον, Μοσκόβικο, μικρό ή και μεγάλο,
καθένας το μεράδι του να πάρη γιε μου θέλει...

(Νικήτας Νηφάκης «Ιστορικά στιχουργήματα»)

Για μια μακρά περίοδο η Μάνη υπήρξε ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένη (το 1500 14,3 και το 1618 21,2 κάτοικοι/τ.χλμ.). Το νότιο μάλιστα τμήμα της, η Bassa Maina των βενετικών πηγών, ανήκε στις πλέον πυκνοκατοικημένες περιοχές της Μεσογείου (22,2 και 32,6 αντίστοιχα). Η επιβίωση του πληθυσμού επιτυγχάνετο κατ' αρχήν από την εγχώρια παραγωγή και συμπληρωματικά μέσω ανταλλαγών: εισαγωγή ορισμένων βασικών αγαθών όπως τα σιτηρά, εποχιακή μετανάστευση λόγω στρατολόγησης ή άλλης απασχόλησης και, βεβαίως, εισροή και εμπορευματοποίηση της πειρατικής λείας. Παράλληλα, με τη μόνιμη μετανάστευση εξασφαλιζόταν η ισορροπία ανάμεσα στο ύψος του πληθυσμού και τα διαθέσιμα μέσα επιβίωσης του.

Με τις γεωργικές εργασίες ήταν επιφορτισμένος ο γυναικείος πληθυσμός, ενώ οι άνδρες ασχολούνταν κυρίως με τον πόλεμο (ως στρατιώτες ή πειρατές). Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στις νότιες περιοχές, όπου εξαιτίας του χαρακτήρα του εδάφους τα προϊόντα ήσαν λιγοστά, η πειρατική δράση παρουσίασε ευρεία διάδοση ως συμπληρωματικό μέσον επιβίωσης (αλλά και κερδοσκοπίας) των κατοίκων.

Αρχίζοντας με κάποιες πρώιμες πηγές, διαπιστώνεται ότι στο 12ο και 13ο αιώνα τόσο το Οίτυλο όσο και το Πόρτο Κάγιο είχαν εξελιχθεί σε πειρατικά κέντρα. Στη συνέχεια, η έλευση των Οθωμανών και η αναταραχή που προκλήθηκε στις θάλασσες της περιοχής, εξαιτίας των συγκρούσεων ανάμεσα στις χριστιανικές (κυρίως Βενετοί, Γενουάτες και Ιππότες του Αγίου Ιωάννου) και τις μουσουλμανικές δυνάμεις (Οθωμανοί και Βέρβεροι), φαίνεται ότι επηρέασαν αρνητικά τη μανιάτικη πειρατεία. Έτσι, στη διάρκεια του 15ου και 16ου αιώνα, ενώ έλαβαν χώρα επιθέσεις ξένων κουρσάρων ή πειρατών (Λατίνων και μουσουλμάνων) εναντίον της Μάνης, οι ίδιοι οι Μανιάτες περιορίστηκαν σε κάποιες, ευκαιριακές, ως επί το πλείστον, αρπαγές στην ακτή.

Από το 1600 και μετά, στη διάρκεια του 17ου αιώνα, θα αναπτυχθεί σταδιακά η μανιάτικη πειρατεία, με δράση τόσο στο Αιγαίο όσο και στο Ιόνιο (εναντίον πλοίων αλλά και νησιών). Στην εξέλιξη αυτή θα παίξει σημαντικό ρόλο η συμμετοχή των Μανιατών στον τουρκοβενετικο πόλεμο της Κρήτης (1645-1669) και η απόκτηση πλοιαρίων (τα γνωστά μπριγκαντίνια) τα οποία χρησιμοποίησαν ως κουρσάροι και εναλλακτικά ως πειρατές (προς ίδιον όφελος) στις επιθέσεις τους εναντίον οθωμανικών πλοίων. Μετά το 1669, η αναταραχή που επικράτησε στο Αιγαίο, οι δυο ρωσοτουρκικοί πόλεμοι αργότερα (το 1768-1774 και 1787-1792) και οι στενοί δεσμοί ανάμεσα στους κλέφτες και τους ισχυρούς της Μάνης, θα ενισχύσουν το πολεμικό κλίμα στην περιοχή και κατά συνέπεια, τη θέση των πειρατών και των τοπικών αρχόντων που καρπώνονταν ένα μεγάλο μέρος της λείας.


Μεταξύ ξηράς και θάλασσας

Παράλληλα με τη δράση στη θάλασσα, θα πολλαπλασιαστούν οι λεηλασίες στην ακτή, στην άμεση ενδοχώρα των όρμων και λιμανιών. Οι δυο αυτές, φαινομενικά διαφορετικές, εκδηλώσεις ακολούθησαν παράλληλους δρόμους, δεδομένου ότι: α) οι όρμοι και τα λιμάνια της Μάνης υπήρξαν για μια μακρά περίοδο σταθμοί ανεφοδιασμού των ξένων κουρσάρων β) επίσης, απετέλεσαν το ορμητήριο και καταφύγιο (σε περίπτωση έξωθεν επίθεσης) των Μανιατών πειρατών που δραστηριοποιούνταν στις θάλασσας γ) τις περισσότερες φορές, λειτούργησαν ως χώρος εισαγωγής, διανομής και εμπορευματοποίησης της λείας (υλικών αγαθών και ανθρώπων, για τους οποίους οι Μανιάτες απαιτούσαν την καταβολή λύτρων ή τους πωλούσαν).

Ο ΚΑΒΟ-ΜΑΤΑΠΑΣ (TAIVAPOV). ΑΠΟ ΤΑ ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΗΣ ΜΑΝΙΑΤΙΚΗΣ ΠΕΙΡΑΤΕΙΑΣ (ΧΑΛΚΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ Ο. DAPPER, ΑΠΟ ΤΟ «NAUKEURIGE BESCHRYVING VON MOREA...», ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ, 1688).

Δηλαδή, οι κάτοικοι ενός λιμανιού ή όρμου διατηρούσαν πολύπλευρους δεσμούς με την πειρατεία και τα οφέλη της, ενώ, εξατομικεύοντας τις πληροφορίες μας, διαπιστώνεται ότι τα ίδια πρόσωπα επάνδρωναν τα πειρατικά (ή, εναλλακτικά, τα κουρσάρικα) πλοιάρια και, σε άλλες περιπτώσεις, πρωταγωνιστούσαν σε λεηλασίες εμπορικών πλοίων τα οποία, για διάφορους λόγους, προσέγγιζαν την ακτή. Από μια άλλη πλευρά, η διάδοση της ληστρικής δραστηριότητας ανάμεσα στους κατοίκους οφειλόταν σε δύο παραμέτρους: α) στην ανάγκη εξασφάλισης των μέσων επιβίωσης β) στην αντικειμενική ή υποκειμενική αδυναμία συμμετοχής, για πολλούς απ' αυτούς, σε λεηλασίες στην ανοικτή θάλασσα.

Η μορφή αυτή πειρατικής δράσης παρουσίασε ιδιαίτερη έκταση στις νότιες περιοχές, οι οποίες, υπενθυμίζεται, ήσαν οι λιγότερο ευνοημένες από φυσική άποψη και, εν τούτοις, οι πλέον πυκνοκατοικημένες. Για τον πληθυσμό που κατοικούσε εκεί, τους Κακκαβουλιώτες [<κακκαβούλι (<κακκάσι), μικρή χύτρα που έφεραν αντί κράνους στο κεφάλι], με τα ιδιαίτερα φυσικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά τους έχουν γραφεί πολλά. Παραθέτω εδώ την περιγραφή του Eviya Celebi (1670): «Είναι κοντοί. Έχουν μεγάλο κεφάλι, στρογγυλά μάτια. Η φωνή τους είναι σαν του σκύλου της Σαμψούντας. Μεγάλα αυτιά. Τα κεφάλια τους είναι τριχωτά, τα φρύδια τους μαύρα. Οι λαιμοί τους είναι κοντοί, οι ώμοι φαρδιοί. Η μέση και οι γάμπες τους λεπτές, Τα πέλματα τους είναι ίσια. Από βράχο σε βράχο πηδούν σαν αντιλόπες».

Το σημαντικότερο πειρατικό κέντρο της περιοχής ήταν το Πόρτο Κάγιο, καθώς έχει ήδη αναφερθεί. Τα κείμενα των περιηγητών, από τον 17ο ήδη αιώνα, κάνουν λόγο για μια πολυπληθή ανθρώπινη ομάδα, που ζούσε εκεί υπό άθλιες συνθήκες, σε σπηλιές, καλύβες ή άλλες προχειρο-κατασκευές, ασκώντας το επάγγελμα του πειρατή. Συχνά γίνεται επίσης αναφορά σε καλογήρους, οι οποίοι ωστόσο ήσαν στην πραγματικότητα πειρατές. Σε άλλες πηγές της εποχής, παρά τις κάποιες αποκλίσεις μεταξύ τους, παρατηρείται επανάληψη των ανωτέρω πληροφοριών, ενώ τονίζεται επιπλέον ότι επρόκειτο για «αδίστακτους» και «επικίνδυνους» πειρατές. Σημειωτέον, ότι συνήθως οι πειρατές εκινούντο από ξηράς και σε όσες περιπτώσεις χρησιμοποιούσαν πλοιάρια αυτό αφορούσε κυρίως στην επίθεση εναντίον των ήδη ακινητοποιημένων (εάν όχι προσαραγμένων) πλοίων. Συχνά, τα εμπορικά πλοία κατέφευγαν (είτε σώα, είτε ως ναυάγια), αναγκαστικά στο Πόρτο Κάγιο, εξαιτίας των πνεόντων ισχυρών ανέμων.

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΚΕΛΕΦΑΣ. ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΡΤΟ ΟΙΤΥΛΟ (ΚΑΡΑΒΟΣΤΑΣΙ), ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ ΣΤΗ ΔΥΤ. ΜΑΝΗ (ΧΑΛΚΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ V. CORONELLI, ΑΠΟ ΤΟ «DESCRIPTION GEOGRAPHIQUE ET HISTORIQUE DE LA MOREE», ΠΑΡΙΣΙ, 1687).

Στη συνέχεια, οι κάτοικοι «πηδώντας στα βράχια σαν αγριοκάτσικα», καθώς σημειώνει ο ιππότης d' Avvieux, επιχειρούσαν επίθεση εναντίον των πλοίων και αφού έκοβαν τα σχοινιά τους, προκαλώντας έτσι την κλίση ή τη συντριβή τους στα βράχια, τα λεηλατούσαν. Όσον αφορά στους ανθρώπους, όπως επισημαίνει ο ίδιος περιηγητής, «εάν ήσαν χριστιανοί» επωλούντο στους Τούρκους και εάν ήσαν Τούρκοι επωλούντο στους χριστιανούς».

Σε άλλες περιπτώσεις, απουσία ανέμων, οι πειρατές προσέλκυαν τα πλοία χρησιμοποιώντας ως δόλωμα καλογήρους, τουλάχιστον από την άποψη της εξωτερικής εμφάνισης, οι οποίοι περιφέρονταν στην ακτή πουλώντας τρόφιμα και, νερό στους διερχόμενους. Στη συνέχεια όταν τα πλοία πλησίαζαν στη ξηρά εδέχοντο επίθεση από τους υπολοίπους που περίμεναν κρυμμένοι στους βράχους και τους θάμνους.


Το τέλος

Η μανιάτικη πειρατεία ευνοήθηκε ιδιαίτερα κατά την επανάσταση του 1821 και τη μακρά περίοδο γενικής αστάθειας που ακολούθησε. Τότε αναδείχθηκε και το Σκουτάρι, στη βορειοανατολική ακτή, γνωστό καταφύγιο-ορμητήριο κουρσάρων κάθε εθνικότητας κατά τον 18ο αιώνα. Από το 1821 και μετά, ωστόσο, θα αποτελέσει τη βάση ντόπιων πειρατών (ο Πασχάλης Γερακαράκης είναι ο πιο γνωστός απ' αυτούς), με σημαντική παρουσία στον λακωνικό κόλπο. Αλλά οι επιθέσεις τους εναντίον ιονικών πόλεων θα εξοργίσει τους Άγγλους, οι οποίοι τον Οκτώβριο του 1832 θα πραγματοποιήσουν απόβαση και θα πυρπολήσουν τα ευρισκόμενα εκεί πειρατικά πλοιάρια.

Εν συνεχεία, διαρκούντος του 19ου αιώνα η μανιάτικη πειρατεία θα αρχίσει σταδιακά να υποχωρεί, ακολουθώντας τις μεταβολές στους όρους κυριαρχίας της περιοχής. Στο Πόρτο Κάγιο ωστόσο, οι κάτοικοι θα εξακολουθήσουν μέχρι τις μέρες μας να αναζητούν αντικείμενα μεταφερμένα ως εκεί από τα κύματα. Κυρίως μάλιστα ξυλεία, αγαθό σπάνιο στην περιοχή και γι' αυτό πολύτιμο, το οποίο διαμοιράζονταν μεταξύ τους κατά τρόπο ανάλογο της πειρατικής λείας στο παρελθόν.


Βιβλιογραφία

Σπ. Ασδραχάς, «Τα νησιά», στο Οικονομία και νοοτροπίες (τον Ίδιου), Αθήνα 1988, ο. 235-244.
Κυρ. Κάσσης, «Λαογραφία της Μέσα Μάνης», τόμ. Α’-Β'] Αθήνα. 1980-1981.
Κ. Κόμης, «Μανιάτες και άλλοι πειρατές στα Βάτικα και την ευρεία περιοχή τον Λακωνικού κόλπου», εφημ. «Τα Βάτικα», έτος 6ο, αρ. φυλ. 81, Ιούν. 1992.
Ο ίδιος «Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, 15ος - 20ος αιώνας», Ιωάννινα 1995.
Αλ. Κραντονέλη, «Ιστορία της πειρατείας. Στους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας 1390-1538», Αθήνα 1985 και τόμ. Β', «Στους μέσους χρόνους της Τουρκοκρατίας 1538-1699», Αθήνα 1991.
Θ. Κωστάκης, «Ο Evliya Celebi στην Πελοπόννησο», «Πελοποννησιακά», τόμ. 14 (1980-1981), Αθήνα 1981.
Κυρ. Σιμόπουλος, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333-1821», τόμ. 1-3β (4 τόμοι), Αθήνα 1975. / «Memoires du chevalier d' Arvieux», τόμ. A', Παρίσι 1735.
G.L. Tafel - G.M. Thomas, «Urkunden zur alteren Handels und Staatgeschichtc der Republik Venedig», τόμ. 3, Wien 1857.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΜΗΣ
ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΚΟΥΡΣΑΡΟΙ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1997

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

H Ομάδα ΠΙΟΝΤΕΣ ΛΑΓΙΑ ΜΑΝΗ στο Facebook

Η Μάνη!

Η Μάνη είναι ιστορική περιοχή της Πελοποννήσου.

Γεωγραφικά η κυρίως Μάνη ή Μέσα Μάνη, όπως ονομάζεται τοπικά, ορίζεται από τον αυχένα του Ταΰγετου Σαγιά και καταλήγει στο Ακρωτήριο Ταίναρο. Η Μέσα Μάνη διακρίνεται με βάση την κατά μήκος κορυφογραμμή στην Ανατολική Μάνη ή προσηλιακή Μάνη, που βλέπει προς το Λακωνικό Κόλπο και στη Δυτική Μάνη ή Aπόσκερη ή Aποσκιερή Μάνη, που βλέπει στο Μεσσηνιακό Κόλπο. Βορειότερα της Δυτικής Μάνης, δηλαδή από την περιοχή της Καρδαμύλης, βρίσκεται η Μεσσηνιακή Μάνη, ή όπως την αποκαλούν τοπικά η Έξω Μάνη. Ο διαχωρισμός αυτός διακρίνεται και στα επίθετα των κατοίκων, όπου της μεν Λακωνικής Μάνης καταλήγουν σε -άκος και στη Μεσσηνιακή Μάνη σε -έας.



Η περιοχή της Μάνης περιλαμβάνει τις άλλοτε επαρχίες του Γυθείου και Οιτύλου της Λακωνίας. Η συνολική της έκταση φθάνει τα 1800 τ.χλμ. επί συνολικού μήκους 75 χλμ. και μέγιστου πλάτους 28 χλμ. που καταλήγει στο Ακρωτήριο Ταίναρο, με σπονδυλική στήλη το όρος Ταΰγετος και ψηλότερη κορυφή τον Προφήτη Ηλία (2.404 μ.). Ο συνολικός πληθυσμός της το 1961 έφθανε τους 20.300 κατοίκους, που ζούσαν σε 150 περίπου οικισμούς.

Σήμερα, μετά τη διοικητική αναδιοργάνωση Καλλικράτης (2011), η περιοχή της Μάνης αποτελείται από τους δήμους Δυτικής Μάνης, με έδρα την Καρδαμύλη, και Ανατολικής Μάνης, με έδρα το Γύθειο και ιστορική έδρα την Αρεόπολη.

Ο δήμος Δυτικής Μάνης ανήκει στην Π.Ε. Μεσσηνίας (πρώην νομό Μεσσηνίας) και προέκυψε από τη συνένωση των (καποδιστριακών) Μεσσηνιακών δήμων Λεύκτρου και Αβίας. Ο δήμος Ανατολικής Μάνης ανήκει στην Π.Ε. Λακωνίας (πρώην νομό Λακωνίας) και προέκυψε από τη συνένωση των Λακωνικών δήμων Σμήνους, Γυθείου, Οιτύλου και Ανατολικής Μάνης.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Όμορφη Μάνη - Γάμος : Μια από τις λίγες χαρές της παλιάς Μάνης.



Στην παλιά Μάνη δεν υπήρχαν χαρούμενες γιορτές και επέτειοι. Είχαν καταργηθεί σχεδόν και οι ονομαστικές εορτές. Οι λύπες ήσαν απείρως περισσότερες και τα μαύρα είχαν καθιερωθεί σαν τοπική φορεσιά.

Οι μοναδικές χαρές, όπως τις έλεγαν ήσαν ο γάμος και η γέννηση αγοριού, γιατί ήξεραν πολύ καλά όπως οι αρχαίοι Έλληνες ότι αυτό, το αγόρι, ο «κούρος» όπως το έλεγαν, βιολογικά θα διαιώνιζε την οικογένεια, την φυλή και θα ήταν ένα ντουφέκι πάρα πάνω στον αγώνα.

Τον γάμο λοιπόν τον συνδύαζαν με την αναγέννηση της οικογένειας, της φαμίλιας, της φυλής, σαν κάτι όπως ο καινούργιος χρόνος. Μόνον στα νεώτερα χρόνια λέγανε τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά κάλαντα από σπίτι σε σπίτι και φτιάχνανε δίπλες, λελάγγια και μελομπουκιές.

Χαρές λοιπόν ονόμαζαν τους γάμους. «Στις χαρές σου» λέγανε συχνά στις προπόσεις τους με κρασί ή με κεράσματα. Στην παλιά Μάνη, σε καμία άλλη περίπτωση δεν τραγουδούσαν και δεν χόρευαν, εκτός από τον γάμο. Ο γάμος γιορταζόταν κατά τον πιο επίσημο και επιδεικτικό τρόπο, γι’ αυτό τον λέγανε και «χαρά».

Αξίζει να σημειώσουμε ότι το όνομα του κοριτσιού μιας οικογένειας συνοδευότανε από την κατάληξη …ίτσα, ενώ το όνομα της καινούργιας γυναίκας στην οικογένεια, της νύφης, είχε το επίθετο με την κατάληξη …έισα. Αυτά κυρίως για την αποσκιαδερή Μάνη. Για παράδειγμα, η γυναίκα του Σταυριανού Κατσιρέα του Βασιλείου, έχανε τόσο το επίθετό της, όσο και το μικρό της όνομα και λεγόταν μετά τον γάμο της Σταυριανού Κατσιρέϊσα Βασιλόνυφη. Ανεφέρετο δηλαδή και σαν νύφη του αρχηγού της οικογένειας που ήταν ο πατέρας του γαμπρού. Κάτι παρόμοιο γινότανε και στην παλιά Ρωσία.

Για το γάμο ειδοποιούντο όλοι οι συγγενείς εγκαίρως σ’ όλα τα χωριά. Το σπίτι του γαμπρού επισκευαζόταν και ασπριζόταν. Επιστρατευόντουσαν όλες οι κοπέλες, συγγενείς και φιλικά πρόσωπα για να αλέσουν το στάρι και να φτιάξουν τα ψωμιά του γάμου ανάλογα με τους καλεσμένους.

Σαν προίκα, εκτός από τα διάφορα χωράφια (λαχίδια) που έπαιρνε η νύφη, αρκετά για την συμβολή της στο νέο της σπιτικό, έπαιρνε και πολλά οικιακά σκεύη ή και σκουτιά (ρούχα) ή μπατανίες (κουβέρτες) και άλλα. Στα σκουτιά επάνω πολλές φορές καρφίτσωναν με διάφορες κορδέλες δεμένα, παλαιά νομίσματα αξίας, συνήθως ασημένια.

Πολλά απ’ αυτά δωριζόντουσαν αργότερα στην γέννηση κάποιου νέου μέλους άλλης οικογένειας, συνήθως αγοριού, μαζί με βαμβάκι που σήμαιναν: Το παιδί να ζήσει ως τα βαθιά γεράματα έχοντας την δύναμη του χρήματος. Πάντως και οι δύο ευχές είχαν προφανώς γεννηθεί από τις δύο βασικές ελλείψεις των παλιών Μανιατών.

Πρώτον, ότι ο μέσος όρος ζωής ήταν φοβερά κατεβασμένος εξ’ αιτίας των πολλών σκοτωμών από τις εκδικήσεις και αντεκδικήσεις. Ήταν ένα είδος Texas της Πελοποννήσου, όπως θα λέγαμε σήμερα. Δεύτερον, διότι οι Μανιάτες ήσαν υπερβολικά φτωχοί άνθρωποι και ήταν φυσικό να έχουν την παραπάνω επιθυμία.

Στα προικιά λοιπόν και στα σκουτιά δίνανε και μερικές εικόνες οικογενειακές για να συνοδεύουν Χριστιανικά τη νύφη στο νέο της σπιτικό και τραγουδούσαν:

“Τώρα την αυγή, τώρα η αυγή χαράζει,
τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια,
τώρα οι πέρδικες γλυκολαλούν και λένε:
ο δυόσμος και ο βασιλικός και τα’ άσπρο καρυοφύλλι
Αυτά τα τρία μαλώνανε το πιο μυρίζει κάλλιο.
Πετιέται το τριαντάφυλλο το μοσχομυρωδάτο.
Σωπάστε βρωμολούλουδα και σεις βρωμοβοτάνια,
Τι εγώ είμαι το τριαντάφυλλο της άνοιξης στολίδι,
Που το χειμώνα κρύβομαι στης αγκαθιάς τη ρίζα,
Το Μάη μήνα φαίνομαι σε νιού γαμπρού κεφάλι,
Σε παντρεμένης γόνατα στου κοριτσιού τον κόρφο
στης χήρας το προσκέφαλο βραδιάζω ξημερώνω”.

Όλα τα κινητά αντικείμενα της προίκας μεταφερόντουσαν με καραβάνι από μουλάρια και άλογα στο σπίτι του γαμπρού για την καινούργια εγκατάσταση. Τα ζώα αυτά ήσαν στολισμένα με μεταξωτά μαντήλια, χρωματιστά από καθαρό μετάξι, που ύφαιναν οι ίδιες οι μανιάτισσες χωρίς πρόσθετα και άλλες σύγχρονες αλχημείες.

Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό, ίσα – ίσα που μπορούσα και κρατιόμουνα πανωσάμαρα όπως λέγανε σ’ ένα άλογο, να οδηγώ μια τέτοια πομπή.

Το σημαντικότερο βέβαια στοιχείο σε μια προίκα ήταν η στέρνα. Η “γηστέρνα” όπως την έλεγαν, γιατί το νερό ήταν στην παλιά Μάνη ο θησαυρός. Περισσότερο και από τα κτήματα και από τα σκουτιά και …πολλές φορές και απ’ αυτή την ίδια τη νύφη!!!

“Δεν έχουνε ποτάμια
Δεν έχουνε πηγάδια,
Δεν έχουνε πηγές,
Μονάχα λίγες στέρνες άδειες κι’ αυτές,
Που ηχούν,
που ηχούν και που τις προσκυνούνε”
Όπως λέει ο Σεφέρης.

Σε άλλα μέρη, κυρίως της μέσα Μάνης, προίκα δεν δινόταν στην νύφη και τα έξοδα του γάμου εκαλύπτοντο από τα δώρα των συγγενών του γαμπρού κυρίως.

Οι αρραβώνες γινόντουσαν με πολύ απλό τρόπο. Πήγαιναν μερικοί άντρες στο σπίτι της νύφης, έριχναν μερικούς πυροβολισμούς, παίρναν ένα δακτυλίδι και το περνούσαν στα δάκτυλα των αρραβωνιασμένων και μετά κερνιόντουσαν ρακί Καλαμών.

Ο αρραβωνιαστικός έβλεπε την αρραβωνιαστικιά του παρόντων των γονέων της και αδελφών της και ποτέ μόνη. Πολλές φορές οι αρραβώνες γινόντουσαν χωρίς να είναι παρόντες οι αρραβωνιασμένοι. Αρκούσε να πήγαιναν δύο τρεις άντρες από το μέρος του γαμπρού στο σπίτι της νύφης και να έριχναν μερικές ντουφεκιές.

Σε άλλη περίπτωση ήταν αρκετό να πυροβολήσει ο γαμπρός χωρίς να πάει στο σπίτι της νύφης, ή από το χωριό του και να δηλώσει ότι “κρούει ντουφέκι για την τάδε”. Αυτό όμως, γινόταν όταν οι συγγενείς της νύφης δεν ήθελαν τον γαμπρό, γιατί ήταν αχαμνόμερος, δηλαδή από αδυνατότερη οικογένεια.

Με το βάρεμα αυτό του ντουφεκιού, τα πράγματα εξελίσσοντο σοβαρά, γιατί ο νέος εδέσμευε το κορίτσι και γιατί κανένας δεν έπαιρνε γυναίκα άλλου χωρίς να υπολογίσει μαζί του έχθρα μέχρι θανάτου. Επακόλουθα λοιπόν: Ή γάμος με απαγωγή, ή με συγκατάθεση ή έχθρα.

Η γυναίκα δεν είχε γνώμη για τον άντρα που θα έπαιρνε τις περισσότερες φορές. Πρωτοέβλεπε δε τον αρραβωνιαστικό της μετά τους αρραβώνες.

Κάποτε, κάποια Μαρία με τις φίλες της, καθισμένες στην ρούγα του χωριού, μια Κυριακή, σιγομιλούσαν και γέλαγαν, …όταν ξάφνου, ακούστηκε ένας σμπάρος!! Τι είναι αυτή η ντουφεκιά έκαναν όλες έκπληκτες. Και η ωραία Μαρία, που είχε μυριστεί τον αρραβώνα της με έναν που δεν τον ήθελε, είπε ήρεμα: “Δεν είναι τίποτα κορίτσια, εμένα σκότωσε ο πατέρας μου”.

Στις γεννήσεις των κοριτσιών δεν γινότανε τίποτα στο σπίτι. Ούτε επισκέψεις, ούτε συγχαρητήρια, ούτε κεράσματα. Στις γεννήσεις όμως των αγοριών πήγαιναν άντρες και γυναίκες και συγχαίρανε τους γονείς. Οι άντρες, πριν μπουν στη πόρτα του σπιτιού πυροβολούσαν και κατόπιν μπαίνανε στο σπίτι για να ευχηθούν: “Να ζήσει ο νέος και να σύρει κι’ άλλους”. Πολλές μέρες κρατούσε το γλέντι για την γέννηση του αγοριού και γινότανε γενναίο φαγοπότι.

«Κι’ οι καλομοίρες λέγουσι, καλώς ήλθε να ζήσει
να γένη καλό στ’ άρματα και τους εχθρούς να σβήσει,
να μεγαλώσει, ν’ αξιωθεί και τον σαρμά να ζαλωθεί
να κυνηγήσει τον φονιά, από γκρεμό κι από βουνά
το γδίκιο μας να γδικιωθεί, το αίμα του πατέρα του».

Ο νεαρός Μανιάτης, μόλις έμπαινε στην εφηβεία, έπαιρνε το όπλο από τα χέρια του πατέρα του. Πολύ μεγάλη στιγμή!!!

Διαισθανόμενος το πραγματικό βάρος της διαδοχής, ασυναίσθητα ταυτιζότανε με τον πρόγονό του έφηβο και μουρμούριζε συγκινημένος “ΑΜΕΣ ΔΕ ΓΕΣΣΟΜΕΘΑ ΠΟΛΛΩ ΚΑΡΡΟΝΕΣ” (σημ. Εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροι).

Αλλά, ήταν και μεγάλη η έπαρσή του. Παρ’ όλες τις πατρικές παραινέσεις για συνετή χρήση του όπλου, ο γεμάτος υπερηφάνεια έφηβος, το έπαιρνε τόσο επάνω του “που συχνά γινόταν επικίνδυνος”. Από εδώ και το ρητό “Ο Θεός να σε φυλάει από τον πρωταρμαδούρο”.

Το όπλο αυτό, συντρόφευε το Μανιάτη για όλη του την ζωή και μοναδική του έννοια ήταν πότε θάρθη ο καιρός να το τιμήσει. Αυτή ήταν η θέση του αρσενικού μέσα στην Μανιάτικη οικογένεια και την πατριαρχική κοινωνία. Στους νεόνυμφους, η καθιερωμένη ευχή ήταν να αποκτήσουν εννιά γιους και μια θυγατέρα. Χρειαζόταν βλέπετε και η θυγατέρα γιατί από αυτήν θα ξανάβγαιναν άλλοι εννιά γιοι.

«Νύφη μου ξάστερο νερό και ξέλαμπρο φεγγάρι,
το ταίρι σου ‘ναι ζηλευτό κι’ όμορφο παλικάρι,
στο σπίτι το πεθερικό στη γειτονιά οπού ‘ρθες
σαν κυπαρίσσι να σταθείς, σαν δέντρο να ριζώσεις,
και σαν μηλιά γλυκομηλιά, τους κλώνους σου ν’ απλώσεις
υγιούς εννιά ν’ αξιωθείς και μια γλυκομηλίτσα».

Σ’ ένα τόπο τόσο άγριο που την άνοιξη κυκλοφορείς μέσα σε αρώματα βοτάνων και παρθένα αγριολούλουδα, γιορτές και γλέντια όπως είπαμε, δεν υπήρχαν. Προ παντός στη μέσα Μάνη.

Ούτε πανηγύρια γινόντουσαν εκεί. Μόνον τα Χριστούγεννα και το Πάσχα ετοίμαζαν πρόσφορα και κόλλυβα, που το λέγαν «σπερνά» για την υγεία των γιορταζόντων και το συχώριο των νεκρών και τάστελναν στην εκκλησιά.

Όταν σχόλαγε η εκκλησία, οι άνθρωποι βγαίναν έξω και κάναν ρούγα. Εκεί μοιραζόντουσαν τα σπερνά των νεκρών που ήσαν από σκέτο στάρι βρασμένο και καθένας που έπαιρνε, έλεγε «Θεός σχωρέστον».

Τα σπερνά των γιορταζόντων όμως ήσαν στολισμένα με αραβοσίτη, σταφίδες, ρόδια και καρύδια. Απ’ αυτά λοιπόν, ας πάρουμε και μεις και ας ευχηθούμε σε αλλήλους ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ.

Κείμενο: Σταυριανού Κατσιρέα (Ζωγράφου) από συνέντευξη στο BBC 13.11.88